Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Και τώρα η EYXH




"Αγαπιτό χαρτή θέλο μια χάρι. Να σου πο θέλο αυριο τα πραγματα να γίνουν οπος θελο."


Δια χειρός Νάσιας, η ευχή όλων μας για όλους σας !

(Για την ιστορία: Εζητήθη από την υπεύθυνο ευχών (ναι για τη Νάσια μιλάω, αφού αυτή έχει αναλάβει το έργο με απευθείας μάλιστα ανάθεση) να συγγράψει την φετινή μας ευχή. Ζήτησε να τις διαβάσω τη περσινή της ευχή και απάντησε ότι αυτή της αρέσει και δε θέλει να διορθώσει ούτε τα ορθογραφικά λάθη, αφού όπως είπε "τι σημασία έχει μαμά που μια ευχή είναι γραμμένη λάθος; Δεν είναι σχολείο, ευχή είναι!". Εκ των υστέρων εκτιμώ ότι είχε απόλυτο δίκιο. Αυτή είναι η ευχή μας και ακόμα συνεχίζει να εκφράζει απόλυτα την οικογένεια.)

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Post υπ' αριθμ.301 παρακαλώ




(πίσω Λεωνίδα και σε έφαγα)

Ο χρόνος πλησιάζει στο τέλος του και εγώ οφείλω στη giagiaduck (το ξενιτεμένο μου) και στη Meniek (το ιωμένο μου γαυράκι) απάντηση σε πρόσκληση για μπλογκοπαίγνιον και εμείς χρέη δε θέλουμε να έχουμε, ή τουλάχιστον μας αρκούν τα χρέη μας στις τράπεζες ελληνικές και ξένες, ώστε να μη θέλουμε να έχουμε και στη μπλογκόσφαιρα, στην οποία ως γνωστό καλύτερα να σου βγει το enter του πληκτρολογίου παρά το όνομα, εάν και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, ίσως συμφέρει το όνομα, καθότι ένα που έτσι και φύγει για επισκευή ο φορητός ποιος ξέρει πότε θα τον ξαναδώ και δύο αποδεδειγμένα έτσι και σου βγει το όνομα στη μπλογκόσφαιρα σε γράφουν μέχρι και εφημερίδες άμα λάχει. Τέλος πάντων εμείς ως μπλογκ είμαστε άνθρωποι των θεσμών, δεσμών, αξιών και παραδόσεων και έτσι λέμε να το εξοφλήσουμε το χρέος και να κρατήσουμε και το enter του πληκτρολογίου μας στη θέση του.

Λοιπόν, εάν κατάλαβα καλά, πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα "που θα ήθελα να δω γραμμένο το όνομα μου". Ευρίσκομαι λοιπόν στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω, ότι εγώ το έχω δει γραμμένο το όνομα μου εκεί ακριβώς που θα ήθελα να το δω και μάλιστα δύο φορές. Και ότι από τη φορά που πρωτογράφτηκε μέχρι σήμερα, το βλέπω συχνά πυκνά σε διάφορες εκδοχές εντύπων, μα πάντα στην ίδια θέση, η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήταν και είναι η μόνη θέση που ήθελα να δω γραμμένο το όνομα μου.

Τι εννοώ; Είναι η μόνη σωστή απάντηση στο ευθύ, αδιάπραγμάτευτο και με ελαφρώς αγενή τρόπο διατυπωμένο ερώτημα διαφόρων δημοσίων και όχι μόνο εγγράφων που αφορούν στα δύο σκασμένα μου. Ποιος ερώτημα;

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΡΟΣ:ΝΕΡΙΝΑ
Ναι εγώ είμαι η "μητρός" και επίσης και εγώ και το όνομα μου δηλώνουμε επισήμως και με όση εντιμότητα δηλώσεων και προθέσεων μπορεί να έχει κανείς σε αυτό το χώρο, ότι αυτή είναι η μόνη θέση που θέλουμε να βρισκόμαστε και εγώ και το όνομα μου εννοώ, από τη πρώτη στιγμή και για όλες τις επόμενες που θα έρθουν.


Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Προσοχή το post περιέχει διαφημιστικό μήνυμα. Διαβάστε το!!!!


(Διότι εάν δεν παινέψεις το σπίτι σου, πως θα παινέψεις το ξένο;)

Το ανήψι μου -επιλεγόμενο και "αίμα μου"- (όπου "ανήψι μου και αίμα μου" αυτό που κρατάει αυτήν την γλύκυτατη αλλούτελα φιγούρα -δυστυχώς- που έτσι για να ξέρετε είναι ο Ερμής) ασχολείται εκτός των άλλων και με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Έτσι κατευθείαν από την παραγωγή, φρέσκο ολόφρεσκο βιβλιαράκι, μετά μουσικής παρακαλώ, με τάσεις επιμορφωτικάς πολλαπλών επιπέδων- αφού και διαβάζεται και χορεύεται- το τελευταίο πόνημα του και σε πρώτη παρουσίαση στο χώρο των blog παρακαλώ- εδώ μπαίνει το αρμόζον ταρατατζούμ: "Ταρατατζούμμμμμμ", το έβαλα- το εξασφαλίσαμε για σας και σας το παρουσιάζουμε:

Μια γιορτή στη γειτονιά του Ήλιου

της Ελένης Πιτσιδοπούλου

Εικονογράφηση: Γαρυφαλιά Λευθέρη

Εκδόσεις: ΠΛΑΝΗΤΑΡΙΟ Θεσσαλονίκης


Με φιλική συμμετοχή ο Χάρης Κατσιμίχας έγραψε τη μουσική για το «Το τραγούδι των πλανητών». Οι στίχοι - που τα παιδιά θα μάθουν αμέσως - λιτοί, ευχάριστοι αλλά και επιστημονικοί είναι γραμμένοι από τον φυσικό (M.Sc.) Σίμο Οικονομίδη. Η ενορχήστρωση του Δημήτρη Μπασλάμ δημιουργεί μια πραγματικά «διαστημική» ατμόσφαιρα.

περισσότερες πληροφορίες στο site του Πλανηταρίου Θεσσαλονίκης

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Καλημέρα


είμαστε καλά και το αυτό επιθυμούμε και δι' υμάς. Εάν εξαιρέσεις μια γαστρεντερίτιδα της ορίτζιναλ Νερίνας και ένα δεξί ραγισμένο χέρι -σε νάρθηκα με τις υπογραφές του, με τα όλα του- της Νάσιας, η ζωή στο σπίτι ακολουθεί τους συνηθισμένους της ρυθμούς. Οσονούπω ξεκινά και η παρασκευή -με μικρό "π"- των μελομακάρονων, δεχόμεθα δηλαδή ακόμα παραγγελίες και ενημερώνουμε ότι οι ήδη υπάρχουσες έχουν προσμετρηθεί στο τελικό αριθμό μελομακάρονων. Εάν μπορέσουμε να βρούμε και τα απαραίτητα για τη διανομή περιστέρια -τουτέστιν αρκετά μπρατσωμένα και χωρίς λιχούδικες τάσεις- θα τα παραλάβετε και εγκαίρως.

Όμορφη μέρα να έχουμε όλοι μας





Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα






Καλημέρα σε όλες/όλους

Το μπλογκ, ως συλλογικός εκφραστής της οικογένειας, φλέρταρε επ' ολίγον με την ιδέα να πέσει σε χειμερία νάρκη, ακολουθώντας τα εις το προηγούμενο ποστ αναρτηθέν θηλαστικό. Αλλά ένα που για άλλο λόγο αναρτήθηκε το συμπαθές τετράποδο, δύο που ως απεικόνιση εθεωρήθη μη αντιπροσωπευτική του λουκ μας - μετά από τόσο καιρό θα καταλάβατε φαντάζομαι από ποια -, τρία που έξω έχουμε 20 βαθμούς και είναι ακόμα 9:22 το πρωί, τέσσερα που δεν έχουμε πάει σούπερ μάρκετ να στοκάρουμε προμήθειες, γιατί όλα μας τα λεφτά τα έχουμε ξοδέψει, να θυμόμαστε και που καλά θα ήταν, πέντε που έσκασε μύτη το ασφαλιστικό και ως θηλαστικά και όχι και μηρυκαστικά, αισθανόμεθα υποχρεωμένοι να συμμετέχουμε στο γενικό κλίμα κινητοποιήσεων που αρχίζει να φουντώνει γύρω μας (λέμε τώρα), έξη που ο φορητός μου δεν τα έχει παίξει ακόμα, άρα ότι προλάβω να γράψω τώρα πρέπει να το γράψω και επτά που ανέλαβα να φτιάξω 2.570 μελομακάρονα για το χριστουγεννιάτικο παζάρι του σχολείου των κοριτσιών, μην τρομάζετε αυτή ήταν η καλύτερη επιλογή, η πριν από αυτήν ήταν να τραγουδήσω στην χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του σχολείου, τη μητρότητα μου μέσα επαναλαμβάνω, αποφάσισα να διακόψω τη νάρκη και να επιστρέψω.

Επ΄ευκαιρία εύχομαι στη Ζουζούνα να τα χιλιάσει τα ποστ, ευχαριστώ τη giagiaduck για τη πρόσκληση εις νέο μπλογκοπαίγνιο, το οποίο μόλις καταλάβω πως παίζεται θα το παίξω και στη Ραλλού μου περαστικά.

Για την ώρα την κάνω, πάω να αγοράσω αλεύρι για τα μελομακάρονα....

Όμορφη μέρα να έχουμε.......

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα

I Could Have Danced All Night



Ναι καλά το καταλάβατε: έβρεχε όλη τη νύχτα........

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα

το θυμάστε;



Ναι, καλά το καταλάβατε: Βρέχειιιιιι!!!!!!!!!!!!!!

