Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Συνειρμοί


Όπως όλοι ξέρετε -αυτό θα πει υπερφίαλο άτομο, αφού θεωρώ δεδομένο ότι θα έπρεπε να το ξέρετε- είμαι μια σχεδόν μεσήλιξ, κάτι ελάχιστο υπολείπεται ώστε εγώ και το μισό του αιώνα να συναντηθούμε. Όχι δεν είναι ένα άλλο ποστ απόρροια της αναμενόμενης κρίσης των -ηντα. Λόγω ηλικίας λοιπόν πρόλαβα τα "Επίκαιρα". Όχι το περιοδικό -και το περιοδικό το πρόλαβα- αλλά αυτά στο σινεμά. Που πριν ξεκινήσει η ταινία είχαμε μια επισκόπηση της επικαιρότητας. Σε μια τέτοια λοιπόν επισκόπηση -άσχετο, δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, αλλά δεν μου έρχεται καλύτερη, βλέπετε τον τελευταίο καιρό το κεφάλι μου είναι γεμάτο λέξεις, μοναχά λέξεις, για την ακρίβεια μοναχά ρήματα, ίσως φταίει το ότι διαβάζω και ξαναδιαβάζω το "Πεθαίνω σα χώρα" και είναι σαν να ξεδιψάω για να ξαναδιψάσω μετά από λίγο και να το ξαναδιαβάσω, οδηγημένη από μια ατέρμονη δίψα, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου ποστ, σε μια τέτοια λοιπόν επισκόπηση, για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα, είχα δει το εξής:

Στην Ινδία σε κάποια φάση αποφασίστηκε να παρθούν δραστικά μέτρα ελέγχου των γεννήσεων και έτσι υιοθετήθηκε ως μέτρο η στείρωση των αρσενικών. Για να πεισθούν χρειαζόταν να τους δοθεί κάποιο αντάλλαγμα. Η σκηνή λοιπόν διαδραματιζόταν κάπως έτσι:

Χώρος: Σκηνή από αυτές που χρησιμοποιούν οι ανθρωπιστικές οργανώσεις για να στεγάσουν τις δραστηριότητες τους, κάπου στη μέση του πουθενά. Ινδός σκεφτικός και λίγο αναποφάσιστος μπαίνει μέσα συνοδευόμενος απο χαμογελαστό νοσοκόμο. Επόμενη σκηνή: Ο Ινδός βγαίνει έξω χοροπηδώντας και πασιφανώς ευτυχής, κρατώντας στο χέρι του το αντάλλαγμα της απολεσθείσης γονιμότητας του: ΕΝΑ ΤΡΑΝΤΖΙΣΤΟΡΑΚΙ....

Όλα αυτά δε να προβάλλονται σε γρήγορη κίνηση σαν να έπρεπε να προλάβουν κάτι. Όχι δεν θυμάμαι εάν είχε εκλογές τότε. Χωρίς να το ξέρω, είμαι σίγουρη ότι το ραδιοφωνάκι λειτουργούσε μόνο με μπαταρίες και μάλιστα χρησιμοποιημένες.

Επίσης δεν είμαι σίγουρη για το ποιος ρημαδοσυνειρμός μου ξαναέφερε αυτή τη σκηνή στη μνήμη........

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2007

Τα όμορφα χωριά απλά καίγονται


ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

....................................



Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Τα χρέη στο blogging και στα χαρτιά πρέπει να πληρώνονται