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Μοναχά αναμονή

***(Συνεχίζω σήμερα, η Νερίνα όμως γεννήθηκε στις 10 Νοέμβρη στις 8:15 το πρωί)

«Να την», είπε ο Παντελής και την έβαλε στην αγκαλιά μου. Δεν είδα παιδί, είδα μοναχά δυο μάτια να με κοιτάνε και τότε κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου εύκολα. Δεν έβλεπα παιδί, έβλεπα μονάχα δυο τεράστια μαύρα μάτια, ένα πρόσωπο ολόκληρο από μόνα τους- να με κοιτάνε, όχι ερευνητικά, όχι φοβισμένα, όχι χαρούμενα, όχι λυπημένα, όχι αδιάφορα, όχι θυμωμένα, όχι, αγαπησιάρικα, όχι, όχι….. Ότι ένοιωθε αυτό το παιδί ήταν καλά κρυμμένο μέσα του και κατάλαβα ότι έπρεπε να κάνω πολύ δρόμο για να μου επιτρέψει να το μοιραστώ μαζί του. Ένα πράγμα μοναχά μου έλεγαν αυτά τα μάτια «αυτός είναι ο χώρος μου, δεν θα μπεις παρά μονάχα εάν σου επιτρέψω εγώ την είσοδο». Φευγαλέα, αλλά ένοιωσα αυτό που αργότερα θα ήταν ο κανόνας στη σχέση μας. Η Νερίνα με ξεπερνούσε. Οι εννιά μήνες στη κοιλιά μου είχαν επιτρέψει στο ιδιαίτερο μυαλό της να με αποδικωποιήσει, να αναπτύξει τις άμυνες απέναντι στο ρόλο μου ως μάνα της, να τον αμφισβητήσει, να απορρίψει όλα τα στερεότυπα που είχα φτιάξει για τις σχέσεις μας, να φτιάξει τους δικούς της κανόνες, να τους θωρακίσει και με το μυαλό και με το σώμα της και τώρα που επιτέλους «βλεπόμαστε» για πρώτη φορά, με μια μόνο ματιά της να μου τους κάνει όχι μονάχα διακριτούς αλλά και αδιαπραγμάτευτους. Όσο εγώ μοντάριζα τη ζωή της, όντας αυτή μέσα στη κοιλιά μου, αυτή αργά μα σταθερά την αποδομούσε και έφτιαχνε τη δική της.
Εκείνη βέβαια τη στιγμή δεν συνειδητοποίησα ότι το «παιχνίδι» ήταν χαμένο για μένα, γιατί ξαφνικά τρόμαξα. Περίμενα τόσο καιρό αυτό το παιδί, τόσο που είχα πειστεί ότι δεν θα ερχότανε ποτέ, την αγαπούσα από τη πρώτη στιγμή που σκέφθηκα ότι θα ήθελα να κάνω ένα παιδί. Ήρθε όταν είχα πειστεί ότι δεν θα τα κατάφερνα. Και όμως τρόμαξα από το πόσο την αγαπούσα, μάλλον από το πόσο ήμουν δικιά της. Για πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα μπροστά σε έναν άλλο άνθρωπο, που χωρίς να το ζητήσει και στη περίπτωση του συγκεκριμένου παιδιού, χωρίς να το θέλει καν, που ήμουνα απόλυτα υποταγμένη. Ότι και να γινότανε μεταξύ μας αυτή δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι να με πάρει και να με κάνει ότι θέλει. Και εδώ αγαπητέ μου αναγνώστα θα νομίζετε ότι έβαλα τα κλάματα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Εντάξει ισοπεδωμένη ήμουνα, αλλά κάποιες άμυνες ανασύρθηκαν από μέσα μου και όταν ο Παντελής με ρώτησε πως νοιώθω του είπα «θέλω να φύγω, τώρα». Η συνειδητοποίηση της απόλυτης παράδοσης όχι μόνο της καρδιάς μου αλλά και του μυαλού μου, για να είμαι ακριβής η εξαφάνιση της εγκεφαλικής θεώρησης των πραγμάτων που μέχρι τότε φίλτραρε τα πάντα στη συμπεριφορά μου, ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματά μου, η γνώση ότι για όλη την υπόλοιπη ζωή μου εγώ θα ζούσα και θα ανάπνεα μοναχά για αυτήν, ότι χωρίς αυτήν γύρω μου εγώ θα εξαφανιζόμουνα, με κατατρόμαξε και απόμεινα να τη κοιτάω και εγώ, με τα μάτια μου ορθάνοιχτα τρομαγμένα να κοιτάνε τα δικά της και τότε η κόρη μου για πρώτη φορά μου έδωσε ένα μικρό στοιχείο για να την πλησιάσω. Στα μάτια της έσκασε ένα σκανταλιάρικο γέλιο και ήταν σα να έλεγε «μην την κάνεις τώρα μόλις αρχίζει το γλέντι» και έβαλα τα γέλια. Το μωρό μου είχε πάρει τον ιδιότυπο τρόπο της μαμάς του να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της να εκφράζει τα συναισθήματά της.
Έχουν περάσει δέκα χρόνια. Η σχέση μας από την αρχή δεν ήταν εύκολη. Αυτά που φευγαλέα ένοιωσα όταν την πρωτοείδα, μου πήραν λίγο χρόνο για να τα συνειδητοποιήσω και ακόμα περισσότερο για να τα αποδεχθώ. Πάλεψα αρκετά για να την αλλάξω να την προσαρμόσω στην εικόνα. Αυτή πάλι δεν άλλαξε τίποτα, απλά σιγά σιγά και χρησιμοποιώντας με εκνευριστική δεινότητα κάθε καινούργιο όπλο που της δινότανε, φρόντιζε να τα κάνει ακόμα πιο τελεσίδικα αδιαπραγμάτευτα. Δε ξέρω τι λέει η ψυχολογία, δε ξέρω ένα γεννιόμαστε άγραφο χαρτί, η με κομμάτια της προσωπικότητας μας διαμορφωμένα από τη κοιλιά της μαμάς μας, ξέρω ότι το συγκεκριμένο παιδί, στα αρχειακά του θέματα μοιάζει να είναι καταληγμένο από εκείνη τη πρώτη μέρα που την πρωτοείδα στο μαιευτήριο.
Η σχέση μας δεν ήταν εύκολη. Ήθελα τόσο πολύ να είμαι η τέλεια μάνα και να έχω μια σχέση μαζί της σαν αυτές που έβλεπα να έχουν οι άλλες μάνες με τις κόρες τους, που το πάλεψα αλήθεια λέω το πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις. Μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησα, μάλλον η Νερίνα με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο ηλίθια φερόμουνα. Η Νερίνα όχι μόνο ήξερε τι ήθελε, αλλά έχοντας μελετήσει τα όπλα του αντιπάλου ήξερε και τι μάνα μπορούσα να είμαι. Και τότε κατάλαβα ότι εγώ δεν μπορούσα να είμαι μια τέτοια μάνα, δεν ήμουνα καλά ούτε εγώ ούτε αυτή. Φρενάραμε και οι δυο μας και κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά με διάθεση να διαπραγματευτούμε, όχι να βάλουμε τα μοντέλα μας σε συζήτηση, αλλά αποδεχθούμε η καθεμιά για τον εαυτό της τα όρια της και να βρούμε τους δρόμους που θα συναντηθούμε. Και τότε άρχισα για πρώτη φορά να την καταλαβαίνω αληθινά και να τη σέβομαι σαν «αντίπαλο», κάτι που η ίδια το είχε ήδη κάνει από την αρχή της κοινής ζωής μας. Κατάλαβα ότι η Νερίνα με ξεπερνούσε, ότι δεν είχε καμία λογική να προσπαθώ να μοντάρω τη ζωή της με βάση τα κοινά αποδεκτά πρότυπα- για τα οποία για να είμαστε ειλικρινείς ελάχιστο σεβασμό είχα δείξει εγώ στη δικιά μου ζωή- και ότι ήταν καιρός εμείς οι δύο να αρχίσουμε να περνάμε καλά. Είχα μπροστά μου ένα μικρό κορμάκι που ήταν φορτωμένο με μια ευλογία που με τη συμπεριφορά μου είχε αρχίσει να γίνεται «κατάρα» για αυτήν. Γιατί η Νερίνα είναι ολάκερη αυτό που λένε ένα «μυαλό». Δεν έχει να κάνει αυτό με τις ιδιαίτερες ικανότητες της να αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω της, για αυτήν μάλιστα στην αρχή, αυτή της η ικανότητα δεν ήταν παρά ένα ακόμα κομμάτι της που της έκανε τη ζωή πιο δύσκολη. Η Νερίνα πέρασε μια φάση που θεωρούσε ότι το μυαλό της ήταν το χειρότερο κομμάτι της. Χωρίς να κάνει τίποτα την έκανε διαφορετική. Όχι γιατί μονάχα την έκανε ξεχωριστή στο μικρόκοσμό της, αλλά γιατί αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει το μικρόκοσμό της. Ήθελε τόσο πολύ και αυτή να είναι κομμάτι του μικρόκοσμου της, αλλά όσο και εάν φαίνεται περίεργο δεν τον καταλάβαινε. Όταν ήταν μωρό γελούσε σπάνια και βαριότανε αφόρητα τα παιδικά τραγουδάκια. Μια μέρα ήταν τριών μηνών, κρατώντας την αγκαλιά και προσπαθώντας να την ηρεμήσω της είπα «ποιος έχει το πιο γκρινιάρικο παιδί;» Σταμάτησε το κλάμα και με κοίταξε. Τότε είπα «εγώ έχω το πιο γκρινιάρικο παιδί!!!!» και για πρώτη φορά ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Παιχνίδι που σε διάφορες παραλλαγές το συνεχίσαμε μέχρι που άρχισε να μιλάει και πάντα την έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Το κακό είναι ότι όλο αυτό το διάστημα που αυτή αναζητούσε τρόπο για να κατατάξει τον κόσμο γύρω της και να ενταχθεί σε αυτόν, εγώ είχα ήδη πέσει στη παγίδα της επιβεβαίωσης. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί χαλούσε την ενέργεια της προσπαθώντας να καταλάβει τους γύρω της. Τι στο καλό είχε να πει μαζί τους; Γιατί η γνώμη τους να είναι τόσο σημαντική για αυτήν; Προβολή και προσωπικές μου φιλοδοξίες θα πείτε και καλά θα κάνετε να το πείτε. Και για κακοποίηση ανηλίκου άνετα μπορείτε να με καταγγείλετε.
Και τότε η Νερίνα άφησε το σώμα της να μου πει όλα όσα αρνιόμουνα να καταλάβω και τότε κατάλαβα και φρέναρα και μαζί μου και αυτή.
Σήμερα η Νερίνα είναι ένα φυσιολογικό παιδί –για επίπεδα Νερίνας μιλάμε-. Τόσο φυσιολογική που σπάει νεύρα, καθότι ενίοτε γίνεται και χαζοχαρούμενο. Έχει αποδεχθεί τη δύναμη του μυαλού της και εγώ έχω αποδεχθεί ότι η διαχείριση της είναι δικό του θέμα. Όχι ότι συμφωνώ αλλά αυτή ξέρει, ή ελπίζω να ξέρει. Άλλωστε ένα πράγμα έμαθα ζώντας μαζί της. Αυτή παίρνει πάντα τις αποφάσεις για τη ζωή της. Κρατάω σα θετικό ότι κάποιες φορές όταν χρειάζεται να αποφασίσει για κάτι ζητάει και τη γνώμη μου και όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολλές φορές συμφωνούμε.
Δε μπορώ να ξεφύγω από τη παγίδα να «θαυμάζω» τη Νερίνα, να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να κάνει εάν αποφάσιζε να επικεντρωθεί στις ικανότητες της, ίσως φταίει το γεγονός ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι ήταν πάντα το απωθημένο μου, αλλά ίσως τελικά η Νερίνα να έχει δίκιο. Ίσως ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει και να ζήσει πραγματικά ελεύθερη, ζητούμενο της από πάντα, είναι η απελευθέρωση της από αυτό και η αποδοχή ότι δεν είναι παρά ένα ακόμα κομμάτι του εαυτού της, ίδιο και ισότιμο με όλα τα άλλα, που επιλέγει να το χρησιμοποιεί κατά βούληση για όσο θα νοιώθει ότι μια διαφορετική του αντιμετώπιση την κάνει δυστυχισμένη. Η αλήθεια είναι ότι εδώ και ένα χρόνο έχει αρχίσει, έστω και κάνοντας χιούμορ, όταν τη ρωτάμε "καλά πως το ήξερες αυτό;" όταν λέει κάτι και μας αφήνει άναυδους, να μας κοιτάει συγκαταβατικά και να λέει «μαμά είναι προφανές» για να συμπληρώσει μετά «άλλωστε είμαι ένα μικρός Αϊνστάιν με IQ μεγαλύτερο από το δικό σας» για να μας αποτελειώσει «με λίγα λόγια δεν έχω IQ φουντουκιού» και τότε ξεκαρδίζεται αυτή στα γέλια. Και μετά συνεχίζει τη ζωή της σα να μη συνέβη τίποτα.
Ξέρω ότι δεν έχει πραγματικά απελευθερωθεί από αυτό. Δε ξέρω εάν πραγματικά θα ήθελα να απελευθερωθεί από αυτό, ή εάν θα τα καταφέρει να συνεχίσει να το αγνοεί, γιατί υπάρχει ένα κομμάτι μέσα της –που αρκεί να δεις τα μάτια της για να το καταλάβεις- που συνεχίζει να της θυμίζει τη παρουσία του και τη δύναμή του, ότι ίσως απλά αναβάλλει για αργότερα τη στιγμή που θα αναγκαστεί να αναμετρηθεί μαζί του και φοβάμαι για το αποτέλεσμα. Αλλά στη τελική η ζωή είναι δική της και εγώ εάν θέλω να είμαι κομμάτι της πρέπει να αποδεχθώ το ρόλο που μετά από κοινή συμφωνία μου δόθηκε –λέμε τώρα-.
Δε μου είναι εύκολο να γράφω για τη Νερίνα, ίσως αυτό να είναι το πιο «αδύναμο» και ασυνάρτητο κείμενο που έγραψα ποτέ, αλλά έτσι είμαστε εγώ και η Νερίνα και η αλήθεια είναι ότι τη λέξη «όλα» στη δική της περίπτωση, στη δική μας περίπτωση, ποτέ δε θα συμπεριλαμβάνει όλα τα «όλα», κάνοντας μας άλλες φορές να θέλουμε να ταξιδεύουμε έτσι χωρίς χάρτη και προορισμό και άλλοτε να αναζητάμε αγωνιωδώς ένα χάρτη, που όμως στη δική μας περίπτωση πρέπει να τον χαράξουμε η κάθε μια για τον εαυτό της και μετά μαζί.
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από τη περσινή παρασκευή μελομακάρονων. Γιατί το μωρό μου λατρεύει να μαγειρεύει. Για την ακρίβεια είναι ο "τσελεμεντές" μου. Θυμάται ποσότητες υλικά και το τρόπο παρασκευής, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι έχει το "μάτι". Π.χ. αυτή αποφασίζει πότε μια ζύμη είναι η ενδεδειγμένη για ότι φτιάχνουμε ακόμα και εάν είναι η πρώτη φορά που τη φτιάχνουμε.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Η αναμονή


Πέρασαν εννιά μήνες. Έξη στο κρεβάτι διότι εμείς δεν ήμασταν αγαπητέ μου αναγνώστα ότι και ότι. Η Νερίνα φρόντισε από την αρχή να κάνει ορατά τα όρια, κόβοντας μας από την αρχή οποιαδήποτε δυνατότητα παρέμβασης στο τρόπο που θα ζήσει. Εμείς ακόμα και τώρα που ξέρουμε την πικρή αλήθεια συνεχίζουμε να ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Στο κάτω κάτω είμαστε γονείς εμείς, έχουμε άγρια ένστικτα; Γονείς είμαστε, έχουμε χαρτιά που το αποδεικνύουν, τώρα για ένστικτα και πόσο μάλλον άγρια, όποιος τα βρει να μας τα φέρει πίσω…
Έτσι να 'μαι στο κρεβάτι για εξήμισυ μήνες περίπου. Στην αρχή πανικοβλήθηκα. Για κάποιο περίεργο λόγο, ενώ όταν έμαθα ότι είμαι έγκυος τρόμαξα, βλέποντας το γεμάτο λαχτάρα βλέμμα του Τάσου όταν του το είπα, ένοιωσα ότι όλα θα πάνε καλά. Και για λίγο πήγαν. Μέχρι που στο δεύτερο υπέρηχο ο Πάνος μου είπε «ο πλακούντας είναι πολύ χαμηλά, σε θέλω κάτω μέχρι νεωτέρας» και συμφώνησε και ο γυναικολόγος μου. Τον ρώτησα εάν θα ζήσει. Μου είπε ότι χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Η υπομονή δεν υπήρξε ποτέ το στοιχείο μου και η επιμονή, μάλλον η πίστη μου ότι αυτή τη φορά θα τα κατάφερνα ως νεοαποκτηθείσα δεν μου άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Έξω με περίμενε η μαμά μου. Με ρώτησε τι μου είπε ο γιατρός και της είπα «εσύ τι φαντάζεσαι ότι μου είπε;». ήμουν θυμωμένη. Θυμωμένη με το Τάσο, θυμωμένη με τις οικογένειες μας που ήθελαν ένα παιδί, μα πάνω από όλους θυμωμένη με εμένα που επέτρεψα να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Έβαλα τα κλάματα, όταν είδα το Τάσο να έρχεται προς το μέρος μου. Δεν μπορούσα να τον περιμένω και είχα πάει μόνη μου στο γιατρό μου. Κάτι στο περπάτημα του μου φάνηκε περίεργο. Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε προς τα εμένα, αλλά μου έδινε την αίσθηση ότι περπατάει αντίθετα σε εμένα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι και όντας αντικειμενική, μάλλον ένα φόβο ότι θα τον αρχίσω στις σφαλιάρες τον είχε. Τότε λειτούργησα συναισθηματικά – οι ορμόνες βλέπετε - και του είπα «όλα θα πάνε καλά» σφίγγοντας τα χέρια μου μέσα στις τσέπες μου.
Το γεγονός παρέμενε. Έπρεπε να μείνω στο κρεβάτι χωρίς να ξέρω πόσο. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να μείνω ψύχραιμη για το καλό όλων μας. Τότε θυμήθηκα πως ξεπέρασε μια φίλη τη κατάθλιψη της, μετά από συμβουλή ενός δίχως αμφιβολία νοικοκύρη ψυχολόγου και πήρα ένα τεράστιο κέντημα –μετρητό παρακαλώ- που με βοήθησε να περάσω τους εννιά μήνες με σχετική λέμε ηρεμία. Λυπάμαι που το λέω αλλά το διάβασμα και η μουσική δεν βοηθούσαν καθόλου.
Κατά τα άλλα επέμενα ηλιθιωδώς να αγνοώ τα σημάδια που λέγανε ότι εγώ και το συγκεκριμένο παιδί δε θα είχαμε αυτό που λένε μια συμβατική σχέση μάνας κόρης, ή μάλλον μάνας πρώτου παιδιού ή τέλος πάντων μάνας παιδιού από καιρού Μήδειας μέχρι σήμερα. Και βέβαια δεν αντιλήφθηκα, η άφρων μάνα, ότι τα περί ελέγχου, διαπαιδαγώγησης και γιατί όχι χειραγώγησης του συγκεκριμένου παιδιού, στη καλύτερη περίπτωση ανάγονταν στη σφαίρα του μεταφυσικού και στη χειρότερη του αστείου μέχρι ξεσαλώματος. Όποτε η Νερίνα ένοιωθε πως πιεζότανε απλά την έκανε. Ούτε μιλούσε, ούτε λαλούσε, για την ακρίβεια ακούνητη και άντε εγώ να τρέχω ανεξάρτητα ώρας όπου προλάβαινα να βρω παλμογράφο να την ακούω για να ηρεμώ. Δε λάτρευε την επαφή με το πολύ κόσμο, για αυτό όταν βρισκόμουν κάπου με κόσμο χοροπηδούσε σα τρελή. Οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξε άψογη στο γάμο μας, ο οποίος έγινε όταν μπόρεσα να σηκωθώ και αφού είχα κλείσει πια τον έβδομο μήνα. Α, περάσαμε υπέροχα, γελάσαμε πολύ και η Νερίνα δεν έδειξε κανένα σημείο δυσανασχέτησης. Και γιατί να δυσανασχετήσει άλλωστε, αφού ήταν το κέντρο της τελετής. Αλλά και εγώ δε την ταλαιπώρησα ιδιαίτερα, μέχρι και τις γόβες έβγαλα στη μέση της τελετής και ευτυχώς που ο παπάς ήταν καλός άνθρωπος και περίμενε να τις φορέσω στο «Ησαϊα χόρευε». Θυμάμαι τη φωτογράφο να προσπαθεί να με φωτογραφήσει από γωνία που να μη φαίνεται η κοιλιά τόσο, αλλά γρήγορα παράτησε κάθε προσπάθεια, αφού και εγώ και ο καλός μου, μόνο φωτεινή επιγραφή δεν είχαμε βάλει πάνω από τη μικρή στρόγγυλη κοιλιά μου.
Μέχρι και τον όγδοο μήνα ήταν ένα μωρό με το κεφάλι κάτω. Είκοσι μέρες πριν γεννήσω η Νερίνα είχε ήδη κάνει μια μεγαλοπρεπή τούμπα και είχε σφηνώσει έτσι που τίποτα δεν έδειχνε ότι υπάρχει περίπτωση να γεννήσω φυσιολογικά. Κάπως έτσι αποκτήσαμε ημερομηνία. Δεκαπέντε μέρες πριν περίπου από την τελευταία ημερομηνία εάν γεννούσα με φυσιολογικό τοκετό. «Δευτέρα, είπα στο Παντελή, δε το συζητάω». «Ωραία, μου είπε, Δευτέρα 10 Νοέμβρη». Χάρηκα. Μου φάνηκε σημαδιακό. 10 Φλεβάρη γεννήθηκε η μαμά μου, 10 Γενάρη εγώ και 10 Νοέμβρη αυτή. Στις 22 Οκτώβρη το πρωί είχα συνεννοηθεί με το Πάνο –ο προσωπικός μου ακτινολόγος και κολλητός, υπεύθυνος για όλη την εγκυμοσύνη μου- για ένα ακόμα υπέρηχο. Πήγαμε πρωί, όταν χτύπησε το κινητό του Τάσου. Η μητέρα του είχε πεθάνει. Πήρε το πατέρα μου για να έρθει να με πάρει και έφυγε. Γύρισα σπίτι. Η Νερίνα ήταν ήρεμη, αλλά δεν ανησυχούσα. Ψιλόβρεχε μια όμορφη φθινοπωριάτικη βροχή, από εκείνη που μαντεύεις το ουράνιο τόξο πίσω από τα σύννεφα. Πέρασα τη μέρα σπίτι φροντίζοντας την τελευταία ανιψιά μου, μόλις δυόμιση μηνών για να μπορέσει η μητέρα της να μείνει στο πατρικό σπίτι. Η Νερίνα συνέχιζε να είναι ήρεμη, οι γύρω μου και ο Τάσος προσπαθούσαν να με κρατήσουν μακριά. Το απόγευμα η Νερίνα ήταν ανήσυχη, ή έτσι την ένοιωθα εγώ. Άφησα τη μικρή στη μάνα της και πήγα στο πατρικό του Τάσου. Η μαμά μου και η θεία του βάλανε τις φωνές. «Τι θέλεις εδώ, δε κάνει να στενοχωρηθείς», αλλά μόλις μίλησα με το Τάσο η Νερίνα ηρέμησε. Έτσι μείναμε μέχρι το βράδυ μαζί του και γυρίσαμε μαζί στο σπίτι μας να συνεχίσουμε το μπέιμπι σίτινγκ στην ανιψιά μου. Μέχρι σήμερα η Νερίνα δε μπορεί να κοιμηθεί εάν ο πατέρας της δεν είναι κάπου γύρω της. Άλλος ένας κανόνας της είχε μπει και εμείς παρόλα αυτά συνεχίζαμε ηλιθιωδώς να διαβάζουμε βιβλία σχετικά με τη διαπαιδαγώγηση μωρών, να κάνουμε διαφωτιστικές κουβέντες με γονείς, να συλλέγουμε κάθε πιθανή πληροφορία μέχρι που πια ήμασταν σίγουροι ότι όχι μόνο τα είχαμε προβλέψει όλα, αλλά ότι τα είχαμε και όλα υπό έλεγχο.
Όλα; Ας μην είμαστε αχάριστοι αγαπητέ μου αναγνώστα. Γιατί με τον καιρό η λέξη «όλα» συνέχισε να μην τα περιλαμβάνει «όλα» τα «όλα».
Με αυτά και με αυτά ο μήνας είχε πάει εννιά η επόμενη μέρα ήταν Δευτέρα, 10 του Νοέμβρη και σύμφωνα με το πρόγραμμα είχε έρθει η ώρα εμείς και η Νερίνα να γνωριστούμε…………
Συνεχίζεται

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Αυτό σίγουρα δεν είναι κόκερ







«Ένα σκυλί, ένα κόκερ σπάνιελ, κανελί, αρσενικό». Η αμηχανία για να διαχειριστώ άτομα του φύλλου μου είχε προεκταθεί και στα φύλλα των άλλων ειδών. Έτσι κι αλλιώς εκτός από τη γάτα μου την Άτσα όλως περιέργως μόνο αρσενικά ζώα είχαν υπάρξει στη ζωή μου. Α και τη Λούση το γκριφονάκι μου, το τελευταίο ζώο που είχα. Μετά από το θάνατο της είχα αποφασίσει ότι δε θα ξαναπάρω ζώο. Και όχι μόνο.


Τρία χρόνια μετά, λίγο μετά τις 10 Αυγούστου, είμαι με το καλό μου σε ένα εκκλησάκι πάνω σε μια γκρεμίλα στην άκρη της Καραθώνας, με τη ζωή μου να έχει αλλάξει τελείως μορφή. Αποφασίζουμε να παντρευτούμε και εγώ –κατά τη προσφιλή πρακτική μου που συνοψίζεται στο γνωστό «οι καλοί λογαριασμοί ότι και να γίνει παραμένουν καλοί λογαριασμοί και με εμένα δεν έχουν και άλλη επιλογή»- ξεκαθαρίζω τη θέση μου. «Ναι θέλω να σε παντρευτώ, αλλά δεν πρόκειται να κάνουμε παιδιά. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά, μάλλον δε θέλω να ξαναπεράσω την ίδια ιστορία αναμονής ενός παιδιού που την κάνει από την εικόνα και εγώ να μη μπορώ να το πείσω να μείνει». Βλέπω στο χαμόγελο του την απογοήτευση. Με προσποιητά χαρούμενη φωνή μου λέει, «μα δεν με νοιάζει έχω αρκετά ανίψια για να παίζουμε, εμείς θα ταξιδεύουμε και στα κενά διαστήματα θα κάνουμε μπέιμπι σίτινγκ στους ταλαίπωρους γονείς. Δεν χρειάζομαι παιδιά, εγώ με εσένα θέλω να ζήσω».

Εκεί είναι που ζήτησα το κόκερ. Ήξερα ότι έζησε όλη του τη ζωή με σκυλιά και εγώ ένοιωθα ότι δεν θα ολοκληρωνότανε η στροφή στη ζωή μου εάν δεν αποκτούσα ξανά ένα σκυλί. Μόνο έτσι θα είχα «θεραπευτεί» εντελώς. Και έτσι είπα : «Ένα σκυλί, ένα κόκερ σπάνιελ, κανελί, αρσενικό».
Το απόγευμα μου είπε ότι είχε περάσει από τον κτηνίατρο μας και του είπε ότι σε λίγο καιρό περίμενε μια γέννα και θα μας ειδοποιούσε.
Όλα έμοιαζαν να έχουν τακτοποιηθεί. Ο γάμος μας είχε αποφασισθεί, ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνω –έτσι για να κλείσω και το τελευταίο παράθυρο- είχε και αυτό κανονισθεί και μάλιστα θα πηγαίναμε μαζί, το θέμα των παιδιών είχε ρυθμιστεί, το σκυλί μας για την ώρα μεγάλωνε προστατευμένο στη μήτρα της μαμάς του και όλα μοιάζανε να μην μπορούν να αλλάξουν. Ακόμα και οι παραδοσιακές φοβίες και ανασφάλειες μου είχαν εξαφανιστεί. Όλα για πρώτη φορά στη ζωή μου έμοιαζαν να είναι απόλυτα ελεγχόμενα και πάνω από όλα ασφαλή και συνάμα ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έμοιαζα να έχω ΕΓΩ τον απόλυτο έλεγχο πάνω της.
Όλα ; Ας μην είμαστε αχάριστοι αγαπητέ μου αναγνώστα. Γιατί με τον καιρό η λέξη «όλα» άρχισε να μην τα περιλαμβάνει «όλα» τα «όλα».
Έξη μήνες μετά είμαι στο γραφείο. Κοιτάζω ένα τσιγάρο και προσπαθώ να αποφασίσω εάν θα το καπνίσω ή όχι. Ο Τάσος στο πίσω γραφείο μοιάζει να είναι απασχολημένος με κάτι, αλλά εγώ νοιώθω το βλέμμα του, αμήχανο και φοβισμένο.
Ένα αυτοκίνητο σταματάει έξω από το γραφείο και κάποιος φωνάζει «Τάσο». «Σε φωνάζουν» λέω, ενώ ταυτόχρονα σηκώνω το τηλέφωνο που χτυπάει. Ο Τάσος βγαίνει έξω, για να μπει μετά από λίγο χαρούμενος. «Ήταν ο κτηνίατρος, μου λέει, επιτέλους βρήκε κόκερ έτσι όπως το ήθελες, όποτε θέλουμε μπορούμε να πάμε να το πάρουμε».
«Δεν θα το πάρουμε, ήταν η Δήμητρα, θα κάνουμε δικό μας. Είμαι έγκυος» του λέω και εκεί αγαπητέ μου αναγνώστα σου ορκίζομαι ότι άκουσα το Θεό να γελάει…..
Υ.Γ. Εκείνο το τσιγάρο που λέγαμε δε το κάπνισα τελικά…


Συνεχίζεται

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Μπλογκοπαίγνιον


Αγαπητοί ανθεκτικοί αναγνώστες αυτού του blog, ήρθε η ώρα να μοιραστώ μαζί σας ένα νεανικό μου αμάρτημα. Εγώ έγραφα ποίηση. Όχι μη τρομάζετε, δε πρόκειται να δημοσιεύσω ποιήματα μου και δε γράφω ποιήματα εδώ και πάρα πάρα πολλά χρόνια. Ας είναι καλά ο Μαγιακόφσκι. Τον διάβασα (σε μετάφραση Ρίτσου, είναι σημαντικό αυτό) και έφαγα τα ποιήματά μου. Δηλαδή τα έφαγε το μαύρο χώμα και το τετράδιο με το χοντρό κίτρινο εξώφυλλο, που μέσα του υπήρχαν όλα τα νεανικά μου αμαρτήματα, εξαφανίστηκε μαζί με το τέλειο καφέ σορτσάκι, που υπαινικτικά έχω αναφέρει σε προηγούμενο ποστ (το έχουμε ξαναπεί, διαβάζουμε και τα προηγούμενα, έτσι για να διατηρούμε τη συνέχεια και τη συνοχή όσων γράφονται εδώ μέσα, λέμε τώρα, έτσι δηλαδή για να μη λέτε ότι φταίω εγώ, που όποιος καινούργιος μπαίνει βγαίνει τρέχοντας, κάνοντας συντρίμμια τα όνειρα μου για μια μεγάλη καριέρα στο χώρο της μπλογκόσφαιρας, αλλά που θα μου πάει, δε θα φτιάξω εγώ το τέλειο κέικ λεμονιού; θα το φτιάξω και τότε θα δώσω τη συνταγή και στη γιαγιά ντακ, που την έχει ζητήσει εδώ και καιρό και με βλέπω εάν συνεχίσω με αυτό το ρυθμό όταν τη βρω να τη φτιάχνει με ξυνό. Άσχετο το θυμάστε το ξυνό -για τις παλιές το λέω- που το χρησιμοποιήσουν παλιά οι νοικοκυρές αντί για λεμόνι. Ακριβώς δε ξέρω τι ήταν, η γιαγιά μου δε το χρησιμοποιούσε και κάθε φορά που τη ρωτούσα τι είναι το ξυνό, μου έλεγε "σαν το λεμονάκι του θεού παιδί μου δεν υπάρχει τίποτα άλλο". Βέβαια αυτή της η απάντηση υπήρξε η αφορμή για ένα ακόμα υπαρξιακό δίλημμα που με ταλανίζει μέχρι σήμερα, γιατί εάν δεν υπάρχει τίποτα άλλο -σκεφτόμουνα η φιλοσοφημένη παιδούλα- τότε πως υπάρχει το ξυνό; Η ερώτηση παραμένει αναπάντητη μέχρι σήμερα, γιατί εκεί που νόμιζα ότι είχε απαντηθεί με την εξαφάνιση του ξυνού από την αγορά, τελευταία σεργιανώντας -για την ακρίβεια γουγλίζοντας που λέει και η Μαριλένα (-*)- ανακάλυψα ότι το ξυνό όχι μόνο υπάρχει ακόμα σε πείσμα των λεμονιών αλλά και της η γιαγιάς μου η οποία πρόλαβε και έφυγε και έτσι δεν είδε ποτέ την επιβίωση του ξυνού στο διηνεκές, που όσο και να πεις θα ήταν μια μεγάλη απογοήτευση για αυτήν. Και εδώ κλείνει η παρένθεση, άντε να βρω το θέμα).