Αγαπητέ Μάνο, πρώτα έρχομαι να ζητήσω συγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά σήμερα τελείωσε -λέμε τώρα- το σιδέρωμα. Ζήτησες πέντε ηθοποιούς. Δεν έχω πέντε έχω 1005, αλλά θα παραμείνω πίστη στις προδιαγραφές του παιχνιδιού και θα καταθέσω τους πέντε μου, νοιώθοντας όμως ότι σε ψιλοπαραπλανώ, γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω εύκολα ηθοποιούς από τους ρόλους και ρόλους από τη φωτογραφία, τη μουσική ή τη σκηνοθεσία, με αποτέλεσμα να έχω μια μεγάλη γκάμα "αγαπημένων ηθοποιών" για την ακρίβεια αγαπημένων ρόλων και ταινιών και σκηνοθετών. Π.χ. λατρεύω τον Νίκολσον, αλλά θεωρώ ότι όταν τον σκηνοθέτησε ο Αντονιόννι τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ή λάτρεψα ας πούμε τον Τσίτσο και Φράνκο στο "Χάος" των Ταβιάννι. Για να μην μακρυγορώ -διότι όπως υπαινικτικά ανέφερα και παραπάνω το σιδέρωμα δεν έχει τελειώσει-, οι πέντε:

....... προφανώς για το σπινθηροβόλο βλέμμα........

...γιατί αυτή η γυναίκα μοιάζει να έχει κληρονομήσει τα καλύτερα γονίδια

της γενιάς της....

......γιατί έχοντας δει σχεδόν όλες τις ταινίες της δεν βρήκα καμία που να μην θέλω να ξαναδώ.......

.........γιατί η ευκολία του να παίζει καταντούσε σκάνδαλο.........

........γιατί η σκηνή από το "Εκβους" που φωνάζει στη γυναίκα να σκάσει ακόμα και μετά από τόσα χρόνια με.....(δεν βρίσκω τη λέξη) το ίδιο.........

Φιλιά από όλους μας σε όλους



Τρίτη, 14 Αυγούστου 2007

"Πράγματα"


Μια φορά και ένα καιρό ζούσε σε ένα μικρό, αλλά γρήγορα αναπτυσσόμενο χωριό, ένα μικρό κοριτσάκι, ή τουλάχιστον αυτό του λέγανε ότι είναι, κάθε φορά που ρωτούσε «μα πως είσαστε σίγουροι ότι είμαι κοριτσάκι;». Στην αρχή της είπανε «μα δες έχεις μακριά μαλλιά σαν όλα τα κοριτσάκια, τι άλλο θα μπορούσες να είσαι;» Αυτό για λίγο την έπεισε, αλλά μετά μια μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, όταν παραπονέθηκε στη μαμά της ότι την τρώει το κεφάλι της, εκείνη φώναξε τρομαγμένη «δεν το πιστεύω κόλλησες ψείρες, μάλλον πρέπει να σε κουρέψω» και μεμιάς άρπαξε ένα ψαλίδι και με δύο κινήσεις έκοψε από τη ρίζα τις δύο κοτσίδες της. Έμεινε για λίγο απορημένη να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέπτη με ύφος συλλογισμένο. Κάτι την ενοχλούσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Και μετά κοίταξε τη φωτογραφία πάνω από τον καθρέπτη, εκείνη με τον μπαμπά της μικρό, τόσο όμορφο με τα κοντά ξανθά του μαλλιά. Για μια στιγμή τρόμαξε με την νέα πραγματικότητα που ανοιγότανε μπροστά της. Τέλος. Με μια κίνηση η μαμά της, της άλλαξε όλη τη ζωή. Την έκανε από κοριτσάκι αγοράκι. Δεν ήξερε εάν θα έπρεπε να κλάψει ή εάν θα έπρεπε να γελάσει. Της άρεσε η ζωή σαν κοριτσάκι, μα εξίσου της άρεσε και η ζωή σαν αγοράκι. Όλη μέρα να παίζει μπάλα, κυνηγητό, να σκαρφαλώνει παντού χωρίς να φοβάται ότι θα σκιστεί το φουστανάκι της ή ακόμα χειρότερα εάν θα δουν τα αγόρια το βρακάκι της, που όπως έλεγε και η γιαγιά της η Αργυρώ, ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί σε ένα κοριτσάκι. «Μαμά, μαμά, φώναξε, πως θα πάω σχολείο αύριο;» «Τι εννοείς πώς θα πας;» ρώτησε η μαμά της; «Μα δεν έχω αγορίστικα ρούχα, θα με κοροϊδεύουν τα άλλα αγοράκια εάν θα πάω με κοριτσίστικά ρούχα». «Και γιατί παρακαλώ πρέπει να πας με αγορίστικα ρούχα;», ρώτησε η μαμά της. «Μα μαμά δεν έχω πια μακριά μαλλιά, δεν είμαι κοριτσάκι, είμαι αγοράκι πια». Η μαμά της έβαλε τα γέλια και της είπε ότι τα αγοράκια διαφέρουν και σε άλλα "πράγματα" από τα κοριτσάκια και αυτά τα άλλα "πράγματα" που είχε αυτή ήταν και αυτά που την έκαναν κοριτσάκι. «Άλλα «πράγματα», δηλαδή;» ρώτησε απορημένη. Δεν γίνεται να τα κόψουμε και αυτά;», γιατί είχε αρχίσει να της καλαρέσει η ιδέα να γίνει αγοράκι. «Όχι χαρά μου, της είπε η μαμά της, δεν γίνεται, βλέπεις τα αγοράκια και τα κοριτσάκια δεν γίνονται γεννιώνται έτσι (παραμύθι είναι μην μου την πέσετε)». «Δεν έχουν όνομα αυτά τα πράγματα», ξαναρώτησε. «Όταν έρθει το καλοκαίρι για διακοπές η κυρία Ισμήνη θα σου εξηγήσει», της είπε η μαμά.