Τέλος πάντων διάβασα Μαγιακόφσκι και κατάλαβα ότι εγώ θα ήθελα να ήμουν αυτός. Από τη μια αντικειμενικά δε μπορούσα να είμαι αυτός, από την άλλη μου αρέσει το κρύο, αλλά όχι τόσο που να περάσω τα χρόνια μου στις στέπες και έτσι αποχαιρέτησα με παρρησία (και με ανακούφιση) τον κόσμο της ποίησης και έκτοτε δε ξανάγραψα ποτέ τίποτα.

Θα μου πείτε τώρα "καλό και σεβαστό κυρά μου να λες το πόνο σου, αλλά γιατί;» Γιατί το έχω προσέξει αγαπητοί μου αναγνώστες -και αυτό είναι για μένα και η γοητεία των blog - τις περισσότερες φορές, όταν διαβάζω κάτι στα blog, μου γεννιέται ένα "γιατί;" και όταν μου γεννιέται αυτό το "γιατί;" μετά έρχεται και το τι θα διαβάσω παρά κάτω και κάθε φορά που γίνεται αυτό, κάθε φορά που το γιατί μου ενώνεται με το πριν και το μετά του μπλόγκερ κάτι όμορφο σκάει μύτη από τη γωνία. Και στη τελική εγώ έτσι διαλέγω τα blog που διαβάζω.

Η αιτία για να γραφεί αυτό το ποστάκιον ήταν η πρόσκληση από τη Γιώτα για ένα παιχνίδι που παίζεται στην άλλη πλευρά της μπλογκόσφαιρας και πάνω κάτω λέει: "εάν δεν ήσασταν ο μπλόγκερ που είσαστε ποιος θα θέλατε να είσαστε;". Ελπίζω να έγινα κατανοητή.

Απαντώντας λοιπόν:
Εάν δεν ήμουν η μπλόγκερ που είμαι, θα ήθελα να είμαι η Αταλάντη, ο μικρός αγαπημένος μου αυτοκρατορικός πιγκουΐνος. Έτσι σαν αυτόν, τη βλέπω να παλεύει εγκλωβισμένη μα και απελευθερωμένη ταυτόχρονα, προσπαθώντας άλλοτε να σπάσει και άλλοτε να συντηρήσει το πάγο που κρατάει τα μυστικά της τέχνης της μα και του υπέροχου μυαλού της.
Αυτά και άλλα δεν έχω και όποιος θέλει συνεχίζει……...


Υ.Γ. Γιατί με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό που μου έλειπε δεν ήταν το ταλέντο -ναι είμαι μετριόφρων ως άτομο το άτομο- αλλά το πάθος και πάνω από όλα η αφοσίωση. A και η ανικανότητα μου να μοιραστώ ή να αφήσω σε κοινή θέα τα κομμάτια μου, μα πάνω από όλα το σπαραγμό μου. Για αυτό όταν διαβάζω παιδιά σαν την Αταλάντη, ζηλεύω τόσο που σχεδόν μου έρχεται να αρχίσω να ξαναγράφω ποιήματα. Αλλά τότε έρχεται στο κεφάλι μου, σα παιδικό τραγουδάκι, το σύγνεφο με παντελόνια και κατεβαίνω γρήγορα γρήγορα από το δικό μου σύννεφο πριν γκρεμοτσακιστώ.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Αίνιγμα


Το πήρα το μεσημέρι (χάρη μου κάνανε), το τελείωσα πριν λίγο. Τι είναι;

Τώρα το πήρε η Νάσια. Με βάση το προγραμματισμό της σε 662 ημέρες θα το έχει τελειώσει.

Η Νερίνα πήγε σε πάρτυ και ζήτησε περίληψη.

Ο καλός μου κάνει λίστες ανταλλαγμάτων (αφού αυτός μου το έφερε σπίτι)

Εγώ πάλι πέρασα ένα από τα καλύτερα απογεύματα του χρόνου ....

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους μας




Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

H άλλη πλευρά



Εγώ έχω ένα γάτο -είναι φοβερό πόσα πράγματα ξεκίνησαν από το Μαντού το γάτο μας τελικά-, εξαιτίας αυτού του γάτου, άντε -για να είμαι και ειλικρινής- ο χρόνος μου το επέτρεπε κιόλας, βρέθηκα σε ένα φόρουμ για γάτες, γιατί είχα μεν την εμπειρία χρόνων με γάτες, αλλά όσο μεγαλώνω νοιώθω όλο και περισσότερο την ανάγκη να απευθύνομαι σε ειδικούς, αφήνοντας το ένστικτο και την προηγούμενη εμπειρία μου σε δεύτερη μοίρα.

Εκεί λοιπόν γνώρισα τη Γιώτα. Στην αρχή μου άρεσε το άβαταρ της. Είναι αυτό που λένε ότι η πρώτη εντύπωση είναι αυτό που μετράει. Ένας περσικός γάτος πορτοκαλομπέζ ξαπλωμένος σε ένα πορτοκαλί ριχτάρι, ή κάτι τέτοιο, έτσι που να μη ξεχωρίζεις που "τελειώνει" ο γάτος και αρχίζει το ριχτάρι. Ένας ευτυχισμένος γάτος που άκουγε στο αναμενόμενο όνομα "Πέρσης". Μου άρεσε ο Πέρσης, μου άρεσε το ριχτάρι, μου άρεσε η Γιώτα.

Για κάποιο λόγο όταν τη σκέφτομαι, γιατί δεν έχουμε γνωριστεί, τη φαντάζομαι και αυτή σαν κομμάτι της εικόνας και συγκεκριμένα ένοιωθα ότι αυτή ήταν το πορτοκαλί ριχτάρι της οικογένειας της. Και μετά από ένα σχεδόν χρόνο που μιλάμε εξακολουθώ να νοιώθω το ίδιο. Παρόλο που η ίδια στο προφίλ του blog της ορίζει τον εαυτό της σαν "νοικοκυρά σε επίγνωση ή σε απόγνωση" με κεντρικό μοτίβο το "να σαλτάρω ή να σαλπάρω", ανήκει σε εκείνη τη κατηγορία ανθρώπων που ο μόνος λόγος που μπορεί να τους κάνει να σαλτάρουν είναι για να σαλπάρουν κυβερνώντας αυτοί το πλεούμενο.

Μέχρι τώρα "ταξίδευε" στα νερά του pathfinder και συγκεκριμένα στο διπλής όψης blog της, που εκτελεί χρέη καφενείου αλλά και πειρατικού, όπου σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να γίνει στέκι αλλά και μεταφορικό μέσο πολλών του χώρου της, επιβεβαιώνοντας μου την άποψη ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να αντισταθεί στη ζεστασιά της αλήθειας κάποιου.

Εδώ και λίγες ημέρες έφτιαξε ένα εξοχικό στην άλλη πλευρά, εδώ στο blogger, φέρνοντας λίγο από το πορτοκαλί της και στη δικιά μας πλευρά. Ως κάτοικος αυτής της επαρχίας της εύχομαι "καλά ταξίδια" και στα νερά μας.

Y.Γ. Κυρίες και κύριοι στη φωτογραφία σε παγκόσμια "δεύτερη" (στο χώρο του blogger εννοώ) ο ΠΕΡΣΗΣ !!!!!

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Η 1η μου κούπα


Αργώ, αλλά το έχω ξαναπεί τα χρέη στο bloging πρέπει να πληρώνονται.

Έτσι το νατασσάκι, το ζήτησε και εγώ καθυστερημένα όπως πάντα ανταποκρίνομαι.

Σκηνή 1η

(σαράντα χρόνια πριν)

Εγώ: Όχι δε το πίνω !!!!!

Μάμα (τι ποια μαμά; η δικιά μου μαμά!): Θα το πιείς

Εγώ: Δεν το πίνω !!!!

Μαμά: Πάμε στοίχημα;

Εγώ: .......... (έχω σφαλίσει το στόμα μου και δεν το ανοίγω ή έτσι τουλάχιστον νομίζω η αισιόδοξος κόρη)

Μαμά: Τώρα!!!!

Εγώ: .................

Μαμά: Τώρα είπα, θα αργήσεις και θα φύγει το σχολικό και μετά να δούμε τι θα πεις στο Δημητράκη (όπου Δημητράκης ένας εκ των διευθυντών του σχολείου μου. Ένα σχολείο φύλακα του τρίπτυχου "πατρίς θρησκεία οικογένεια" συμπληρούμενου με το "όποιος αργεί στη προσευχή την έχει άσχημα, μα ποοοοοοοολύ άσχημα")

Εγώ: .............

Μαμά: Τελευταία σου ευκαιρία, μετά θα έχεις πρόβλημα...

Πίσω από τη μαμά μου ξεπροβάλλει η γιαγιά μου κρατώντας στο χέρι της το "μυστικό μας όπλο" και αρχίζει η γνωστή παντομίμα πίσω από τη πλάτη της μαμάς μου. Πάνω κάτω λέει με τις κινήσεις της "πιες το και σε περιμένει αυτό"

Πειθαρχημένα άνοιγα το στόμα μου και κατάπινα με τη μία το γάλα μου, κλείνοντας όμως τη μύτη μου. Η μαμά μου έφευγε ικανοποιημένη για τη δουλειά της νικήτρια σε μια ακόμα μάχη μαζί μου, αφήνοντας στη γιαγιά μου τα υπόλοιπα (δόντια, ντύσιμο και σχολικό).

Γιαγιά: Γρήγορα κρύωσε, σήμερα το παρατράβηξες και θα αργήσεις και στο σχολείο. Έλα στη κουζίνα.

Τρέχοντας πήγαινα στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι το φλυτζάνι του καφέ της γιαγιάς μου -άχνιζε ακόμα- και δίπλα του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου για όλη τη παιδική μου ηλικία, το αντίδοτο στην στυφή γεύση του γάλακτος, ο μόνος σοβαρός λόγος για να ξυπνήσει κανείς το πρωί ακόμα και εάν μετά έπρεπε να πάει σχολείο, το ΜΠΡΙΚΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ, με το υπόλοιπο του καφέ που για μια ακόμα μέρα και εντελώς τυχαία δε χώρεσε στο φλυτζάνι της γιαγιάς μου. Δίπλα του μια φρυγανιά, έτσι για να εξαφανιστεί οποιαδήποτε υπόνοια γαλακτοκομικού στον ουρανίσκο μου -γιατί εκτός από το μαρτύριο του γάλακτος περνούσα κάθε πρωί και το μαρτύριο της φέτας με βούτυρο με μέλι- και βέβαια το συμπλήρωμα ενός σωστού καφέ, ένα ποτήρι νερό. Η ιεροτελεστία πάντα η ίδια. Πρώτα πίναμε τον καφέ, μη φανταστείτε ούτε ένα κουταλάκι δεν ήταν, μετά έριχνα λίγο νερό και έτρωγα τη φρυγανιά μου και στο τέλος έριχνα και το υπόλοιπο νερό και με τη μια έπινα ακόμα και τη παραμικρότερη υποψία καφέ από τη κούπα, - συγνώμη από το μπρίκι.

Και μετά έτρεχα στο μπάνιο για να πλύνω τα δόντια μου, αφού πρώτα θαύμαζα για λίγο το υπέροχο καφετί μουστάκι που είχα αποκτήσει, ευχαριστώντας το θεό που η μαμά μου έφευγε πριν από μένα για τη δουλειά της.

Μα κάθε πρωί, μέχρι σήμερα.......

Σκηνή 2η
(τριάντα τόσα χρόνια μετά, στο σπίτι της μαμάς μου απόγευμα)

Μαμά (ναι η δικιά μου πάλι): Γρήγορα θα ξυπνήσει η μάνα σου και ποιος την ακούει...

Νερίνα: Της Νάσιας έχει παραπάνω από το δικό μου.

Νάσια: Εγώ πίνω σε κούπα για αυτό. Εσύ ήθελες να το πιεις όπως στο έφτιαξε η γιαγιά και διάλεξες το μπρίκι.

Σιγά σιγά σηκώνομαι και πάω στη κουζίνα. Στέκομαι στη πόρτα και αυστηρά λέω: "τι γίνεται εδώ;"

Η Νάσια και η Νερίνα με μια γρήγορη κίνηση εξαφανίζουν όλα τα πειστήρια του εγκλήματος. Όλα; Όχι όλα. Με κοιτάνε με αθώα ματάκια ενώ δυο καφετιά μουστάκια στολίζουν τις φατσούλες τους.

Η μαμά μου βάζει τα γέλια και μαζί της γελάω και εγώ.

Ναι η εκδίκηση στο σπίτι μας μπορεί να αργεί αλλά έχει πολλές γεύσεις, ακόμα και αυτή του ελληνικού καφέ.

Υ.Γ. Για τη συνέχεια κάποια που "γνώρισα" τώρα τελευταία: η Μαριλένα (του Ανάργυρου & του Ρίκου), εάν βέβαια θέλει.....