Η κυρία Ισμήνη ήταν μια φίλη της μαμάς, γιατρός και κάθε καλοκαίρι με το που ερχόταν την εξέταζε προσεκτικά και για ώρα και μετά της έδινε το δώρο της. Κάθε καλοκαίρι το ίδιο μα και διαφορετικό. Ένα μπουκάλι που κάθε φορά φώλιαζε και κάτι διαφορετικό μέσα του. Πότε ένα καράβι, πότε ένας κήπος, πότε ένα παλιό κομμάτι χαρτί με περίεργα γράμματα πάνω του, περγαμηνή, της την είπε, με χαϊκού μέσα του, πότε ένα μικρό αστείο κούκλο τόσο δα μικρό. «Μην τα σπάσεις, της έλεγε, παρά μόνο όταν θα είσαι σίγουρη ότι θα θες να ελευθερώσεις αυτά που είναι κλεισμένα μέσα τους, μέχρι τότε φύλαξε τα». «Και πότε θα ξέρω πότε θα είναι η σωστή στιγμή;» «Θα την ξέρεις, της απαντούσε χαμογελώντας. Πάντα ξέρουμε πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για αυτά τα πράγματα». Να την πάλι αυτή η λέξη «πράγματα». «Και ποια είναι αυτά τα πράγματα;», ρωτούσε. «Κάποια θα τα ανακαλύψεις μόνη σου, κάποια θα στα μάθουν άλλοι, κάποια τα έχεις μέσα σου και όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή θα τα συναντήσεις». «Και ποιοι είναι αυτοί που θα μάθουν κάποια από αυτά;», ρωτούσε ελπίζοντας ότι εάν τους ήξερε θα μπορούσε να τους βρει και να τους ρωτήσεις, γιατί εκτός που μαζευόντουσαν ήδη επικίνδυνα πολλά «πράγματα», δεν άντεχε να περιμένει για τίποτα, ούτε καν για ένα μαλλί της γριάς στο πανηγύρι του χωριού. «Μην ανησυχείς τα μπουκάλια θα σε πάνε σε αυτούς όταν έρθει η κατάλληλη ώρα». «Πως θα με πάνε αφού θα τα έχω σπάσει;», ρωτούσε. «Και να μην τα σπάσω πως θα μπορούσα να χωρέσω εγώ μέσα τους;» «Το θέμα είναι να χωράνε τα «πράγματα» μέσα τους, της απαντούσε, όπου χωράνε τα «πράγματα» χωράς και εσύ» και με μια κίνηση την έπιανε αγκαλιά και την έβγαζε στην αυλή. «Πήγαινε να παίξεις τώρα, να και αυτό, είναι και αυτό ένα από τα «πράγματα» που λέμε». «Εάν είναι ένα από τα «πράγματα», τότε που είναι το μπουκάλι του;» τη ρωτούσε. «Είναι κάποια πράγματα που το μπουκάλι τους είσαι εσύ η ίδια», της απαντούσε γελώντας δυνατά. Αυτή μπουκάλι; Μα αυτή ήταν κοριτσάκι, πως ήταν δυνατόν να είναι και μπουκάλι; Και στο κάτω κάτω δεν έμοιαζε σε τίποτα με μπουκάλι. Τα μπουκάλια ήταν διάφανα. Όταν κοιτούσε έβλεπε από μέσα τους τα πάντα, λίγο περίεργα βέβαια, παραμορφωμένα, αλλά τα έβλεπε. Αυτή δεν ήταν διάφανη. «Μα εγώ δεν είμαι διάφανη σαν μπουκάλι», της έλεγε. «Νομίζεις Ρουρού μου, της απαντούσε, γιατί έτσι τη φώναζε, «Ρουρού η νεράιδα του νερού», όλα τα παιδιά της ηλικίας σου είναι διάφανα μονάχα που δεν το ξέρουν». «Μα και εγώ τώρα που το έμαθα δεν το βλέπω», της απαντούσε. «Αυτό χαρά μου δεν το βλέπεις, το νοιώθεις». Νοιώθεις ότι είσαι διάφανος, μα πως μπορεί να νοιώσει κανείς κάτι τέτοιο; «Τέλος χρόνου Ρουρού», της έλεγε γελώντας πια δυνατά και της έβαζε στο στόμα ένα από εκείνα τα μικρά στρόγγυλα σοκολατάκια με τις νιφάδες χιονιού γύρω του. «Ινδοκάρυδο είναι», της έλεγε η μαμά της, αλλά εκείνης της άρεσε να τις σκέφτεται σαν νιφάδες χιονιού. Άλλωστε αυτό ήταν το μόνο που είχε βρει να μοιάζει με χιόνι. Βλέπετε στο μικρό αλλά γρήγορα αναπτυσσόμενο χωριό της, δεν χιόνιζε, αλλά ούτε και είχε χιονίσει ποτέ.