Πρωινό ξύπνημα


Μια καλημέρα και μια συγνώμη με το μόνο τρόπο που έχω για να τη πω εδώ μέσα. Η μουσική αμυντική δαπάνη για σήμερα.....



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα


Καλημέρα σας παιδιά.......

Η μία όψη μιας φθινοπωρινής βροχής είναι αυτή οριοθετεί την αρχή μιας εποχής, η άλλη όψη μιας φθινοπωρινής βροχής είναι αυτή που δίνει μια νέα διάσταση σε μια ήδη εκτός ορίων τραγωδία.

Και εγώ στη μέση να προσπαθώ να φέρω το αυτονόητο στα σωστά του μέτρα.


Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα




Καλημέρα σε όλες/όλους σας. Νομίζω ότι είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο μπλοκ το παλεύει ακόμα. Ναι Ραλλού μου, ναι Just εγώ φταίω που το καλοκαίρι δε λέει να μας εγκαταλείψει ακόμα......

Υ.Γ. Και ναι καλά το καταλάβατε: βαριέμαι να "κατεβάσω" τα χειμωνιάτικα" !!!!!!!

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

sincerely, Me



Its four in the morning, the end of December

I΄m writing you now just to see if you're better

New York is cold, but I like where I'm living

There΄s music on Clinton Street all through the evening.

I hear that you΄re building your little house deep in the desert

You're living for nothing now,

I hope you're keeping some kind of record.

Yes, and Jane came by with a lock of your hair

She said that you gave it to her

That night that you planned to go clear

Did you ever go clear?

Ah, the last time we saw you you looked so much older

Your famous blue raincoat was torn at the shoulder

Youd been to the station to meet every train

And you came home without Lili Marlene

And you treated my woman to a flake of your life

And when she came back she was nobody's wife.

Well I see you there with the rose in your teeth

One more thin gypsy thief

Well I see Jane's awake --

She sends her regards.

And what can I tell you my brother, my killer

What can I possibly say?

I guess that I miss you, I guess I forgive you

Im glad you stood in my way.

If you ever come by here, for Jane or for me

Your enemy is sleeping, and his woman is free.

Yes, and thanks, for the trouble you took from her eyes

I thought it was there for good so I never tried.

And Jane came by with a lock of your hair

She said that you gave it to her

That night that you planned to go clear

-- sincerely, L. Cohen

Leonard Cohen - Famous Blue Raincoat

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

H καλή τρομοκράτισσα


Κάτι είναι και αυτό.

Ο tempora , Ο mores


Και εκεί που λες "τα είδα όλα για απόψε" έρχεται αυτό και σε αποτελειώνει.



(Πίσσα και πούπουλα που έλεγε και η γιαγιά μου)



Υ.Γ. Να δείτε που θα αρχίσω να νοσταλγώ τη μαυρόασπρη περίοδο του αναπληρωματικού φορητού του φορητού μου...




Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

ένα Macbook, μια πρέσα και μια lemon pie




Το τελευταίο καιρό το συγκεκριμένο ιστολόγιο (το έβαλα έτσι γιατί βαριέμαι να αλλάζω συνέχεια γλώσσα) περνάει δύσκολες ώρες. Κάτι που άλλο ένα καλοκαίρι την έκανε με εμένα απούσα, κάτι που ανοίξανε τα σχολεία, με τα παιδιά να συνεχίζουν να θεωρούν ότι δεν ανοίξανε και ότι κάθε πρωί δεν πάνε σχολείο αλλά στη παιδική χαρά, κάτι που στη ζωή της Νάσιας μπήκε η ιστορία (καλά τι έχω ακούσει δε λέγεται: Τι ότι οι θεοί πίνανε κοκτέιλ, τι ότι την Αμφιτρίτη μπορείς να την πεις και Αμφιπέμπτη και Αμφιπαρασκευή να σας πω, τι ότι εάν της έπεφτε το κέρατο της συμπαθούς κατσικούλας Αμάλθειας στα χέρια θα ζήταγε να είναι όλη η οικογένεια της καλά καθώς επίσης και μια βίλλα με πισίνα και τσακούζι (παρένθεση: εδώ φώναξε ¨μαμά με τι "ι" γράφεται το τσακούζι;", σε μια πρόταση που μόνο το "καλά" διεκδικούσε μια αξιοπρεπή παρουσία), τι κάθε τρεις και λίγο πρέπει να απαντάω στις ίδιες ερωτήσεις του στυλ (εδώ αναγκαστικά αλλάζω γλώσσα) "bonjour mama, comment ça va?" ή "moi je m'appelle Nadja, et toi?" και διάφορα άλλα πάντα σε γαλλικά, καθότι το μωρό μου δήλωσε ότι φέτος θα μάθει Γαλλικά, γιατί θέλει να διαβάσει όσο το δυνατό συντομότερο τη ΝΑΝΤΙΑ στα Γαλλικά (όσο και να πεις γλυτώνει το πρόλογο, με τον οποίο να μην παρεξηγιόμαστε δεν έχω κανένα πρόβλημα), τι μελετάμε το ζωικό βασίλειο για να βρούμε πόσα πόδια έχει το κάθε είδος ώστε να λύσουμε πραγματικά εμπνευσμένα μαθηματικά προβλήματα του στυλ ¨πόσα πόδια έχουν τρεις μέλισσες ή 7 χελώνες ή 9 αράχνες, ή 4 χταπόδια", τι πλακώνομαι καθημερινά με τη Νερίνα για να καταλάβει ότι οι Ρωμαίοι δεν βάλανε τους Έλληνες να τσακώνονται και δεν είναι αυτό το "διαίρει και βασίλευε", άσε που είναι πια κάτι παραπάνω από προφανές, η μεγάλη μου η κόρη μπαίνει και επίσημα στη προεφηβεία, άσχετα εάν εγώ υποστηρίζω ότι από τη μέρα που γεννήθηκε περνάει εφηβεία και όσο και εάν με πονάει αυτό, οφείλω να το παραδεχτώ, το μωρό μου (το μεγάλο) με "γράφει" δόξα και τιμή και με την επιστήμη σύμμαχό της, τι έχω σταματήσει τα sudoku μιας και το πρόγραμμα των εξωσχολικών δραστηριοτήτων τους πια μόνο με αντίστοιχα καλοκαιρινών φεστιβάλ επαρχιακών πόλεων μπορεί να συγκριθεί, τι ο έρμος ο πατέρας μου περνάει τα απογεύματα του μεταξύ αγγλικών, γαλλικών, μπαλέτου, πιάνου θεωρία, πιάνου σολφεζ, πιάνο σκέτο ευτυχώς κάνουν σπίτι, κομπιούτερ, τένις και όλα αυτά εκτός των αγγλικών και του κομπιούτερ επί δύο, τι ο καλός μου με το ζόρι κρατιέται, καθότι η ιδιότητα του το απαγορεύει, να πιάσει και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη δουλειά, τι.......

Και μέσα σε όλα αυτά τα σκασμένα μου εξαντλημένα, διαλυμένα, μισοδιαβασμένα, μισοκοιμισμένα να θέλουν να δουν και τηλεόραση. Για να μη θυμηθώ ότι η Νάσια θέλει να της αγοράσουμε στολή γοργόνας για να κολυμπάει στη θάλασσα, άσε που θεωρεί ότι έτσι θα τη συμπαθήσουν και οι φώκιες. Τι που τις βρήκαμε τις φώκιες; Είπαμε του χρόνου το καλοκαίρι (όποιος βρει το καλοκαίρι μου του '07 να μου το επιστρέψει πάραυτα) να τις πάμε Αλόννησο και το έδεσε. Τώρα εσείς νομίζετε ότι θα της περάσει ή ότι δεν θα βρει στολή γοργόνας. Αγαθοί μου αναγνώστες. Μιλάμε για άτομο που μέχρι δύο χρονών για να μπει στη θάλασσα απαιτούσε να σκουπίσουμε την άμμο. Τώρα πια όταν έχει κύμα στέκεται στην άκρη και αρχίζει τα μπινελίκια για να σταματήσει το κύμα. Δεν θα το πιστέψετε αλλά σ' αυτήν πιάνει πάντα. Σε εμένα πάλι μέχρι και καφάσι έχει φέρει το κύμα στο κεφάλι.

Τώρα θα μου πείτε που κολλάει ο Macbook και η πρέσα, για να μην αναφερθούμε στη lemon pie; Φαντάζομαι στο συγκεκριμένο κείμενο πουθενά, αλλά όπως σε όλα τα πράγματα στη ζωή μου εγώ για αλλού το ξεκίνησα και αλλού αυτό με πήγε και εκεί όπως έγραφα ήρθε ένα κύμα και με πήρε και με σήκωσε. Όταν και εφόσον ξαναπέσω στο χώρο, θα σας μιλήσω για δύο από τα υπαρξιακά διλήμματα που αυτό το καιρό στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες μου. Και όχι μόνο τις δικές μου .............

Υ.Γ. Ο υπολογιστής μου συμπληρώνει δύο μήνες στην Αθήνα, όπου πήγε προς επισκευή και στον αναπληρωματικό του, φορήτος και αυτός, κάηκε μια λάμπα στην οθόνη του (μη γελάσετε έτσι είπε ο καλός μου, ότι έχουν μια μικροσκοπική λάμπα που ενίοτε καίγεται) και σας βλέπω μαυρόασπρους στην καλύτερη περίπτωση, γιατί τους περισσότερους μόνο σε απόλυτο σκοτάδι μπορώ να σας διαβάσω, εξ ου και θα συμβούλευα να ξανασκεφτούμε τα χρώματα των ιστολογίων μας, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι προβλήματα ανάγνωσης μπορεί να δημιουργήσει η, μόνο σε έγχρωμο περιβάλλον αναγνώσιμη, επιλογή template.

Υ.Γ.2 Σαφώς και δεν έχω τελείωσει το σίδερο. Μόλις άρχισε η βδομάδα, ή για να είμαι ακριβής ο μήνας.



Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Και τώρα "Η ΔΉΛΩΣΗ"



Ευχαριστώ για την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο μου και κατ' επέκταση στο blog. Θέλω να δηλώσω ότι εγώ ήμουν "ΠΑΡΩΝ" και θα παραμείνω "ΠΑΡΩΝ".

Εκ της διεύθυνσης

Υ.Γ.1: Κάνω τη δήλωση εδώ γιατί ζήτησα το Ζάππειο αλλά δεν είχαν τελείωσει τη φασίνα. Δεν είχαν κάνει ακόμα τζάμια.

Υ.Γ.2: Ξέρω ότι το σωστό θα ήταν να δηλώσω "ΠΑΡΟΥΣΑ", αλλά όπως και να το δεις το "ΠΑΡΩΝ" είναι σαφέστατα πιο στιβαρό ως δήλωση πρόθεσης και είναι και δοκιμασμένο.

Υ.Γ.3: Είναι νομίζω προφανές ότι ο συγκερασμός της φράσης "ανανέωση εμπιστοσύνης" και της λέξης "παρών" καταδεικνύει την ενωτική κατεύθυνση του συγκεκριμένου blog.

Υ.Γ 4: Και για να μην ξεχνιόμαστε "όμορφη μέρα να έχετε" .....

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Μετά από ένα χρόνο και 272 post

......το ερώτημα παραμένει το ίδιο:


Μα που πήγε το πρώτο μου post;



Σ
το δικό μου υπολογιστή στέκει πεισματικά αμετακίνητο, στον υπολογιστή του καλού μου πεισματικά άφαντο. Και όμως είναι εκεί, το βλέπω! Μια σειρά από γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου στη σειρά. Όχι, τώρα τα πράγματα χειροτέρεψαν. Χαθήκανε τα προηγούμενα και στη θέση τους εγκαταστάθηκε ένα ελληνικότατο «π».
Τι στο διάολο θέλει ο Ευκλείδης στο κείμενό μου; Μην φανταστείτε ότι το σκέφθηκα μόνη μου. Διαστροφική μνήμη έχω και καλή επιλογή σε άντρες κάνω. Κάτι μου ‘λεγε το «π», ρώτησα και έμαθα από τον καλό μου.


Θα μου πεις γιατί τόση φασαρία για ένα χαμένο post; Μα ήταν το πρώτο μου! Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι κάτι σαν μανιφέστο και δεν μπορώ να το καταλάβω ούτε εγώ. Ένα «π». Όπως πατέρας, Πέτρος, παραμύθι, πεπονόφλουδα, πατρίδα, πεπρωμένο, πεπόνι κ.λ.π. Πανιφέστο κατάντησε και σαν τέτοιο για την ώρα αρνούμαι να το συνεχίσω.

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι απο το National Geographic. Απορία, είναι πεταλούδες ή πιβελούλες αυτά που ίπτανται;

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογών παρενέργειες

3η και τελευταία



Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα δεν είναι συμπτωματική - ή ποιον συναντά κανείς όταν επιμένει να δει τη τηλεοπτική κάλυψη των εκλογών μέχρι το τέλος..........

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογών παρενέργειες

Παρενέργεια 2η

Εγώ εδώ και χρόνια, πολλά για την ακρίβεια, είχα σταματήσει να νοιώθω πανικό στην ιδέα ότι θα ζω με μια δεξιά κυβέρνηση στο κεφάλι μου. Δεν σημαίνει αυτό, ότι κατά οποιοδήποτε τρόπο θα μπορούσα να ανεχθώ μια δεξιά κυβέρνηση, αλλά έχω απελευθερωθεί από τα ψυχολογικού τύπου αντιδεξιά σύνδρομα. Σε αυτές τις εκλογές έπαθα ένα πανικό και δύο και τρεις να πω μέσα θα είμαι. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι η επόμενη μέρα των εκλογών θα έφερνε μαζί της τη Ν.Δ. στη κυβέρνηση. Στην αρχή θεώρησα ότι είναι μια υγιής αντίδραση απέναντι στη συσσωρευμένη «γκουσούρμια» που λένε και οι βόρειοι –καλά αυτοί το λένε για την ανικανότητα του ΠΑΟΚ να πάρει πρωτάθλημα, αλλά εμένα εδώ μου πάει γάντι- και η οποία δέρνει αυτό το κόμμα. Παλιά αυτό το κόμμα ήταν επικίνδυνο ακριβώς γιατί ήξερε πολύ καλά τι κάνει ή τι θέλει να κάνει, τώρα είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα, γιατί ούτε ξέρει τι θέλει να κάνει, ούτε ξέρει τι κάνει, όταν αποφασίζει να κάνει κάτι τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά και όταν αποφασίζει να μην κάνει τίποτα, ευελπιστώντας ότι ο καλός θεός θα δώσει τη λύση –γιατί όπως και να το κάνουμε είναι ένα βαθύτατα θρησκευόμενο κόμμα- τα αποτελέσματα ξεπερνούν και την πιο νοσηρή φαντασία, μην σας πω ακόμα και την Τσαπανίδου. Άσχετο, αλλά έχετε παρακολουθήσει πιο τρομολάγνο παρουσιάστρια στη ζωή σας; Θυμάμαι στην ολική έκλειψη ηλίου, όπου υποτίθεται ότι θα σκοτείνιαζε ο τόπος στις π.χ. 13:48 (δεν θυμάμαι την ώρα) και πήγε 13:48 και δεν σκοτείνιασε, ρώτησε τον ταλαίπωρο τον επιστήμονα που ήταν δίπλα της «η ώρα πήγε 13:48 και δεν σκοτείνιασε, αυτό σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά;». Λες και ας πούμε υπήρχε περίπτωση να την κάνει ο ήλιος διαμαρτυρόμενος για την κάλυψη ας πούμε από το φαινόμενο.

Συνεχίζουμε, στην αρχή λοιπόν θεώρησα ότι η επικίνδυνη ανικανότητα και όχι μόνο, αυτής της συγκεκριμένης κυβέρνησης μου δημιουργούσε αυτό το αίσθημα πανικού, ένα να πάρω τα παιδάκια μου τον καλό μου, τα ζωντανά μου, το πιάνο των κοριτσιών και να την κάνω σε άλλη γη σε άλλα μέρη. Το σωστό επιχείρημα του καλού μου «μωρό μου δεν μπορούμε να βγούμε στους δρόμους προς σωτηρία κουβαλώντας ένα πιάνο στους ώμους» με απότρεψε από αυτή την απονενοημένη τάση φυγής. Παρόλα αυτά η τάση τάση και ο πανικός πανικός. Η αλήθεια είναι ότι χρόνια έχω να θυμώσω με ανθρώπους που δε ξέρω. Εγώ γενικά αντέχω πολλά πράγματα και με τους ανθρώπους όσο δεν αγγίζουν τα δικά μου πράγματα ακόμα και εάν ενοχλούν τους μετατρέπω jpg αρχεία και με ένα delete τους εξαφανίζω από την οπτική μου και το μυαλό μου. Αυτό όμως με αυτή τη κυβέρνηση ξεπερνούσε κάθε όριο. Και δεν θα μιλήσω, για την ανικανότητα, τις πυρκαγιές τα σκάνδαλα, την οικονομία, το βιβλίο της ιστορίας, τα διεθνή κ.λ.π. –έχουν και παναθεμά τους και μεγάλο ρεπερτόριο- γιατί χωρίς να είμαι οπαδός της άποψης «όλοι ίδιοι είναι», έναν εθισμό στην ακουστική έστω προσέγγιση αυτών των παραμέτρων της πολιτικής μας ζωής την έχω πάθει η γυναίκα. Με αυτούς, το μεγάλο πρόβλημα μου ήταν το ότι δεν μπορούσα να τους ακούω να με δουλεύουν έτσι φόρα τζόγο και με μια αισθητική άστα να πάνε. Θα μου πεις "κυρά μου το ζόρι σου εσένα είναι η φραστική και αισθητική προσέγγιση εν κατακλείδι;" Ναι για μένα είναι και ήτανε. Αφού κάθε φορά που έβλεπα ή άκουγα κάποιον τους να μιλάει επί παντός επιστητού, το διάβαζα σε συννεφάκι πάνω από το κεφάλι τους, σαν αυτά στα καρτούν, ή το διάβαζα σαν σε υπότιτλους σινεμά «καλά κυρία μου έχω δει στη ζωή μου ηλίθιους, αλλά εσείς ξεπερνάτε κάθε όριο». Το πρώτο χρόνο είχα πάθει και μια κρίση ταυτότητας καπάκι με ηλικίας. Έλεγα, «δεν μπορεί να ακούω ότι ακούω, δεν μπορεί να βλέπω ότι βλέπω, αλλά λένε, άλλα κάνουν και εγώ γέρασα και αυτές είναι οι συνέπειες του Αλτσχάϊμερ. Δεν μπορεί να αντιλαμβάνομαι σωστά το ότι γίνεται και λέγεται, έχω κενά και βάραθρα λέμε». Βέβαια και ευτυχώς για τη ψυχική μου σταθερότητα –που έτσι κι αλλιώς μια αστάθεια την έχει- γρήγορα κατάλαβα και ότι τα λένε και ότι τα εννοούν και ότι τα κάνουν και νιάνια ναι νιανιά μου κάνουν κάθε φορά που αντιλαμβάνονται ότι τους ακούω ή βλέπω και ως εκ τούτου ζήτησα και συγνώμη από τη Νερίνα τζούνιορ, που αδίκως την είχα κατηγορήσει ότι αυτή έβαλε κερατάκια σε μια φωτογραφία μου, για να με εκδικηθεί για την καταπιεστική μου τάση να την αναγκάζω να τρώει φακές, μιας και σίγουρα μου τα έβαλε ο Βουλγαράκης, όταν τόλμησα να αμφισβητήσω την άποψη του περί του πόσα δέντρα κάηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας. Τέλος πάντων, το ότι ανέβλεψα και είδα την αλήθεια –ανεξάρτητα από το τρομακτικό αυτού του συμπεράσματος- δε σημαίνει ότι αυτό μπορούσα να το συνηθίσω κιόλας, διότι πρώτη φορά ως πολίτη δεν με λοιδόρησαν, εξαπάτησαν, υποτίμησαν, ξεφτίλισαν κ.λ.π., κ.λ.π.. απλά, αλλά το έκαναν και με τέτοια τάση υποτίμησης της ικανότητας μου να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα γύρω μου που πρώτη φορά μου συνέβη, ή τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ. Θα μου πείτε για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά. Μια πρώτη φορά όμως, αλλά δεύτερη δεν αντέχεται.

Μέχρι τις 11:00 το βράδυ και αφού είχα φάει, ένα μεγάλο κομμάτι τούρτας σοκολάτας, δύο πίττες με γύρο, δυο τσαμπιά σταφύλι και ένα μεγάλο μπολ με παγωτό και είχα φλερτάρει έντονα με την ιδέα να ανοίξω και ένα μπουκάλι κρασί και την είχα απορρίψει, γιατί το ένοιωθα δεν θα έφτανε και απέχω εδώ και χρόνια συνειδητά από την ανάγκη να καλύψω ζόρια με αλκοόλ, μόνο αλκοόλ και χαρές μαζί για μένα, και βλέποντας ΜΕΓΑ -αλήθεια όχι έμμεση διαφήμιση αυτό- ακούω τον κ. Πρετεντέρη να ρωτάει πως είναι τα αποτελέσματα στη Ζαχάρω –μαρτυρική Ζαχάρω για την ακρίβεια, έτσι την αποκαλούν όλοι-. Ο γνωστός εκλογολόγος του απαντά ότι η Ν.Δ. έχανε μια μονάδα –τότε, τελικά η απώλεια εάν δεν απατώμαι είναι γύρω στις τρεις, χωρίς αυτό να αλλάζει τίποτα στο σκεπτικό μου- και το ΠΑΣΟΚ χάνει έξη μονάδες –νομίζω ότι κάπου εκεί έχασε και το ΠΑΣΟΚ στα τελικά αποτελέσματα-. Εξίσταται το πάνελ –όπου πάνελ πολλοί κύριοι και κυρίες- προς τα όπου θέλει κανείς να πάθει τον εξισταμό – νεολογισμός χωρίς λογισμό η λέξη, αλλά εκφράζει ακριβώς αυτό που εννοώ- και εγώ βρίσκω το φως μου. ΝΑ ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΠΟΥ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΕ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ.

Αυτή η κυβέρνηση να επιβίωνε, μετά και από αυτή την ιστορία (των πυρκαγιών), με τη ψήφο των συγκατοίκων μου σε αυτή τη χώρα. Μέχρι τώρα μια χαρά συμβίωνα με τους δεξιούς και με τους πασόκους συμπολίτες μου. Ενσωματωμένη μέσα στην κοινοβουλευτική λογική και επικουρούμενη από την πλέον γνωστή ανοχή μου, η οποία και μου επέτρεπε να θεωρώ ότι όλοι χωράμε σε αυτή τη χώρα, δεν τους απομόνωνα, δεν τους έδιωχνα από το σπίτι μου, δεν τους θεωρούσα επικίνδυνους για τη ζωή μου ή τη σωματική μου ακεραιότητα, μια άλλη άποψη ναι, ένα άλλο μοντέλο ναι, που στα πλαίσια της πολιτικής αντιπαράθεσης –πάντα πολιτισμένης- κοντραριζόμαστε, αλλά σε επίπεδο καθημερινότητας, μπορούσαν να είναι συγγενείς μου, φίλοι μου, γνωστοί μου, γείτονες μου, να έχουμε παιδιά στο ίδιο σχολείο, να ψωνίζουμε από τον ίδιο μανάβη βρε αδελφέ, στο κάτω κάτω της γραφής κανείς δεν είναι τέλειος και εγώ δεν ήμουνα ίσως και η καλύτερη επιλογή συμβίωσης για αυτούς, άρα στα πλαίσια των κανόνων καλής γειτνίασης και όχι μόνο, πρόβλημα δεν υπήρχε κανένα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι κινδυνεύω, όχι από τη κακή, χωρίς συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο δεξιά, που βρίσκει την έκφραση της στα πλαίσια ενός κυβερνητικού σχηματισμού, αλλά από τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, τους γνωστούς μου, τους γείτονές μου, αυτούς που έχουμε παιδιά στο ίδιο σχολείο, από τους συγκατοίκους μου σε αυτή τη χώρα που είναι ψηφοφόροι της δεξιάς. Δηλαδή, κινδυνεύω ακόμα και από τη Γιούλα –μια γυναίκα που είναι η προβολή μου – και στο μόνο σημείο που εγώ κι αυτή δεν συναντιόμασταν, η μόνη δυσαρμονία μας σε αυτή την εκνευριστική ταύτιση που μας διακρίνει και που εκτείνεται από το πως ζούμε και βιώνουμε ότι μας συμβαίνει ή δεν μας συμβαίνει, έως τα απλά, που σε εμάς αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, πράγματα (π.χ. χθες βράδυ κοιτούσα τα γυαλιά ηλίου της, είναι χαλασμένα στο ίδιο σημείο με τα δικά μου και πάω στοίχημα ότι μας χάλασαν την ίδια χρονική περίοδο και ότι εάν δεν μας τα πάρουν οι καλοί μας για να τα πάνε να τα φτιάξουν, μάλλον θα μείνουν έτσι μέχρι να χαλάσουν τελείως), σε σημείο που κάποιες φορές να έχω αρχίσει να νομίζω ότι ζω διπλή ζωή, με άλλο πρόσωπο το δικό της σε μια άλλη διάσταση- η μόνη μας, λοιπόν, δυσαρμονία, είναι το ότι αυτή ψηφίζει δεξιά; Τι είδους τελικά άνθρωπος είσαι όταν το κάνεις αυτό, στους άλλους αλλά και στον εαυτό σου;

Τρόμαξα, για όλα αυτά που εμένα με τρόμαξαν και το 46% δεν το τρόμαξαν. Γιατί, όσο και εάν φαίνεται περίεργο, αυτοί κρατάνε ακόμα το δικαίωμα τους να επιλέγουν και για μένα τον τρόπο όχι που θα ζήσω, αλλά που δεν θα ζήσω. Ξαφνικά ο κ. Καραμανλής και τα στελέχη της κυβέρνησης του μου έμοιασαν με μαριονέττες, που τα σκοινιά τους δεν τα κινεί το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και άλλα αισιόδοξα και αρκούντως στη τελική και από ότι αποδείχτηκε απονεχοποιητικά, αλλά οι αυτόχθονες ιθαγενείς συγκάτοικοί μου σε αυτή τη χώρα.... Και να σκεφθείς ότι έχω ρίξει καυγάδες σε πηγαδάκια για το «οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους ταιριάζουν» και τώρα βρίσκομαι πολύ κοντά στο να αναφωνήσω «στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα», αλλά πολύ πρώτα μιλάμε έως προπατορικού ένα πράγμα..

Για την ώρα, λέω να χτυπήσω ένα λεμονάτο κοτόπουλο, σβησμένο με λάϊμ, γιατί δεν είχα λεμόνια, με ρυζάκι για συνοδευτικό, μετά λίγο καρπουζάκι, για επιδόρπιο, ένα κουτάκι με σιροπιαστά από το Dolce – ντόπιο ντήλερ μου, συγνώμη ζαχαροπλαστείο- απομεινάρια του χθεσινού μου στοκ σε γλυκά και να κλείσω με ένα τεράστιο μπολ παγωτό και διαβάζοντας Αγκάθα Κρίστι, ελπίζοντας ότι, η άποψη της περί εύρεσης του κινήτρου στη διάπραξη ενός φόνου οδηγεί μαθηματικά στην εξεύρεση του δολοφόνου, στη δικιά μου περίπτωση δεν ευσταθεί, λέμε τώρα.

Υ.Γ. Όχι, δεν θα το ανοίξω το ρημαδοφιλέρι!!!!!