Έτσι η Ρουρού αποφάσισε να περιμένει μέχρι το καλοκαίρι που θα ερχόταν η κυρία Ισμήνη, για να μάθει ποια ήταν επιτέλους αυτά τα πράγματα που της είπε η μαμά της και που την έκαναν πέρα από κάθε αμφιβολία κοριτσάκι. Για σιγουριά και επειδή το έχουμε ξαναπεί ότι ήταν ένα περίεργο και ανυπόμονο κοριτσάκι –γιατί το είχε αποφασίσει μέχρι να έρθει η κυρία Ισμήνη θα παρέμενε κοριτσάκι- κοίταζε τα μπουκάλια στη βιβλιοθήκη μήπως και μπορούσαν να της απαντήσουν αυτά, αλλά όσο και να ρώτησε αυτά παρέμειναν σιωπηλά, τόσο σιωπηλά όσο διάφανα ήταν. «Και εάν είναι από αυτά που τα έχω μέσα μου;» σκέφθηκε. Και προσπάθησε να δει μέσα της. Μα όσο και να προσπάθησε δεν κατάφερε τίποτα. «Το καλοκαίρι, σκέφθηκε, τότε θα μάθω σίγουρα, αφού το είπε η μαμά, έτσι θα γίνει».

Ξαναγύρισε στο δωμάτιο της και έκατσε στο γραφείο της να τελειώσει τα μαθήματα της, γιατί είχε πια βραδιάσει για καλά. «Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ» διάβασε δυνατά, όταν ξαφνικά ένοιωσε σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μια μυρωδιά βασιλικού και θάλασσας μαζί σαν να ήρθε στη μύτη της. Κοίταξε παραξενευμένη γύρω της. Το παράθυρο της ήταν κλειστό και όλα στο δωμάτιο της είχαν ξαναγίνει όπως πριν. Μονάχα ένα μπουκάλι, αυτό με την περγαμηνή με τα χαϊκού, έμοιαζε σαν να είχε λίγο μετακινηθεί από τη βάση του. «Σωτηρία, το φαγητό είναι έτοιμο, άκουσε τη μαμά της να φωνάζει, τελείωνε και έλα να φας, έχω κέικ με ινδοκάρυδο για γλυκό μετά το φαγητό». «Γλυκό με χιόνι, γλυκό με χιόνι», φώναξε και έτρεξε γρήγορα στην κουζίνα. «Ινδοκάρυδο είναι, Σωτηρία μου» της είπε γελώντας η μαμά της. «Νομίζεις μαμά εγώ ξέρω ότι είναι χιόνι». «Μπα και πως το ξέρεις;». «Εμείς τα παιδιά τα ξέρουμε αυτά τα «πράγματα» μαμά» της απάντησε γελώντας δυνατά, «άλλωστε, όταν έρθει η κυρία Ισμήνη μπορείς να τη ρωτήσεις και να δεις που θα σου πει ότι έχω δίκιο».

Γύρισε στο δωμάτιο της χορτασμένη, κρατώντας στη χούφτα της λίγο από το "χιόνι" της και τότε θυμήθηκε το μπουκάλι με την περγαμηνή με τα χαϊκού. "Λες;" σκέφθηκε και στάθηκε για λίγο να το κοιτάει. Δεν ήταν ιδέα της το μπουκάλι έμοιαζε να έχει γείρει λίγο στη βάση του κι όμως όταν το άγγιζε έστεκε το ίδιο ακούνητο με πριν, λες και αυτή η καινούργια του θέση ήταν η σωστή. Αυτή της η διαπίστωση όμως δεν της έλυσε το πρόβλημα. Για ποιό λόγο και πως το μπουκάλι μετακινήθηκε από τη θέση του; Και γιατί όταν έβαλε τα βιβλία στη τσάντα του σχολείου της, αυτά ακόμα μύριζαν βασιλικό και θάλασσα μαζί; "Αύριο, σκέφθηκε, θα το σκεφτώ καλύτερα". Άλλωστε νύσταζε πάρα πολύ. Ξάπλωσε την ώρα που η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο της να την καληνυχτίσει. "Θες να σου πω το ποίημά μου;" τη ρώτησε. Και χωρίς να περιμένει απάντηση άρχισε να απαγγέλει νυσταγμένα "Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου........". Κάπου εκεί τη πήρε ο ύπνος, με το γενναριάτικο φεγγάρι να φωτίζει το πρόσωπό της. Στη βιβλιοθήκη τώρα, το μπουκάλι με την περγαμηνή με τα χαϊκού αποχαιρετούσε τα άλλα μπουκάλια και ξεκινούσε το ταξίδι του.....

Μάλλον συνεχίζεται

πρωινό ξύπνημα





Καλημέρα σε όλους σας.

Πολλά πολλά φιλιά στη Ραφαηλία, το βλαστάρι της Μαριλένας, που αναρρώνει από μια "αροστηα". Διατήρησα την ορθογραφία της λέξης, γιατί πάντα πίστευα ότι η αρρώστια ενός παιδιού, όσο απλή και να είναι, δεν αποτελεί παρά μια ανορθογραφία. Ευτυχώς όπως μαθαίνω, συνηγορούντος και του ότι η Ραφαηλία είναι "χορτοφάγος", η γαστρεντερίτιδα την έκανε με μικρά πηδηματάκια.

Αυτό τον καιρό η οικογένεια ζει την απόλυτη παραφροσύνη, ζώντας σε ρυθμούς άρρυθμους και αρκούντως εξοντωτικούς. Ναι, καλά το καταλάβετε: παιδιά τέσσερα, ενήλικες τρεις, γάτος ένας, σκυλί ένα, χελώνες δύο. Ακόμα και ένα καναρίνι, που το βρήκαμε στο μπαλκόνι μας πεινασμένο και αδύναμο, αφού πήρε δυνάμεις, την έκανε, θεωρώντας ότι ο κόσμος έξω από το σπίτι μας είναι προτιμότερος και σαφώς ευκολότερος και έτσι μας έμεινε το κλουβί και η τροφή που του αγοράσαμε (όποιος ενδιαφέρεται ας μου στείλει mail να του τα στείλω).

Ναι και αυτό καλά το καταλάβατε: Ακόμα δεν έχω τελειώσει το σιδέρωμα. Αυτή τη σχέση σιδερώματος και διαταραγμένης ψυχικής γαλήνης που με διακατέχει πρέπει να τη ψάξω, αλλά πάλι με τόσο σίδερο, πότε να προλάβω....

Α! Just καλώς μου το.

N. Ago εγώ ευχαριστώ που μου επέτρεψες να συμμετάσχω σε αυτή την ιστορία.

Μάνο δεν ξέχασα, αλλά έκανα τάμα: άμα δεν τελειώσω το σίδερο παιχνίδια και άλλα συναφή χαλαρωτικά δεν έχει..

Μουσική επένδυση (κατάλληλη για σίδερο και όχι μόνο)

* Ως συνήθως η μουσική σε αυτό το blog ανήκει στην κατηγορία "τρεις λαλούν και εμείς χορεύουμε". (Πάλι καλά που αυτό τον καιρό ο Κασσιανός μάλλον είναι σε διακοπές) .........

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2007

Πρωινό ξύπνημα



Συμβάλλοντας με τον τρόπο μας, στα όσα τρομακτικά αλλά και τρομοκρατικά (όρα διαφήμιση Greenpeace) ακούγονται γύρω μας, αλλάξαμε το template του blog επαναφέροντας το παλιό, αλλά διαχρονικό πιγκουϊνοtemplate, επισημαίνοντας, ότι άμα δεν βάλουμε μυαλό, πολύ σύντομα θα κολυμπάμε μαζί με πιγκουϊνους, φώκιες, θαλάσσια λιοντάρια και άλλα συμπαθή δίποδα, τετράποδα και άποδα πλάσματα του ζωϊκού βασιλείου.

Από την άλλη και με δεδομένο ότι αγαπημένος μου προορισμός είναι η Παταγωνία, κρατάω μια επιφύλαξη για το πόσο βαριά θα μου πέσει αυτή η προοπτική.........

Καλή μέρα σε όλους και όλες σας

*** Σχολιασμός φωτό: Εμείς πάντως ως οικογένεια το βιολί μας........

Υ.Γ. Σχόλια του στυλ "δεν σου έκατσε το προηγούμενο και από ανάγκη χρησιμοποίησες το παλιό template", θα χαρακτηρισθούν στη χειρότερη περίπτωση εύστοχα......

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

...... ξανά στα στέκια τα παλιά ........


Απόψε το βράδυ έκανα ότι κάνω κάθε χρόνο τέτοια μέρα εδώ και δέκα τέσσερα χρόνια, τρία μόνη μου και έντεκα μαζί τους. Έβγαλα το καλό μου φουστάνι, αυτό που φοράω τις σπάνιες φορές που πάω καλοκαίρι εκκλησία, αρκετά λεπτό για να μην ζεσταίνομαι, αρκετά σεμνό για να μην με πάρει στο κυνήγι η μαμά μου, τα ασορτί παπούτσια, τα καλά φουστάνια των παιδιών και τα καλά τους πέδιλα, το γκρι παντελόνι για τον Τάσο με το γαλάζιο λινό πουκάμισο (εντάξει καμιά πρωτοτυπία) τα μαύρα του παπούτσια, τα στοίχησα στο καθιστικό έτσι που το στις 7:00 το πρωί που θα σηκωθούμε να είναι έτοιμα. Αύριο η οικογένεια πάει εκκλησία, σε ένα μνημόσυνο, που εδώ και 14 χρόνια γίνεται ανελλιπώς κάθε χρόνο με τη παρουσία μου στην αρχή και με τον ερχομό τους στη ζωή μου και με την δικιά τους πια. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο χωρίς να μιλάμε, τα παιδιά γιατί ακόμα κοιμούνται όρθια, ο Τάσος και εγώ γιατί έτσι είναι σαν να σπρώχνουμε αυτή τη μέρα να τελειώσει. Είναι μια γρήγορη μέρα αυτή. Τελειώνει μόλις τα παιδιά πάρουν το αντίδωρο από τα χέρια του παππού τους και βγουν από το μικρό μισοσκότεινο εκκλησάκι στην μεγάλη αυλή του μοναστηριού και αρχίσουν να κυνηγιόνται με ένα σμάρι μέλισσες να χορεύουν γύρω τους στη γεμάτη αυλή λουλούδια του μοναστηριού, ανακουφισμένος ο καθένας μας για τους δικούς του λόγους. Ο Τάσος γιατί ήταν εκεί, ένας ώμος ολόκληρος για να ακουμπάω, ακόμα και εάν ξέρει ότι εκείνη τη μέρα τα μάτια μου είναι γεμάτα από ένα άλλο ώμο, ένα ξανθό ώμο, τα παιδιά γιατί είναι σαν να νοιώθουν ότι αυτά και ο πατέρας τους είναι το αντίδοτο σε ένα δηλητήριο που παραλίγο να νεκρώσει και μένα μαζί με όλα τα άλλα που νέκρωσε γύρω μου, στέκονται πειθαρχημένα μπροστά μου με εμένα να ακουμπάω στους ώμους τους, ώμοι τρεις και εγώ εκεί να προσπαθώ να συνθέσω μέσα από ένα δίσκο με σιτάρι τη μορφή του και τη ζωή μου τότε. Όχι δεν είναι μια στιγμή λύπης για το σπίτι μου αυτή, για όλους μας είναι μια στιγμή διεκδίκησης που μέχρι τώρα την κερδίζουμε. Τίποτα δεν πέρασε τίποτα δεν ξεχάστηκε, τίποτα δεν έγινε λιγότερο επώδυνο, αλλά μέσα από όλα αυτά εμείς κατορθώσαμε να βρεθούμε, τέσσερεις ώμοι, το σπίτι μου, το σπίτι μας και εκείνος ο άλλος ο ξανθός ώμος και αυτός κάπου εκεί, σε μια παράλληλη πορεία με τη δικιά μας ίσως, αλλά πάντα εκεί μαζί μου, μέσα μου, χωρίς απελπισία πια, χωρίς θυμό πια, χωρίς αναπάντητα γιατί πια, ένας πόνος πάντα, ανέγγιχτος από το χρόνο και ότι καινούργιο έφερε μαζί του. Και μετά βγαίνουμε στο φως – όπως λένε στα μυθιστορήματα- μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι το να αποφασίσουμε το αν θα πάμε για μπάνιο. Και φτάνουμε στο σπίτι ξαναβάζω τα ρούχα μας στη θέση τους και βγάζω τα μαγιό μας και υποψιάζομαι, χωρίς να είμαι και σίγουρη, ότι αυτό εννοούν όταν λένε ότι η ζωή συνεχίζεται……………

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δεν θα είναι



Κρίση στην οικογένεια ; Μπα !!!!

Η Νάσια ρώτησε γιατί δεν έχει γραφεί βιβλίο με το όνομα της, αφού για τη Νερίνα έχει γραφτεί. Χα, νόμιζε ότι θα μου τη φέρει, αλλά εγώ είχα από καιρό απαντήσει σε αυτό και θριαμβευτικά της έδειξα ένα βιβλίο με τίτλο το όνομα της: "Νάντια" του Μπρετόν.
Το μωρό μου καταχάρηκε και αποφάσισε να το διαβάσει. Τι της είπαμε ότι είναι βαρύ για καλοκαίρι, τι της είπαμε ότι η μετάφραση του Βαλαωρίτη θα της πέσει κομματάκι δυσνόητη, τι της είπαμε ότι πρέπει να γίνει 18 για να μπορέσει να το διαβάσει, αυτή ήταν κάθετη "δεν γράφει από πόσο χρονών πρέπει να είσαι μαμά, άρα μπορώ να το διαβάσω πριν γίνω 18". Εμείς στο σπίτι μας την κατακόρυφο απαγορεύουμε, την ανάγνωση βιβλίων πάλι όχι, οπότε της είπαμε "κάνε ότι θες", επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να βρει άλλο τρόπο να βρίσκει που έχει μείνει. Και εξηγούμαι: Το καλοκαίρι ζητούσε από εμάς να της κρατάμε τη λέξη. Όχι όπως ο άλλος κόσμος που σημαδεύει σελίδα για να ξέρει από που θα συνεχίσει το διάβασμα, αυτή σημαδεύει λέξη. Και ήθελε να την κρατάμε με το δάχτυλο, διότι καθόλου δεν της αρέσει να σημαδεύει βιβλία. Και να πω ότι διάλεγε καμιά περίεργη λέξη; Συνήθως σταμάταγε σε "και". Τέλος πάντων αφού εξασφαλίσαμε ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι υπηρεσίας και αφού απαντήσαμε σε προβληματισμούς του στυλ "μπαμπά τι σημαίνει η λέξη σμοί;",, παραλείποντας το "οραματι" την αφήσαμε ήσυχη. Έχοντας διαβάσει από χθες βράδυ δυο σελίδες και κάτι ψηλά, από τον πρόλογο πάντα, κλήθηκε από τις άλλες τρεις να απαντήσει στο ερώτημα "τι λέει το βιβλίο μέχρι τώρα;". Για μια στιγμή μου κόπηκε η ανάσα. "Έχει γούστο, σκέφθηκα, να θυμάται τι διάβασε". Όχι δεν θυμόταν τι διάβασε, ουφ, αλλά όπως εξήγησε, έφταιγε το γεγονός ότι υπήρχαν λέξεις στα αγγλικά (για αυτήν δύο ξένες γλώσσες με γραπτή υπόσταση υπάρχουν στο κόσμο, αγγλικά και κινέζικα). Οι άλλες δεν την πίστεψαν και ζήτησαν αποδείξεις. Αφού τις πήραν καλύφθηκαν απόλυτα. Εγώ πάλι ρώτησα τη Νάσια που σταμάτησε. Μου έδειξε μια τελεία στη μέση της τρίτης σελίδας "εδώ" μου είπε με σιγουριά. Διάβασα τη τελευταία πρόταση και γέλασα:

"Πέρα λοιπόν από τις κοινοτυπίες, ζει κάπου μέσα ή έξω μας μια Νάντια που αφήνεται ελεύθερη στους δρόμους της στιγμιαίας της έμπνευσης, σπάζοντας και παραβιάζοντας τους κανόνες".

Δεν είναι κακό, δεν είναι καθόλου κακό indeed...

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

Έτσι



Όταν γεννιέται ο άνθρωπος


ένας καημός γεννιέται


όταν φουντώνει ο πόλεμος


το αίμα δε μετριέται.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Ορκίστηκα στα μάτια σου


που τα 'χα σαν βαγγέλιο


τη μαχαιριά που μου 'δωκες


να σου την κάμω γέλιο.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Μα συ βαθιά στην κόλαση


την αλυσίδα σπάσε


κι αν με τραβήξεις δίπλα σου


ευλογημένος να 'σαι.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Νίκος Γκάτσος, Σταύρος Ξαρχάκος

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2007

Ratatouille







Δείτε το! Τα συγχαρητήρια μου επίσης σε αυτόν που έκανε τη μετάφραση στην κόπια που είδα εγώ...........