Συνεχίζεται (μιλάμε για αλυσιδωτές παρενέργειες όχι αστεία)

Εκλογών παρενέργειες


Παρενέργεια 1η

Εδώ και κάποια χρόνια –για την ακρίβεια από διαλύσεως ΚΚΕ Εσωτερικού, ή μάλλον του Ρήγα Φεραίου- η τοποθέτηση μου με τη μορφή της ψήφου ακολούθησε τρεις δρόμους:

α/ Για όσο καιρό ίσχυε, υπήρξα οπαδός της γραμμής Ιωάννου –τον σκιτσογράφο εννοώ- και συγκεκριμένα "250 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο καταγωγής μου", β/ Λευκό και
γ/ Άκυρο. Επίσης θέλω να ομολογήσω, ότι χωρίς πια να με πονάει, ακόμα ένα γαμότο το έχω μέσα μου, για το ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία σε μια άλλη άποψη που προγραμματικά τουλάχιστον και από ιδρύσεως του την είχε ο παλιός μου χώρος, αφού πολύ γρήγορα – και κατά την ταπεινή μου άποψη- πέσαμε στη παγίδα αφενός, της συμμετοχής στο παιχνίδι της εξουσίας –χωρίς αυτό εξ ορισμού να είναι απευκτεό ή μη ζητούμενο, το εκβιαστικό υπήρξε για μένα πάντα το πρόβλημα- και αφετέρου στην επιλογή του ανοίγματος, προς τα όπου προλαβαίναμε, του χώρου με πολλές εκπτώσεις –πάλι κατά την ταπεινή μου άποψη- στην τελική στα ζητούμενα και του χώρου αλλά και τα δικά μας. Δεν έχει λογική να μπω σε μια τέτοια κουβέντα, που μπορεί να χαρακτηριστεί από γραφική και μίζερη στη χειρότερη περίπτωση ή στη καλύτερη περίπτωση περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις. Παραμένω λοιπόν ακόμα ευγνώμων για τα χρόνια που πέρασαν και δεν μπαίνω στη λογική της επαλήθευσης ή μη κάποιων πραγμάτων.



Τέλος πάντων επιμένω μαζοχιστικά να παρατηρώ τα δρώμενα και όχι μόνο του πρώην χώρου μου και παρόλο που έχω ληγμένο μέσα μου το τι θα ψηφίσω χωρίς να χρειαστεί να το ξανασκεφτώ, δεν έχω κατορθώσει ακόμα να αποστασιοποιηθώ, όχι τόσο από τις ρίζες μου αλλά από τις μνήμες μου. Έτσι λοιπόν χαίρομαι, εάν τελικά ο Γιάννης Μπανιάς κατορθώσει να εκλεγεί, αλλά εξίσου χαίρομαι το ότι δεν εκλέγονται από ότι μέχρι στιγμής φαίνεται κάποιοι παλιοί σύντροφοι –εδώ δεν λέω ονόματα-, αλλά πραγματικά με απογειώνει η εικόνα του πρώην χώρου μου, μέσα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, που ούτε λίγο ούτε πολύ χρεώνουν ένα μεγάλο ποσοστό της νίκης του στον κύριο Αλαβάνο –άσχετο, χρεώνω ή πιστώνω πάω εδώ;-. Έτσι μια χαρά τα πράγματα στο μικρό και φαινομενικά μακριά από τα τεκταινόμενα στο χώρο πεδίο του σπιτιού μου.


Φέτος βέβαια τα πράγματα απόκτησαν και μια ακόμα διάσταση, μη αναμενόμενη και όσο και να διαφώνησα για το τι τυπικά ψήφισα, το ομολογώ με έκανε περήφανη.
Και εξηγώ: Κάθε εκλογές από τότε που η Νερίνα γεννήθηκε και μετά η Νάσια, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση τις παίρνω μαζί μου. Τις ντύνω τις στολίζω και κρατώντας τες από το χέρι πάμε όλοι μαζί να ψηφίσουμε. Φέτος λοιπόν την ώρα που πηγαίναμε να ψηφίσουμε η Νερίνα μου είπε «μαμά γιατί ψηφίζεις λευκή ή άκυρο, γιατί δεν αποφασίζεις να ψηφίσεις ένα κόμμα;». Αυτή τη κουβέντα την έχουμε κάνει και σε προηγούμενες εκλογές, αλλά ποτέ μέχρι τα τώρα δεν είχε βάλει αυτή τη παράμετρο. Μεγαλώνει το μωρό μου, χωρίς να έχω αποφασίσει εάν αυτό είναι καλό ή κακό, αλλά αυτό είμαι άλλο θέμα. Ακολουθεί η σχετική ανάλυση περί σημαντικότητας του κάθε είδους ψήφου και το θέμα μοιάζει να έχει λήξει. Η Νερίνα όμως δε σταματά: «Γιατί, μου λέει, δε ψηφίζεις Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου;» –έχω διαπιστώσει ότι όταν μιλάει για το Συνασπισμό χρησιμοποιεί όλο τον τίτλο και ότι το τίτλο ΣΥΡΙΖΑ τον θεωρεί κακόγουστο και χαζό, αλλά δεν χρειάζεται να το πάρουν βαριά οι πρώην σύντροφοι, δεν είναι παρά ένα παιδί, τι αισθητική μπορεί να έχει;-. «Δεν ψηφίζω κανένα κόμμα στο είπα». «Εμένα όμως αυτό το κόμμα μου αρέσει». «Εμένα όμως όχι και επίσης τι θα πει μου αρέσει;» «Έτσι μου αρέσει.» «Καλά, της λέω, εγώ λέω αυτή τη φορά να ψηφίσω λευκό, ή να σας αφήσω να ζωγραφίσετε εσείς ένα ψηφοδέλτιο, έχει στυλό μέσα θα δούμε.» Μπαίνουμε στην αίθουσα που ψηφίζω, η Νάσια ζητάει να δώσει αυτή τη ταυτότητά μου, της τη δίνω, μόλις φτάνουμε μπροστά στην εφορευτική με νάζι μου τη ξαναδίνει, εγώ παίρνω τα ψηφοδέλτια μου και τσεκάρω εάν τα έχω όλα και ειδικά εάν υπάρχει «λευκό», γιατί η μακρόχρονη πείρα μου λέει ότι συχνά δεν δίνεται. Το βρίσκω και είναι τελευταίο. «Νάτο» λέω. «Μαμά δες ποιο ψηφοδέλτιο είναι πρώτο, μου λέει η Νερίνα σιγά, με ένα πλατύ χαμόγελο, είναι μοιραίο μου φαίνεται, γιατί δεν τους ψηφίζεις;» Χαμογελάω και ξαφνικά σκέπτομαι γιατί όχι; «Ωραία, της λέω, αυτή τη φορά θα αποφασίσεις εσύ τι θα ψηφίσουμε». «Εντάξει, μου λέει, λευκό, αφού έτσι θες». «¨Όχι, της λέω, εσύ θα αποφασίσεις και πρόσεξε μην μου έρθεις στη μέση της τετραετίας σαν εκείνο το τσογλάνι της Greenpeace να μου τη πέσεις γιατί δεν θα σε παίρνει.» «Ωραία», μου λέει και ξεχωρίζει το ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού. Το βάζω στο φάκελο και βγαίνουμε από το παραβάν. Α ξέχασα, η Νάσια μου έλεγε όλη την ώρα «μαμά εγώ έχω το στυλό, πότε θα ζωγραφίσουμε;». Αλλά δεν την άφησα παραπονεμένη. «Ζωγραφίσαμε» ένα ωραίο συμμετρικό σταυρό δίπλα στο όνομα ενός παλιού συντρόφου και φίλου. «Μαμά μόνο ένα σταυρό θα ζωγραφίσεις;» επέμεινε η Νάσια. «Ναι χαρά μου φτάνει». Βγαίνουμε λοιπόν από το παραβάν και με το σύνολο των παρισταμένων να μας κοιτάνε λίγο περίεργα να το πω, ετοιμάζομαι να ρίξω το ψηφοδέλτιο μου στην κάλπη και τότε συνειδητοποιώ ότι για πρώτη φορά είμαι περήφανη, με ένα είδος περηφάνιας που φαντάζομαι ότι νοιώθει μια μάνα, όταν το παιδί της, ας πούμε, δίνει το πρώτο του κονσέρτο με επιτυχία ή περνάει πρώτο στο Πανεπιστήμιο και μάλιστα στην Ιατρική. Ξέρω ότι είναι ηλίθιο όλο αυτό, ότι είναι ίσως και ανεύθυνο, να βάλω συμμέτοχο ένα παιδί σε μια παρωδία που σχεδιάσαμε εμείς οι άφρονες ενήλικες και μόνο κακό του κάνει. Μεγαλώνοντας θα μιλήσουμε για αυτά και φαντάζομαι τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου εύκολα για μένα –ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω-, αλλά για την ώρα είμαι -ως μάνα και αριστερή- ακόμα στον αστερισμό αυτού που συνέβη χθες. Ξέρετε αυτό το εγωιστικό συναίσθημα ότι αυτό το παιδί έχει πάρει από μένα. Όπως λέει και η ίδια «μαμά είναι γραφτό να είμαι αριστερή, δες είμαι αριστερόχειρας;»!!!!!!!!!!



Υ.Γ. Μην μου τη πέσετε. Ας μου εκτιμηθεί ότι ειδικά προς το συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό μόνο αρνητικά συναισθήματα μπορούσε να έχει ακούγοντας με. Απλά χαίρομαι που «το αίμα νερό δε γίνεται». Όσο για τα υπόλοιπα σιγά σιγά θα βρούνε το δρόμο τους. Και με βάση αυτό το κείμενο σαν ντοκουμέντο, σίγουρα θα αναγκαστώ να κάνω την αυτοκριτική μου για αυτή μου τη στάση στη πορεία.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Εγώ ο Μαντού η Ραλλού και ο Μέρλιν


Εγώ έχω μια γάτα, το Μαντού μας. Εγώ επίσης δε δουλεύω -τουλάχιστον δε δουλεύω με τον συμβατικό τρόπο που συνηθίζεται. Είμαι λοιπόν μια σχεδόν νοικοκυρά και σχεδόν εργαζόμενη γυναίκα, που ζω εκτός των άλλων και με μια γάτα. Εγώ, καθότι έχω χρόνο, σερφάρω αρκετά και εξαιτίας του Μαντού, ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του σερφαρίσματος παλιά αφορούσε στις γάτες. Σε ένα τέτοιο σερφάρισμα γνώρισα τον Μέρλιν τον πορφυρογέννητο τον γάτο της Ραλλούς. Διάβαζα μπλογκ, αλλά όχι φανατικά, στη Ραλλού στάθηκα, έτσι όπως είχα καιρό να σταθώ μπροστά σε κάποιον, απορημένη, ενθουσιασμένη και λίγο ξετρελαμμένη. Ένοιωσα, αυτή και εγώ τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες, τόσο ταυτισμένες, αλλά και τόσο μακρινές, τόσο και τόσο και τόσο, αλλά αγαπούσαμε με τον ίδιο τρόπο ή τουλάχιστον έτσι ένοιωσα εγώ. Γνώρισα πολλούς εδώ, πολύ περισσότερους από όσους περίμενα και πολύ απρόβλεπτα οικείους από όσο μπορούσα να φανταστώ, αλλά η Ραλλού είναι αλλιώς. Είναι το πρώτο μπλογκ που στάθηκα, το πρώτο σχόλιο που πήρα, η πρώτη φορά μετά από χρόνια και μια από τις σπάνιες σε όλη τη ζωή μου που ανοίχθηκα σε άνθρωπο και ειδικά σε γυναίκα. Είναι ένα από τα καλά πράγματα που μου έχουν συμβεί, ένα από τα "πολύτιμά" μου -που σημαίνει προστατευόμενο είδος για αυτό το μπλογκ και αυτό είναι και προειδοποίηση και απειλή μαζί- η Ραλλού με δύο "λ" και "μου" στο τέλος του ονόματος της, έτσι κτητικά και αδιαπραγμάτευτα. Έτσι όταν η Ραλλού μου έγραψε, ότι ο Μερλιν λείπει εδώ και τρεις μέρες από το σπίτι, σκέφθηκα πόσο σημαντικοί είναι και για μένα και ο Μαντού και ο Μέρλιν. Εάν δεν υπήρχε ο Μαντού, δεν θα είχα συναντήσει τον Μέρλιν και εάν δεν είχα συναντήσει τον Μέρλιν δεν θα είχα συναντήσει τη Ραλλού. Έτσι σαν αλυσίδα απο παιδικό ποιηματάκι. Τι θέλω να πω: θέλω πίσω τη Ραλλού μου και για να την έχω θέλω πίσω τον Μέρλιν. Ξέρω ότι είναι "ηλίθιο" να παρακαλάς ένα γάτο ή να παρακαλάς για ένα γάτο, αλλά εγώ θέλω πίσω τον Μέρλιν .........

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

…… που μοιάζουν αταξίδευτα


εκ του προηγουμένου

Ξυπνήσαμε ελαφρώς καθυστερημένοι έτσι που στο δρόμο άκουσα μια κατσάδα από τον Παντελή, που ήθελε ντε και καλά να εγκαινιάσω εγώ για εκείνη τη μέρα το χειρουργείο του ΙΑΣΩ. Συνέχιζα να μη νοιώθω τίποτα και το μωρό –από την προηγούμενη μέρα το βράδυ, είχα αρχίσει να το σκέπτομαι σα το μωρό- ήταν περίεργα ήσυχο, έτσι που κατάφυγα στο παλιό καλό κόλπο για να το ξυπνήσω. Τα κατάφερα και ησύχασα. Βιαζόμουνα να φτάσουμε, βιαζόμουνα να τελειώνουμε. Φοβόμουνα μήπως για κάποιο λόγο ξεκινήσει διαδικασία γέννας, κάτι που δυνητικά μπορεί να σήμαινε ότι κάτι θα πήγαινε στραβά, με αποτέλεσμα να βγουν αληθινοί οι χειρότεροι φόβοι μου. Φτάσαμε και μπήκαμε τρέχοντας στο μαιευτήριο, όσο βέβαια μπορούσαμε να τρέξουμε. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικά ήτανε από την γέννα της Νερίνας. Στη Νερίνα λίγο πριν μπούμε στο χειρουργείο ο Παντελής με ρώτησε, τι χάρη θέλω να μου κάνει και εγώ του απάντησα να με αφήσει να φύγω χωρίς να γεννήσω. Δεν ήθελα να φύγει η Νερίνα από μέσα, ένοιωθα ότι μόνο εκεί θα ήταν ασφαλής και εγώ θα ήμουνα ήρεμη. Τώρα ήθελα να γεννηθεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα το μωρό. Υποθέσεις του στυλ «όσο πιο γρήγορα γεννούσες, τόσο πιο γρήγορα θα γυρνούσες στη Νερίνα», μπορούν να θεωρηθούν βάσιμες. Πέρασα τη διαδικασία με την αίσθηση ότι καθυστερούμε χωρίς λόγο (καλά κάποτε πρέπει να κάνω ένα ποστ με τις γέννες μου, πιστέψτε με «το άλλο κακό να μην σε βρει» βρήκε την πλήρη του …….. πάλι δε βρίσκω τη λέξη). Πηδάμε λοιπόν τα διαδικαστικά και να ‘μαι στο χειρουργείο, ημιπαράλυτη, λόγω επισκληρίδιου, να κοιτάω ένα πράσινο πανί μπρος μου και τον Παντελή να μου λέει «ξεκινάμε, σε πέντε λεπτά θα έχουμε τελειώσει». Ξέχασα να σας πω ότι ο τελευταίος υπέρηχος είχε δείξει, ότι το μωρό δεν ήταν ένα απλό μωρό, αλλά ένα μεγάααααλο μωρό με ένα τεράστιο κεφάλι, που εάν γεννιόταν φυσιολογικά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Άσε που ήταν και ένα σφηνωμένο μωρό. Έτσι ίσως χρειαζόταν λίγο παραπάνω χρόνος, σε σχέση με το χρόνο που πέρασε για να γεννηθεί η Νερίνα. Ένοιωσα όπως ένοιωσα –μην τρομάζουν πιθανές νέες μάνες με υποκειμενικές περιγραφές- ένα γερό τράβηγμα και τον Παντελή να λέει «νάτη» και ταυτόχρονα ένα μωρό να κλαίει. Ένοιωσα ανακούφιση. Επιτέλους βγήκε και ήταν γερή, τουλάχιστον το κλάμα για αρχή αυτό έδειχνε. Την έφερε μπροστά μου ρωτώντας με «καλά μόνο αυτό είναι, δεν μπορεί πρέπει να έχεις και άλλο μωρό μέσα.». Και την είδα, ξανθιά –το ξανθό το αλβανικό (καμία ρατσιστική πρόθεση)- με τα μάτια μισόκλειστα έως κλειστά, ροδαλή ροδαλή μιας και στην καισαρική τα παιδιά δεν ταλαιπωρούνται καθόλου, με λίγο μελανιασμένο το ένα ποδαράκι της και τον κώλο της –μετά συγχωρήσεως- καθότι ήταν σφηνωμένο το μωρό μου και –να σας ορκίζομαι- και μικρούλα, τόσο δα στην κυριολεξία, καμία σχέση με το τερατώδες μωρό των υπερήχων και με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Ψυλλιάζομαι ότι αυτό το χαμόγελο το είχε και στην κοιλιά μου, για αυτό επιμένανε ότι το κεφάλι της ήταν μεγάλο. «Μα χαμογελάνε τα νεογέννητα;» σκέφτηκα και πριν προλάβω να σιγουρευτώ μου την πήραν για να την ζυγίσουν, να την πλύνουν, να την ντύσουν, ένα καλλωπισμό βρε αδελφέ για να βγει στο κόσμο. «Καλέ αυτό χαμογελάει, και συνέχισε, 3.730 κιλά και 52 πόντους» είπε η μαία στην παιδίατρο. «Αποκλείεται, είπε αυτή, ξαναζυγίσέ την, αυτό με το ζόρι είναι τρία κιλά». Η μαία την ξαναζύγισε και είπε, «3.780 τώρα, να την ξαναζυγίσω ή να σας την αφήσω;» Η παιδίατρος έβαλε τα γέλια. Ήταν ένα τόσο δα μωρό, σαν μαϊμουδάκι μαζεμένο, αν και με τα κλειστά ματάκια της θύμιζε γατάκι. Παρόλα αυτά είχα την αίσθηση ότι το βλέμμα της ήταν στραμμένο συνέχεια πάνω μου. Πίσω από εκείνα τα βλέφαρα με τις σχεδόν αόρατες βλεφαρίδες ένοιωθα ότι υπήρχαν δυο μάτια που τον μόνο που βλέπανε ήμουνα εγώ. Την πήρανε για να την πάνε στην ανάνηψη και για πρώτη φορά ένοιωσα να μου λείπει. Και ακόμα συνειδητοποίησα ότι για πρώτη φορά δεν είχα σκεφθεί όλη εκείνη την ώρα τη Νερίνα ούτε μια φορά. Σε λίγο τελειώσανε και μαζί μου και με πήραν και εμένα για την ανάνηψη. Μ΄ αφήσανε να δω λίγο το Τάσο. Είχε ένα βλέμμα εκστασιασμένο και παίρνω όρκο ότι είχε και ψηλώσει λίγο. «Την είδες;» τον ρώτησα. «Ναι, μου είπε και τρελάθηκα. Μόλις την είδα είπα «καλέ αυτή είναι μια σταλίτσα» και είναι πανέμορφη». Έτσι της βγήκε το όνομα που την ακολούθησε μέχρι την μέρα που βαφτίστηκε «Σταλίτσα». Και έτσι έμοιαζε σαν μια σταλίτσα νερό, διάφανη τόσο τέλεια στρόγγυλη και καθαρή, με μια διαύγεια που σου έδινε την αίσθηση ότι μέσα από αυτήν μπορείς να βλέπεις τον κόσμο, έτσι όπως τον βλέπεις μέσα από μια σταγόνα με τον ήλιο πάνω της. Να σοβαρευόμαστε καθότι ο λυρισμός δεν είναι το στοιχείο μου.

Γύρω στις 12 μου την φέρανε στο δωμάτιο μου πια. Μόλις η μαία τη σήκωσε για να μου τη δώσει ένοιωσα πάλι το βλέμμα της να με σημαδεύει και είδα στα χείλια της εκείνο το χαμόγελο ξανά. Με αναγνώριζε, ότι και να λέγανε για τα μωρά αυτή με ήξερε. Άπλωσα τα χέρια μου για να τη πάρω και ήταν σαν έπαιρνα αγκαλιά ένα μικρό ψαράκι - αν προσέξατε τρία τα είδη του ζωικού βασιλείου μέχρι τώρα για να την περιγράψω - έτσι που στην κυριολεξία κύλησε και αφέθηκε στην αγκαλιά μου και αγκαλιαστήκαμε με εκείνη την αίσθηση που έχεις στη θάλασσα, την αγκάλιασα και μ΄ αγκάλιασε σαν να ενωνόμαστε όχι σαν συμπαγή κορμιά αλλά κάθε κύτταρό μας ξέχωρα. Και μετά άκουσα κάτι που έμοιαζε σα γέλιο, πριν το στόμα της βρει μονάχο του το δρόμο για το στήθος μου, χωρίς εγώ να χρειαστεί να του τον δείξω και έτσι με το κεφάλι της να μην ξεχωρίζει από το στήθος μου άρχισε να τρώει, ήρεμη αυτή και ακόμα πιο ήρεμη εγώ και ο τεχνοφρίκ να φωτογραφίζει να βιντεοσκοπεί ταυτόχρονα. Χρειάστηκε μια στιγμή μονάχα για να βρουν τα πράγματα τη θέση τους, Ήμουν η μαμά της και ήτανε το μωρό μου και αυτό δυστυχώς για αυτήν δεν θα το άλλαζε τίποτα πια. Η μαία μου είπε, «σας έχω γάλα στο κρεβατάκι της, όταν τελειώσετε με το θηλασμό, μπορείτε να της δώσετε συμπλήρωμα, γιατί τις πρώτες μέρες το γάλα σας ίσως δεν την είναι αρκετό». Θήλασε για πέντε λεπτά περίπου και κοιμήθηκε πάνω στο στήθος μου, έτσι που ήμουνα μισοξαπλωμένη, με το σώμα της ένα με το δικό μου. Σε μισή ώρα πέρασε η μαία για να την πάρει. Με ρώτησε πόση ώρα θήλασα και εάν της έδωσα συμπλήρωμα. Της είπα ότι θήλασε περίπου ένα δεκάλεπτο και μετά κοιμήθηκε. «Εντάξει θα της δώσουμε εμείς όταν ξυπνήσει, μην ανησυχείτε, απλά θα πεινάσει νωρίτερα». Μου την φέρανε στις τρεις ώρες και μου είπαν ότι της δώσανε συμπλήρωμα, αλλά το έκανε εμετό. Η διαδικασία ήτανε πάλι η ίδια. Μίλησα με τον παιδίατρο μου και μου είπε να τους πω ότι θέλω το Μ.Θ. (Μόνο θηλασμός) και ότι το θέλω να είναι συνέχεια μαζί μου, ώστε να θηλάζει όποτε και όσο αυτό θέλει. Τους το είπα και δέχτηκαν. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έτρωγε λίγο κάθε μια ώρα περίπου και με τη γνώση ότι τις πρώτες μέρες το γάλα δεν είναι αρκετό, προσπάθησα να της δώσω λίγο από το συμπλήρωμα χωρίς καμία επιτυχία. Έτσι τις επόμενες μέρες στο μαιευτήριο τις περάσαμε με εμένα μισοκαθισμένη στο κρεβάτι μου και αυτήν να κοιμάται ανάμεσα στα στήθη, να ξυπνάει να μου χαμογελάει και να αρπάζει αχόρταγα το πρώτο στήθος που έβλεπε μπροστά της, να τρώει για λίγο και να κοιμάται.

Την δεύτερη μέρα ο Τάσος έφυγε για να ψωνίσει τα δώρα της Νερίνας. Γύρισε το μεσημέρι και άρχισε να μου δείχνει τι είχε αγοράσει. Την Σταλίτσα την είχαν πάρει για να της κάνουν μπάνιο. Ένοιωθα καλά, οι οροί είχαν φύγει, ο πόνος είχε περάσει και έμοιαζε όλα να έχουν τελειώσει. Και τότε ξεκίνησε αργά στην αρχή, «σεισμός» είπα και προσπάθησα να σηκωθώ. «Μείνε ακίνητη, είπε ο Τάσος, θα τελειώσει» και πράγματι έμοιαζε να είχε τελειώσει. Είχα ήδη σηκωθεί και κρατιόμουνα από την άκρη του κρεβατιού. Και τότε ξαναξεκίνησε έντονα τόσο που σχεδόν με πέταξε κάτω πριν προλάβει ο Τάσος να με κρατήσει. «Το παιδί» φώναξα και άρχισα να τρέχω προς τη πόρτα με τον Τάσο να προσπαθεί να ισορροπήσει, έτσι που μοιάζαμε με παιδιά όταν χοροπηδάνε σε εκείνα τα τεράστια φουσκωτά. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν σχεδόν γυμνή, αφού ακόμα φορούσα την χειρουργική μπλούζα και άρπαξα από το μπάνιο μια μεγάλη πετσέτα και την τύλιξα γύρω μου και έτσι σαν τρελή βγήκα στο διάδρομο. Τότε σταμάτησε ο σεισμός με εμάς να έχουμε φτάσει έξω από το θάλαμο των μωρών και στ’ αλήθεια ήμουν ένα πολύ αστείο θέαμα. Μια ξεσαλωμένη με μια πετσέτα γύρω της ξυπόλητη και το αίμα να κυλάει στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι μπορεί ο Κράμμερ να έχει δίκιο στα περί μητρικού ενστίκτου, αλλά κάποιο εν τη γενέσει του έστω αυτού του είδους ένστικτο υπήρχε, αφού το μόνο που με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ήταν να είμαι μαζί της, ότι μόνο εγώ έπρεπε αλλά και μπορούσα να την προστατεύσω. Περάσαμε τις επόμενες επτά μέρες, εγώ και αυτή αγκαλιά και ο Τάσος δίπλα μας, κοιτώντας τηλεόραση με την καταστροφή να έχει στήσει χορό γύρω μας και όμως εμείς εγωιστικά προσηλωμένοι στο θαύμα που κουβάλαγε μαζί της, με μοναδική μας έννοια το πότε θα γυρίσουμε σπίτι μας, νοιώθοντας ηλίθια ίσως ότι μόνο όταν θα είμαστε όλοι μαζί θα είμαστε και απόλυτα προστατευμένοι και ασφαλείς. Η Νερίνα ήρθε με τους παππούδες να μας δει την Παρασκευή και η μόνη μου έγνοια ήταν να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από την Αθήνα μήπως και γίνει ένας νέος μεγάλος σεισμός..

Την επόμενη Δευτέρα φύγαμε από το μαιευτήριο, εν τω μεταξύ η Σταλίτσα είχε πολιτογραφηθεί σαν το μωρό που χαμογελάει όποτε βλέπει τη μάνα του και με εμάς παραδομένους στο θαύμα. Τότε κατάλαβα ότι εάν η Νερίνα ήταν το «απόλυτο θαύμα» στη ζωή μου η Σταλίτσα ήταν η επιβεβαίωση του και ότι με τον ερχομό της τα πάντα πια έμοιαζαν να έχουν αποκτήσει τη σωστή τους θέση και διάσταση.

Ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια μαζί. Η αλήθεια είναι ότι ο αρχικός στόχος να έχει η Νερίνα παρέα μας οδήγησε αρκετό καιρό στο να μην κάνουμε εγώ και ο Τάσος παρέα. Η Σταλίτσα αποδείχθηκε ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό παιδί. Αργά μα σταθερά με μοναδικό όπλο της την ικανότητα της να αγαπάει, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου κάνει ακόμα και εμένα κάποιες φορές να τη «ζηλεύω» έτσι που η αγάπη της είναι αδιαπραγμάτευτη και τίποτα και κανείς δεν μοιάζει ικανός να την κάνει δυστυχισμένη, εκτός ίσως από το γνωστό «δεν θα φας παγωτό σήμερα».

Όταν ήταν τριών χρονών σε ένα καυγά μας στο αυτοκίνητο μου είπε: «μαμά σταμάτα θα σε τιμωρήσω σκληρά». Όταν της είπα «μπα τι σκληρό θα μου κάνεις;», μου απάντησε «ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΔΥΝΑΤΑ».