Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Πρωινό ξύπνημα



Καλημέρα. Άχρηστη πληροφορία: Κάνει ζέστη !!!!!!!!!!

Σήμερα ξέχωρη καλημέρα στους καινούργιους αυτού του blog.

Στο natassaki και στον Άκη με την "πράσινη ζώνη" και την υπέροχη σχέση με τα χρώματα,

Στο Μάνο , πατέρα ενός γιού και εν δυνάμει πατέρα μιας κόρης,

Στην Ειρήνη, ή Ρήνα όπως λέγαν τη γιαγιά της

Στη Βασιλική που και μόνο ο "λόγος" της μου αρκεί (από ευγένεια το λέω αυτό, θα πάρω όλο το πακέτο που οικειοθελώς προσέφερε)

και αυτό γιατί από την μια η, γνωστή στους παλιούς αυτού του blog, αμηχανία μου να το πω, αδυναμία μου να το πω, έλλειψη καλών τρόπων να το πω, όπως και να το πω παραμένει το ίδιο πάντως, η γνωστή λοιπόν στους παλιούς και όπως θέλετε πείτε το τακτική μου, να μην απαντάω με συνέπεια στα σχόλια που γράφονται εδώ δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από κάτι που με πιάνει και όταν στέκομαι μπροστά σε αυτό το τετραγωνάκι με την απειλητική -για μένα φράση- "Αφήστε το σχόλιο σας" μπλοκάρω τελείως και τότε μπαίνω σε μια διαδικασία να σκεφθώ και όταν εγώ αρχίζω να σκέφτομαι τι θα να γράψω, τότε μπλοκάρω ακόμα περισσότερο και με συνοπτικές διαδικασίες το βάζω στα πόδια.

Έτσι μέσα στο ασφαλές πλαίσιο μιας ανάρτησης -καλά η μετάφραση- κρεμάω και εγώ την ¨καλημέρα¨ μου και ελπίζω να καταλάβατε τι ήθελα να πω.

Υ.Γ. Ρόζα χαρά μου, φρονώ ότι πλέον πρόστιμα πρέπει να πέφτουν μόνο στα κεφάλια των παρόχων μας.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007

That's All Folks


Μέρος έκτο και τελευταίο


Μία για όλες και όλες για πάρτη τους
(μαντέψτε ποιά είναι η μία)

Η παράσταση

Μετά από τις απαραίτητες εξηγήσεις και αφού ξεσκόνισαν τον καλό μου και φρόντισαν τις πληγές που του είχαν δημιουργηθεί από τον υπερβάλλοντα ζήλο του οργάνου της τάξεως και αφού με φωτογράφισε σχεδόν το σύνολο του θεάτρου ως την ασώματο κόρη με ξεσφήνωσαν και με απιθώσανε να δω την παράσταση. Πολλά για την παράσταση δεν έχω να πω, γιατί αφού δωροδόκησα τη Νάσια , η οποία σε κάτι τελικά μου έμοιασε και δεν συμπαθεί το θέατρο –παγωτό και μάλιστα διπλό πύραυλο εξ’ ου και σήμερα συμπληρώνει τρίτη μέρα με αμυγδαλίτιδα- και βόλεψα την Παρασκευούλα, μια εκ των ανιψιών μου, σε μια κατάλληλη στάση –διότι ένα του αβολεύτου το έχει το καμάρι μου και κλωτσάει ότι βρει μπρος και πίσω- έγειρα όλο εγκατάλειψη στον ώμο του καλού μου και κοιμήθηκα. Από τα λίγα που άκουσα στον ύπνο μου μέσα, ανεπιφύλακτα θα σύσταινα στην κ. Ρουγγέρη να σκηνοθετεί και να ανεβάζει έργα ήδη γραμμένα για θέατρο, διότι δεν μπορεί κάτι περισσότερο θα ξέρανε αυτοί που τα γράψανε και επίσης τι θα κάνουν οι κληρονόμοι τους για να ζήσουν θα γίνουν κλέφτες; Αυτά και άλλα δεν έχω να πω. Τα παιδιά μου με τη στενή και την ευρεία έννοια υπήρξαν άψογα, η Νάσια μόνο είχε ένα πρόβλημα με την κακιά του έργου γιατί όλο την ίδια τουαλέτα φορούσε.

Μετά το τέλος της παράστασης και ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία αλλά στην κατηφόρα της, αλλά πάντα πιστοί στην ίδια διαδικασία με του ανεβάσματος και αφού πήραμε το αυτόγραφό μας, έστειλα τον καλό μου στο σπίτι να φέρει το αυτοκίνητο, γιατί εγώ να περπατήσω άλλο δεν μπορούσα, καθότι εκτός από το ατυχές ατύχημα με το σφήνωμα μου, είχαν πιαστεί και οι προσαγωγοί μου.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο με το γνωστό τρόπο, ένα παιδί και ανάμεσα στα πόδια του ένα άλλο παιδί, τα μέτρησα για σιγουριά τα βρήκα έξη, βάλανε το γνωστό CD, «τι ποιό γνωστό CD;» αυτό με τα τραγούδια της Γιουροβίζιον και σαν σχολική εκδρομή ξεκινήσαμε για το σπίτι, τρεις στροφές πράγμα όλο και όλο. Στη τρίτη στροφή μια κραυγή έσκισε την οροφή του αυτοκινήτου και έκανε τους κατοίκους της περιοχής να βγουν στα μπαλκόνια τρομοκρατημένοι. «Παγωτό δε πήραμε» φώναξε η Νάσια με μουσική υπόκρουση τις άλλες να τραγουδάνε το «γεια σου Μαρία». Θαυμάζοντας για μια ακόμα φορά την οδική συμπεριφορά του αυτοκινήτου μας και το πόσο είχε προσαρμοστεί στις οικογενειακές μας συνήθειες καθώς και τα άψογα αντανακλαστικά του καλού μου, στο παραπέντε γλυτώσαμε τη σύγκρουση με παρακείμενη μάντρα και με ένα ταρατατζουμ βγήκαν και οι έξη και πήρανε τα παγωτά τους. Ξαναμπήκανε και επιτέλους φτάσαμε στο σπίτι.

Μέχρι να παρκάρει ο καλός μου το αυτοκίνητο, μας βγήκε λίγο μεγάλο είναι η αλήθεια, εγώ έκανα λίστα με τα αιτήματα των έξη. Η μια ήθελε παγωτό και γεμιστά, η άλλη ήθελε ένα κρύο τοστ με γαλοπούλα και τυρί και παγωτό, η άλλη ήθελε δύο ψημένα τοστ με γαλοπούλα και τυρί και παγωτό, η άλλη ήθελε σκέτο ψωμί του τοστ με βούτυρο και γάλα με δημητριακά και παγωτό, η άλλη ήθελε και γεμιστά και ψωμί του τοστ και μια φέτα γαλοπούλα και παγωτό και η τελευταία ήθελε παστίτσιο και παγωτό. Επίσης όλες θέλανε νερό, τουαλέτα και επεισόδιο του «παραπέντε». Εγώ πια δεν είχα τη δύναμη να αρνηθώ τίποτα και τους ζήτησα να κάνουν και γραπτά τα αιτήματα τους και να μου τα στείλουν με μια τριμελή επιτροπή να τα εξετάσω, διότι ότι και να γίνει δεν ξεχνάω τον εκπαιδευτικό ρόλο που πρέπει να έχει μια μάνα και θεία. Επίσης τους τόνισα, ότι πρέπει να έχουν αποφασίσει πριν μπούμε στο σπίτι, τη σειρά που θα πάνε στη τουαλέτα και ότι η διπλανή κολλητή λείπει και έτσι δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν και τις δικές της. «Γιατί να μην βαρέσουμε στον κ. Σοφοκλή;» είπε η Νερίνα, αλλά κάτι στα μάτια μου την εμπόδισε να συνεχίσει και αποδέχθηκε τη σειρά που κληρώθηκε, πριν την Μαριαλένα και μετά την Χριστίνα. Πάνω στην ώρα ήρθε και ο καλός μου με θριαμβευτικό ύφος, αφού είχε επιτέλους κατορθώσει να παρκάρει και αφού του είπα «άμα θες τουαλέτα βάρα στο Σοφοκλή» μπήκαμε στο ασανσέρ και ανεβήκαμε στο σπίτι.

Στο σπίτι

Αντί για άλλης περιγραφής σας προτείνω να ξαναδείτε τη ταινία του Τσάπλιν «Modern Times», η σκηνή με τα ρολόγια περιγράφει ακριβώς την κατάσταση που επικράτησε στο σπίτι μέχρι να έρθουν να ξαπλώσουν όλα τους στο πάτωμα και να βλέπουν «παραπέντε». Επ' ευκαιρία θέλω και από εδώ να ευχαριστήσω τον κ. Καπουτζίδη, δεν ξέρω τι γνώμη έχετε για αυτόν ως δημιουργό, αλλά εγώ του οφείλω πολλά και πάνω από όλα το ότι μόνο αυτός έχει κατορθώσει να τις κρατάει ήσυχες και πάνω από όλα αμίλητες.

Το τέλος εκείνης της μέρας

Ένοιωσα τον καλό μου να με σκουντάει «έλα πάμε στο κρεβάτι μας, οι μικρές κοιμήθηκαν, σου έχω ανοίξει και δρόμο να περάσεις». Σηκώθηκα κοιμισμένη και με προσεκτικά βήματα σαν τυφλός που ακολουθεί κυνηγετικό σκύλο και με τον καλό μου στο ρόλο του μπαστουνιού, διέσχισα το καθιστικό και στάθηκα για λίγο στο δωμάτιο τους. Τα μωρά μου εκεί τελείως παραδομένα με μισάνοιχτα στόματα, δυο δυο στο κρεβάτι δυο δυο και ο γάτος στο κατώφλι του δωματίου τους να τις φυλάει. «Είναι όλες εκεί -μου είπε ο καλός μου- μέτρησα τέσσερα βρακάκια», γέλασα για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα και αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη τη μέρα……….

Τέλος

(να φιλάω σταυρό άμα δεν με πιστεύετε!!!!!!)

Υ.Γ. Απο την αναφερομένη στο προηγούμενο ποστ λίστα έχω ξεχάσει τις ρακέττες. Για λόγους τάξης τις αναφέρω εδώ.

Μπρος γκρεμός και πίσω γκρεμός, συγνώμη θέατρο ήθελα να πω


Μέρος πέμπτο



Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται,

το βράδυ απλά επαληθεύονται όλες οι προβλέψεις

Θα το πω έστω και με κίνδυνο να μου κόψει σχεδόν στο σύνολο της την καλημέρα η μπλογκόσφαιρα, αλλά εγώ τη Μελίνα δεν την αποδέχτηκα ποτέ. Από την άλλη το «Ποτέ την Κυριακή» υπήρξε μια από τις αγαπημένες μου ταινίες και η ατάκα περί του όλοι στο τέλος πήγαν μαζί στη θάλασσα αποτέλεσε και αποτελεί εδώ και χρόνια κομμάτι της φιλοσοφίας μου σχετικά με το ποια είμαι εγώ και που πάω. Εν καιρώ θα αναφερθώ στο σύνολο της κοσμοθεωρίας μου για να ακούνε οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι.

Η μέρα λοιπόν έφτανε στο τέλος της. Τα γεμιστά είχαν φαγωθεί, το κείμενο είχε γραφτεί, εγώ είχα εκτονώσει σε μεγάλο σημείο την οργή μου να πω, το θυμό μου να πω, το αλλούτελα μου να πω, ότι και να πω λίγο είναι, στον τεχνοφρικ καλό μου, έστω και εάν αρνήθηκε να φορέσει το παπιγιόν για να μπορέσω να εκτονώσω και αισθητικά το ότι τέλος πάντων ένοιωθα και μετά από τέτοια ταραχή και στην υποθετική περίπτωση που θα είχα επιτρέψει να μου συμβεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν η φυσιολογική κατάληξη θα ήταν η θάλασσα, όποια εποχή του χρόνου να ήταν και ότι καιρό και να είχε.

Αλλά όπως είπα στο παρελθόν και π.σ. & α.(προ σκασμένων και ανιψιών), γιατί το σήμερα έχει τη δικιά του διάσταση και τη δικιά του φιλοσοφία διαμορφώσει με μένα παντελώς απούσα από την διαδικασία διαμόρφωσης της. Τώρα πια είμαι μάνα και θεία. Στη θάλασσα πηγαίνω για να επιτελέσω το ρόλο μου ως τέτοια και όχι για να ξορκίσω τους δαίμονες μου. Και πως θα γινόταν αλλιώς άλλωστε αφού τους κουβαλάω μαζί μου και όχι μόνους αυτούς αλλά και τα δαιμονικά τους εξαρτήματα: κουβαδάκια, φτυαράκια, τσουγκρανίτσες, στρώματα, μπρατσάκια, σανίδες, μάσκες, βατραχοπέδιλα, ταπεράκια με φρούτα, μπισκότα, ψυγειάκι με γιαουρτάκια, σαντουιτσάκια, χυμούς, αμέτρητα μπουκάλια νερό, γυάλινα βαζάκια για τη συλλογή κοχυλιών, αμέτρητες πετσέτες, όλη τη συλλογή μαγιό και των τεσσάρων με όλα τα ανάλογα παρεό, ομπρέλες, ψάθες, καρεκλάκια, ξαπλώστρες, τσατσάρες, κοτσιδάκια, καπελάκια, μπαντάνες και όλο και κάτι θα έχω ξεχάσει ακόμα είμαι σίγουρη, α! ναι το Sudoku μου και τη γνωστή βιογραφία της Χάϊσμιθ, ναι, αυτή που έχω ενάμιση χρόνο και δεν την τελείωσα ακόμα. Εγώ που ξεκινούσα και τελείωνα τα μπάνια από εθνική επέτειο σε εθνική επέτειο (25η Μαρτίου σε 28η Οκτωβρίου), τώρα και μόνο που ακούω θάλασσα τελείως συνειρμικά αρχίζω να πακετάρω όλα τα παραπάνω και να σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που δε ζω σε ένα βουνό στη μέση της ερήμου (υπάρχει άραγε τέτοιο;).

Το πρωί της αποφράδας μέρας με πήρε τηλέφωνο η έτερη γυναίκα της οικογένειας –κόρες δύο και αυτή, ανιψιές μου επίσης , ναι σωστά μετρήσατε έξη τα κορίτσια στην οικογένεια- και μου ζήτησε να πάω θέατρο με όλες, γιατί αυτή είχε δουλειά και εάν οι δικές της δεν πήγαιναν θα την έτρωγε η γκρίνια τους. Αρχαίο θέατρο λοιπόν και Ρουγγέρη. Είπα «εντάξει θα το κάνω», με το ίδιο ύφος που είχε ο Λεωνίδας όταν αποφάσισε να μείνει στις Θερμοπύλες, ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι και οι σοβαροί συγγραφείς σεναρίων όταν μιλάμε για τον Καπουτζίδη με επαινετικά λόγια.

Ο χώρος

Εμείς έχουμε ένα υπέροχο θέατρο, που το ανακαινίσαμε κιόλας, 300.000.000 δώσαμε και του βάλαμε παντού φώτα, να συντηρήσουμε το χώρο δεν φτάσανε τα λεφτά, έτσι ο ρόλος του πια είναι διπλός και εκπολιτίζει και γυμνάζει με μια κίνηση, αρκεί να επιβιώσεις είτε από τον ένα είτε από τον άλλο ρόλο. Να δείτε παράσταση του Αγαμέμνονα από Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο με το κρανίο του Βασιλέως να περιφέρεται, με όψη που τύφλα να έχει η φάτσα εκείνου του παρανοϊκού στο Scream ανεξαρτήτως νούμερου και τότε ίσως μπορείτε να καταλάβετε τι ένοιωσε ο γέροντας Συμεών και τι έχουν δει τα ματάκια μας εκεί μέσα τα τελευταία χρόνια, που μαζικώς αποφάσισαν οι κατά καιρούς δημοτικές αρχές να μας εκπολιτίσουν. Από την άλλη να δείτε ταλαίπωρη να ανεβαίνει με τη γόβα και τι στο κόσμο. Στο τέλος κάθε παράστασης, οι ειδικά για αυτό το λόγο παρευρισκόμενες μονάδες διάσωσης, απεγκλωβίζουν ταλαίπωρες από όλες τις βαθμίδες του θεάτρου. Βέβαια το κάνουν πάντα αφού φύγει όλος ο κόσμος, διότι έτσι που έχουν σφηνώσει επιτελούν έργο, έτσι που έτσι που όταν οι υπόλοιποι κατρακυλάμε ή σκουντουφλάνε έχουμε αυτές να λειτουργούν σαν φυσικά εμπόδια και έτσι γλυτώνουμε από το χωρίς ελπίδα σωτηρίας κουτρουβάλιασμα.

Πήρα λοιπόν τον καλό μου, τα έξη σκασμένα, μια κούτα νερά Ζαγόρι, διότι επιτελούμε και το φιλανθρωπικό έργο μας, ευτυχώς τρόφιμα και άλλα συμπράγκαλα απαγορεύονται, τα εισιτήρια μας, τα προγράμματα μας, μπήκαμε στο αυτοκίνητο μας και φύγαμε για το θέατρο 9 παρά ένα ως κλασσικοί έλληνες που σέβονται τον εαυτό τους, γιατί εγώ από τις 4:00 ξεκίνησα να τις ντύνω και μέχρι τις εννιά αυτές ντύνονταν, παρκάραμε το αυτοκίνητο στο σπίτι μας και με τα πόδια ξαναγυρίσαμε στο θέατρο, διότι και το ομολογώ, εγώ εκτός από τη γαλατική μου καταγωγή στα γονίδια μου έχω και εγγραφές εκ του Κολοκοτρωνέϊκου και καβάλα πάω στο θέατρο καβάλα προσκυνάω και αφού παρκάρουμε το αμάξι συνεχίζω με τα πόδια, αλλά αυτό που μετράει είναι το να είναι κανείς σταθερός στις αρχές του, εάν βέβαια θέλει να έχει αρχές.

Εμείς λοιπόν και μερικοί δεκάδες ακόμα αλλόφρονες γονείς με τα βλαστάρια μας αρχίσαμε την μακρινή πορεία μας προς το Γολγοθά, συγνώμη προς εξασφάλιση της πολυπόθητης θέσης. Εγώ να σκούζω «μην τρέχετε θα γκρεμοτσακιστείτε», αυτές να τρέχουν και να μην γκρεμοτσακίζονται και γιατί να γκρεμοτσακιστούν δηλαδή, αφού κάθε τρεις και λίγο με μπλοζόν που θα ζήλευε και ολυμπιακών προδιαγραφών άλτης μαζεύαμε πότε το ένα πότε το άλλο από την γκρεμίλα, επιτέλους φτάσαμε στις πολυπόθητες κενές θέσεις. «Ωραία -γύρισα και είπα βαριανασαίνοντας προς τα παιδιά- καθίστε και εσύ -γυρίζοντας προς τον καλό μου- δώσε μου τη σημαία». Διότι εγώ έτσι είμαι, άμα δω κορυφή θέλω να της καρφώσω τη σημαία μας. Μου είπε «ξέχασα τη σημαία στο αμάξι να βάλουμε ένα μπουφάν;» Σιχτιρίζοντας αυτή την έλλειψη εθνικής συνείδησης από μεριάς του και έχοντας ήδη μειωμένες αντιδράσεις και μια δύσπνοια εκ του συνδυασμού κραυγών, ανηφόρας και κουρνιαχτού από τόσα πόδια που έτρεχαν και κλωτσούσαν και έσπρωχναν προς εξασφάλιση της καλύτερης θέσης, σωριάστηκα στη θέση μου ή έτσι νόμιζα η αλλόφρων μάνα. Διότι εκεί που θεωρητικά έπρεπε να είναι η θέση μου υπήρχε μια μεγάλη τρύπα με ένα τσουνί στη μέση. Τόσους αιώνες θέατρο τέτοιο «Οϊμένα» δεν είχα ξανακούσει. Σχεδόν τον ένοιωσα τον Σοφοκλή να κλαίει από τη χαρά του στον ώμο μου. Ένας πανικός σηκώθηκε, οι άντρες την ομάδας διάσωσης βγάλανε κάτι σφυρίχτρες και αρχίσανε να τρέχουνε σαν τρελοί προς το μέρος μας, οι άλλες, οι σφηνωμένες ντε, άρχισαν να διαμαρτύρονται, γιατί αυτές τις έβγαζαν πάντα στο τέλος αλλά για μένα ξεκίνησε μια επιχείρηση που εκείνη της Κιβωτού να ωχριά μπροστά της και μέσα σε ένα τέταρτο φτάσανε στη κορυφή, συγνώμη εκεί που είχαμε κατασκηνώσει εμείς. «Που είναι το θύμα;» ρώτησαν, ενώ ένας αστυνομικός που ακολουθούσε την όλη ομάδα, έπεσε πάνω στον καλό μου και του περνούσε χειροπέδες. Στην αναμπουμπούλα είχα και τη Νάσια που άρχισε να με ποτίζει, δηλαδή να ποτίζει ένα φυτό που υπήρχε δίπλα μου, γαϊδουράγκαθο το λένε νομίζω και εγώ ξανασιχτίρισα την οικολογική κατεύθυνση που προσπάθησα να δώσω στην οικογένεια………

Η συνέχεια και το τέλος αύριο το υπόσχομαι, καθότι η ώρα είναι 1:22 και η θερμοκρασία είναι στους 32 βαθμούς με άπνοια μέσα στο σπίτι.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Μπρος γκρεμός και πίσω Vista

(τα γεμιστά τα έβαλα στο φούρνο, μακάρι να έκανα το ίδιο και με τα Vista)





Μέρος τέταρτο

Ι’m an ordinary χρήστρια


Αποφάσισα να σταματήσω να το παίζω, τέλεια μαγείρισσα και άψογη εργαζόμενη, με τι φόντα άλλωστε και επέλεξα να κάνω ένα πράγμα τη φορά. Έτσι αποτελείωσα τα γεμιστά και όταν λέμε αποτελείωσα δεν εννοούμε αυτό της γενοκτονίας αλλά το άλλο της κοσμογονίας και τα έβαλα στο φούρνο. «Ωραία –είπα- και τώρα ας τελειώνω και με το κείμενο». Κάτι τέτοιες στιγμές ανακαλύπτεις ότι ο φορητός δεν είναι μια απλή ανακάλυψη, αλλά «Η Ανακάλυψη», αφού έχουμε και λέμε: στην τραπεζαρία κοιμάται ο γάτος και εάν θέλετε το πιστεύετε πιάνει το μισό τραπέζι, στο τραπεζάκι του καθιστικού αναπαύονται τα γνωστά σερβίτσια, στο τραπέζι της κουζίνας, ποιο τραπέζι είπατε; Και ποια κουζίνα λέτε; Ένας χώρος 20 τετραγωνικών με ότι μπορεί να φανταστεί κανείς μέσα του και με ένα τραπέζι που υπονοείται και σαφέστατα δεν εννοείται πια. Καναπές και πάλι καναπές σκέφτομαι και παίρνω το δρόμο για το καθιστικό.

Ωραιότατος καναπές με ειδίκευση στις εγκύους. Διότι οι φυσιολογικοί άνθρωποι αγοράζουν καναπέ με βάση το γούστο τους, το στυλ του σπιτιού, το τι λέει η πεθερά τους, το τι λέει η μάνα τους, το πώς είναι ο καναπές της Μαριλίτας κάτι…………όχι εγώ. Εγώ αγόρασα καναπέ κατάλληλο για εγκύους. Κατά καιρούς άκουγα τρομαχτικές περιγραφές για την οδύσσεια μιας εγκύου να σηκωθεί από ένα καναπέ, γνώρισα και μια που εάν δεν θυμόντουσαν να την σηκώσουν θα γεννούσε εκεί, έτσι όταν ήρθε η ώρα να αγοράσω έπιπλα και όντας στον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης, άρχισα να δοκιμάζω καναπέδες. Καθόμουνα και προσποιούμουνα ότι είμαι 100 κιλά και πρέπει να σηκωθώ. Έβαζα τη μαμά μου να κάτσει στα πόδια του μπαμπά μου και μετά του ζητούσα να σηκωθεί. «Πολύ βαθύς, πολύ κοντός, πολύ μαλακός, πολύ σκληρός, πολύ τεντωμένος, πολύ χαλαρός, αυτός σαν πτυσσόμενος είναι κάθομαι και φοβάμαι ότι θα διπλωθεί στα δύο με μένα μέσα του», ήταν μερικές από τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις μου. Μήνες μετά και όταν πια η εγκυμοσύνη μου ήταν εμφανής, ο έμπορος μου εμπιστεύτηκε, ότι εάν δεν ήξερε τον μπαμπά μου δεν θα μου πουλούσε με τίποτα καναπέ, διότι δεν με έκοβα να κατοικώ σπίτι, αλλά τρελλάδικο. Ωραιότατος καναπές λοιπόν και συνεπέστατος στο ρόλο του. Δεν με κατάπιε ούτε μια φορά. Αφού πέταξα κάτι ψιλοπράγματα από πάνω σκέφτηκα «κοίτα τελικά που είχε δίκιο ο Τ., μπεζ της άμμου είναι το χρώμα του» και με ένα αναστεναγμό ανακούφισης ξάπλωσα πάνω του αγκαλιά με το φορητό με τα φορτωμένα Vista πάνω του. « Ωραία του είπα –διότι εγώ μιλάω στις συσκευές- δεν ξεκινήσαμε καλά, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για να προσπαθήσει κανείς να βελτιώσει μια σχέση του και να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα».

Με μια αποφασιστική κίνηση, ίδια με αυτή που έβαλα τα γεμιστά στο φούρνο, άνοιξα τον υπολογιστή (με τόνο αυτή τη φορά, νόμιζα η αισιόδοξη σχεδόν μεσήλιξ και σχόλια δε θέλω, για το σχεδόν εννοώ). Η δεύτερη επαφή δεν μου άλλαξε άποψη για το γραφικό περιβάλλον, αλλά ένα άτομο, που αγοράζει καναπέ με βασικό κριτήριο την εγκυμοσύνη του, μια μετριοπάθεια στην κριτική της αισθητικής των ξένων χώρων πρέπει να την έχει, αλλά ακόμα και έτσι εάν εξαιρέσεις το ρολόι δεν τρελάθηκα.

Έναρξη, Word και εδώ αγαπητοί μου αναγνώστες ξεκινάει η εξερεύνηση στον άγνωστο κόσμο του, ή ότι του ‘ρθει του Λωλογκέιτς.

Για να εξηγούμαστε: Εγώ δεν είμαι παρά μια απλή χρήστρια. Από τους υπολογιστές και τα προγράμματα τους δε ζητάω τίποτα παραπάνω από ότι χρειάζομαι και από το Word το μόνο που χρειαζόμουνα και χρειάζομαι είναι την ιδιότητα του ως κειμενογράφου, να ανοίγω το αρχείο μου, να γράφω το κείμενο μου, να κάνω τον ορθογραφικό έλεγχο και να διαμορφώνω αξιοπρεπώς το κείμενο που έγραψα. Δεν κάνω πίνακες, δεν βάζω εικόνες, δεν χρησιμοποιώ πλαίσια, το μόνο που χρειάζομαι είναι να γράφω ένα κείμενο που ανεξάρτητα με το νόημα του να μπορεί να διαβαστεί από τον παραλήπτη του. That’s all και ευχαριστώ για τα ψάρια. Όχι δε θέλω ψάρια, όχι ότι θα έλεγα όχι και εάν μου πρόσφερε. Επίσης όλως περιέργως, ενώ σε όλα τα άλλα προγράμματα οι εικονίτσες μου είναι απαραίτητες, στο Word με βοηθάνε τα γραμματάκια. Ανοίγω λοιπόν το Word αποφασισμένη να δώσω μια ευκαιρία στον δημιουργό του να μου εξηγήσει τη λογική του, τη φιλοσοφία του βρε αδελφέ. Αυτό που λένε «θυμάσαι πως ήτανε; Ε! τώρα καμία σχέση». Νέα διάταξη, νέα λογική, λέμε και καμιά χαζομάρα να περνάει η ώρα, τέλος πάντων η αίσθηση που μου έμεινε για φιλοσοφία του προγράμματος είναι ότι σαφέστατα έχει επηρεασμούς από το Μάη του ‘68. Και εξηγούμαι, οι συνομήλικοι μου θα θυμάστε πως προτεινόταν να διαβαστεί το «Φράουλες και Αίμα». Σκίζεις τις σελίδες του βιβλίου, τις πετάς στον αέρα και μετά παίρνεις στη τύχη μια και αρχίζεις να διαβάζεις, χωρίς σειρά χωρίς αρχή και τέλος. Ε, αυτό ένοιωσα ότι χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος για να φτιαχτεί η νέα αναθεωρημένη έκδοση του Word. Δηλαδή παίρνετε τον καινούργιο προγραμματιστή και τον παλιό συγγραφέα του προγράμματος που τελεί υπό αναθεώρηση, τον βάζετε μέσα σε εκείνη τη συσκευή που κάνουν προσομοιώσεις πτήσεως και τους γυρνάτε γύρω γύρω μέχρι να αρχίσουν να φωνάζουν, «άμα μπορέσουν να βρουν που είναι ο ορθογραφικός έλεγχος ή η επιλογή όλων ή η αποκοπή κ.λ.π. να μην ξαναπιάσω υπολογιστή στα χέρια μου». Τους κατεβάζετε και τους κυλάτε, για να μην χάσουν τον σωστό προσανατολισμό που έχετε επιτύχει, μέχρι το γραφείο όπου και τους αφήνετε να βγάλουν ότι έχουν στο μυαλό τους με όποια σειρά και λογική έχουν. Για καλό και για κακό βάζετε και ένα τάπερ δίπλα γιατί με τόσο γύρω γύρω ή μαλλί της γριάς θα ζητήσουν ή να ξεράσουν.

Αποτέλεσμα: για να γράψω το κείμενο έφαγα περίπου μισή ώρα, για να το διαμορφώσω όσες έκανα να ψήσω και τα γεμιστά. Και όσο μεν αφορά τα γεμιστά από ένα σημείο και έπειτα ενηλικιώθηκαν και έφυγαν μακριά μου, εννοώ ψήθηκαν και για την ιστορία φαγώθηκαν, το Vista όμως ήρθαν στη ζωή μου και μέχρι να γυρίσει ο φορητός μου από τα ξένα θα αποτελούν κομμάτι της ζωής μου με συμπεριφορά αντίστοιχη με εκείνη των εφήβων, δεν έχεις δεδομένα και τα πάντα επαφίενται στο βαθμό της φαντασίας σου και στην ικανότητα σου να την χαλιναγωγείς. Τι μου τη δίνει; Όταν κάποιος αλλάζει τους κανόνες και θεωρεί δεδομένο ότι αυτή την επιλογή έχω και είτε μου αρέσει είτε όχι στο τέλος θα γίνει αυτό που θέλει. Και εντάξει ξέρω ότι έτσι θα γίνει στο τέλος, αλλά για την αισθητική των Vista δεν είπα τίποτα, για την πρακτική πλευρά τους όμως δικαιούμαι να πω και ειδικά αφού και αυτό το κείμενο γράφεται στο Word τους, τη τύχη μου μέσα...........

Η συνέχεια και τέλος στο επόμενο

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Μπρος γεμιστά και πίσω Vista



Μέρος τρίτο

Συνταγή για τη σύνταξη γεμιστών

Περίληψη των προηγουμένων

Η ηρωίδα μας –εγώ λέμε- μετά από έναν ανήσυχο και βραχύ –όνειρο το είχα να γράψω αυτή τη λέξη κάπου- ύπνο βρίσκεται αντιμέτωπη με:

α/ Ένα σπίτι που έχει εδώ και καιρό εγκαταλείψει αυτήν του την ιδιότητα και θυμίζει το σπίτι στο «Πάρτι» έστω και χωρίς ελέφαντες

β/ Μια δουλειά που έπρεπε να είχε τελειώσει πριν μια βδομάδα

γ/ Ένα φορητό που με ένα ταρατατζούμ την έχει κάνει για άλλες πόλεις για άλλα μέρη –σχετικό: ξέρει κανείς τι καιρό κάνει στη Γαλλία; (όρα προηγούμενο ποστ και θα καταλάβεις)

δ/ Ένα άλλο υπολογιστη επιτραπέζιο που από το γονάτισμα έχει καταντήσει επιδαπέδιος μην πω υπόγειος (ελπίζω να προσέξατε το «υπολογιστη» χωρίς τόνο)

ε/ Έναν καινούργιο φορητό ευγενική προσφορά του κουμπάρου με τα Vista φορτωμένα πάνω του και τον Internet Explorer 7

στ/ Την παρασκευή (με μικρό «π») γεμιστών που με δημοκρατικές διαδικασίες αποφασίσθηκαν την προηγούμενη μέρα, για να φάνε τέσσερα σκασμένα και ένας άντρας, γάτος τρώει τα γνωστά και εάν ενδιαφέρεστε "ναι, αγοράσαμε τροφή για τον Τσο και τη Φλο, τις χελώνες μας"

ζ/ Το γράψιμο και μοντάρισμα ενός κειμένου, πως είναι αυτά που διαβάζετε εδώ; ε καμία σχέση, που έπρεπε να είχε γραφεί και παραδοθεί τουλάχιστον μια βδομάδα πριν.

η/ Έναν τεχνοφρικ χωρίς τόνο, που αφού δοκίμασε να μεταφέρει με 100 διαφορετικούς τρόπους τα αρχεία μου, την έκανε για δουλειά λέει και έμεινα εγώ τα γεμιστά, ο καινούργιος φορητός και κάτι ψήγματα των αρχείων μου να αναρωτιόμαστε εάν τελικά είμαστε άγρια ζώα και εάν έχουμε άγρια ένστικτα σαν την αρκούδα του Αρκά και επίσης εάν θα φτάσουν τα γεμιστά για το βράδυ.

Η συνέχεια

Όση ώρα ο καλός μου μετέφερε αρχεία εγώ ξεκοίλιαζα τις κατακόκκινες ντομάτες μου και τις καταπράσινες πιπεριές μου, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να ηρεμήσω τηλεφωνικά τον αποδέκτη της καθυστέρησης μου.

«Δεν βλέπω δίκτυο, γιατί δεν βλέπω δίκτυο;» αναφώνησε ο καλός μου. Εγώ πάλι καθάριζα κρεμμύδια τα οποία επειδή ήταν για στιφάδο –έτσι μου είπε ο πωλητή,ς εάν και έχω βάσιμες υποψίες ότι με δούλευε, γιατί εγώ το στιφάδο το κάνω με κοκκάρι, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου ποστ, άσε που δεν μου αρέσει να μπαίνω και στα χωράφια των ειδικών του κάθε χώρου- μάλλον είναι για κλάψιμο εννοούσε και εγώ κάνω πάντα ότι λένε οι οδηγίες χρήσης και πλάνταξα στο κλάμα, τόσο που με λυπήθηκε και ο παραπάνω αποδέκτης και μου έδωσε μια παράταση μέχρι το μεσημέρι, αλλά παρόλα αυτά συνέχισα να μην βλέπω και εγώ πουθενά το δίκτυο, αλλά από συντροφική αλληλεγγύη απάντησα «στη βιβλιοθήκη κοίταξες;», γιατί εμείς στη βιβλιοθήκη μας εκτός από βιβλία βάζουμε και ότι προλάβουμε, αλλά και αυτό είναι θέμα άλλου ποστ.

«Δεν προλαβαίνω να σου μεταφέρω όλα σου τα αρχεία, ποιο φάκελο θες να σου αντιγράψω για να δουλέψεις τώρα;» ξαναείπε ο καλός μου, την ώρα που με αποφασιστικές κινήσεις ψιλόκοβα το μαϊντανοδυόσμο, «άουτς» απάντησα, όχι δεν λέγανε άουτς το αρχείο, αλλά ο καλός μου σαν άντρας που σέβεται τον εαυτό μου έχει αγοράσει ένα σετ ακονίσματος με αποτέλεσμα εμείς να μην έχουμε μαχαίρια αλλά φονικά όργανα και τώρα «εγώ να ανησυχήσω γιατρέ μου;»

«Δεν βρίσκω κανένα «άουτς», δεν μπορείς να βάζεις ένα φυσιολογικό όνομα στους φακέλους σου;» συνέχισε την ώρα που εγώ έστυβα με αργές μα στιβαρές κινήσεις τη ψίχα από τις ντομάτες, «και τι σημαίνει δέκα τρόποι για να καθαρίσετε τον άντρα σας και να μην σας καταλάβουν;» « Έλα καλέ, φάκελος με τις συνταγές μου είναι» του είπα, ενώ με το άλλο χέρι έβγαζα το τηγάνι για να τσιγαρίσω τα κρεμμύδια. «Αυτό που ψάχνεις είναι ο Φ2007, όπως λέμε Φώντας.»

«Έτοιμο- αναφώνησε-, αλλά συνεχίζω να μην βλέπω δίκτυο, ίντερνετ έχεις όμως οπότε είσαι έτοιμη, τα άλλα θα τα φτιάξω το μεσημέρι» είπε την ώρα που εγώ είχα ξαναρχίσει να κλαίω, γιατί αυτά τα κρεμμύδια για στιφάδο με κάνανε να κλαίω ακόμα και όταν τσιγαριζόντουσαν. «Μην κλαις μωρό μου» είπε, έτσι με λέει εμένα μωρό, αλλά το ίδιο λέει και τις κόρες μας και τον γάτο, «θα τα καταφέρεις», έτσι μου έλεγε και πριν γεννήσω και μετά ζούσε αυτός ένα δράμα και εγώ μια γέννα.

Με φίλησε πήρε τον παλιό μου φορητό και με άφησε μόνη μου να κονταροχτυπιέμαι με τα γεμιστά και την εκτός πια προθεσμίας δουλειά μου.

Με προσοχή απίθωσα δίπλα στην μοσχομυριστή γέμιση των γεμιστών –αυτό δεν είναι καλολογικό στοιχείο είναι η πραγματικότητα- και στο ταψί με τις ντομάτες και τις πιπεριές το νέο φρέσκο ολόφρεσκο φορητό, που εάν εξαιρέσουμε ότι αρνιότανε να γίνει μέρος του οικιακού μας δικτύου, μια χαρά έδενε με τον χώρο ή έτσι νόμιζα εκείνη τη στιγμή η αγνή και άσκεφτος κόρη. Τσαπ γεμίζω μια ντομάτα, τσαπ πατάω το Word. Word ψάχνω και Word δεν βρίσκω, μάλλον βρίσκω κάτι που μοιάζει με το Word μου αλλά δεν είναι το δικό μου. Γεμίζω μια πιπεριά και παίρνω τηλέφωνο τον καλό μου. «Καλέ μου -του λέω- αυτό το Word δεν είναι το δικό μου», «το ξέρω μου λέει, αφού στο είπα, έχει φορτωμένα τα Vista το μηχάνημα». «Και τι σημαίνει αυτό ότι θα πρέπει να τα φορτωθώ και εγώ;» «Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε τίποτα πρέπει να δουλέψεις με ότι έχεις». Μένω για λίγο συλλογισμένη –όχι εξαιτίας της πληροφορίας που πήρα, αλλά μέσα στον πανικό διαπίστωσα ότι δεν θυμάμαι εάν έβαλα αλάτι στη γέμιση, πιπέρι έβαλα το μυρίζω, καθότι εμένα το δεύτερο αγαπημένο μπαχαρικό μετά την κανέλλα είναι το πιπέρι, αλλά το αλάτι δεν μυρίζει, δεν είναι περίεργο να μας γίνεται κάτι τόσο απαραίτητο και να επηρεάζει μόνο μια αίσθησή μας; Άσχετο, συνεχίζω και δοκιμάζω, αλλά τα μυρωδικά υπερτερούν και έχω να βρω και το από πού θα ανοίξω τα αρχεία μου στο προαναφερόμενο φρέσκο ολόφρεσκο Word του ακατανόμαστου.

Η συνέχεια σε επόμενο ποστ

Το κουίζ του ποστ

Είχα βάλει τελικά αλάτι στα γεμιστά;

(Για την επίλυση πρέπει να αποφασίσετε που με κατατάσσετε ως μαγείρισσα)

Υ.Γ. Οι σωστές απαντήσεις στα κουίζ καθώς και οι νικητές θα ανακοινωθούν με το τέλος της ιστορίας. Σε περίπτωση που δεν γράψω το τέλος (γεγονός όχι απίθανο για σας που με διαβάζετε), θα ανακοινωθούν σε άλλο άσχετο ποστ).

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2007

Μπρος γεμιστά και πίσω Vista


Μέρος δεύτερο

Στη συνέχεια ο θεός άρχισε να κάνει πλάκα

Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι ήθελαν «αυτές» πάνω στο τραπέζι χτύπησε το τηλέφωνο μου. Δεν σας το έχω πει αλλά εγώ δουλεύω κιόλας. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν τίποτα τρομερό εάν δεν έκανα μια δουλειά που έχει προθεσμίες, όπου εγώ και η έννοια προθεσμίες δεν συναντιόμαστε πουθενά, αφού πάντα εξυφαίνεται μια τεράστια συνομωσία γύρω μου που με αναγκάζει να τρέχω σαν τρελή, μία μην σας πω και δυο στιγμές μετά την τελευταία, για να προλάβω να την παραδώσω. Έτσι εκείνο το πρωί είχε ήδη οργανωθεί και μπει σε εκτέλεση μια ακόμα τέτοια συνομωσία που περιείχε από όλα.

Και εξηγούμαι:

Τα υλικά μιας καλής συνομωσίας

1/ 12 ντομάτες και τρεις πιπεριές

2/ Ένας φορητός υπολογιστής με εμφανέστατες τάσεις επιστροφής στην παλιά καλή εποχή των τηλεοράσεων, τότε ντε που λειτουργούσαν με λυχνίες, αφού στην οθόνη του είχαν πια εγκατασταθεί για τα καλά δύο γραμμές που την χώριζαν στα τέσσερα και που για να δουλέψεις έπρεπε, μετά από έρευνα, να βρεις την κατάλληλη θέση, ενίοτε και με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω και τον υπολογιστή στα δόντια, τύφλα να έχουν οι κινέζοι ακροβάτες μπροστά μου, καθώς επίσης και να του δίνεις και σφαλιάρες σε τακτά χρονικά διαστήματα, ακριβώς όπως κάναμε κάποιες δεκαετίες παλιά για να σταματήσει να ανεβοκατεβαίνει η οθόνη μιας μαυρόασπρης τηλεόρασης. Το καλό είναι ότι με την έλευση του καύσωνα δεν χρειαζόταν πια να του φοράω εκείνη την ωραία λιλέζ που του έπλεξα, στα χρώματα της Microsoft με δέσιμο παπιονάκι, σαν εκείνα που φοράει ο Γκέιτς, μιας και εκτός από όλα τα άλλα μας βγήκε και αρκούντως κρυουλιάρης. Την συγκεκριμένη μέρα, ο παραπάνω αναφερόμενο φορητός υπολογιστής μου, ναι καλέ αυτός που έκανε τρεις μήνες για να επισκευαστεί το χειμώνα, για να γυρίσει πίσω και μέρα με τη μέρα να καταλήξει έτσι όπως είναι σήμερα, από ότι κατάλαβα αφού έριξε ένα σιχτίρισμα σε εμένα και στον Γκέιτς μαζί, που εμένα αυτό πολύ μου τη δίνει διότι εγώ δεν φοράω παπιγιόν, αποφάσισε να μαζέψει τα τσιπάκια τις τσαχμπινομπιρμπιλιάρικες και κώλο μη βάζοντας άσπρες κόκκινες κίτρινες μπλε γραμμούλες του και αφού φώναξε «τη λιλέζ μου, τα τσιπάκια μου και μια κούριερ να φύγω», έφυγε!

3/ Έναν τεχνοφρικ (χωρίς τόνο υπάρχει λόγος, τίποτα δεν γράφεται τυχαία σε αυτό το μπλογκ, πρέπει να το έχετε μάθει πια) άντρα, αλλά με συγκεκριμένες ιδιότητες τεχνοφρικ που και για αυτές έχω δώσει στοιχεία σε παλαιότερο ποστ.

4/ Έναν, όπως τον λέω εγώ, επιτραπέζιο υπολογιστή, δηλαδή εμείς για να είμαστε ακριβείς τον έχουμε πάνω σε ένα γραφείο, δικής μου έμπνευσης και σχεδίου, εκτελεσμένο όμως από ένα μαραγκό, ο οποίος από την έμπνευση μου χρησιμοποίησε μόνο το ότι το γραφείο πρέπει να έχει τέσσερα πόδια και αυτό έκανε, κάποτε πρέπει να σας μιλήσω για το ταξίδι που έκανα πριν πέντε χρόνια στον κόσμο "του φτιάχνω σπίτι", αλλά κάθε φορά που το ξεκινάω διαπιστώνω ότι είναι πολύ νωπά τα τραύματα και το σταματάω, ένα τέτοιον υπολογιστή λοιπόν, το γραφείο και ο μαραγκός είναι προαιρετικά, εκτός εάν είναι άντρας σας o μαραγκός και όπως λέω συχνά «τι να πει κανείς για τον μαραγκό της αλληνής», έναν υπολογιστή ξαναλέω, αλλά με συγκεκριμένες ιδιότητες και όνειρα για τη ζωή του, κάτι σε μεξικανό σε κατάσταση μόνιμης σιέστας, εντάξει εντάξει αναμονής εννοώ, όχι δικής του καλέ, δικής μου, με ένα πληκτρολόγιο με ατονική κατεύθυνση, αυτό εδώ που τα λέμε πολύ με συγκινεί, έτσι ήμουνα και εγώ στην εφηβεία μου, εκτός από τα τζάκετ τα άρβυλα, τον Ρήγα και το ένα σκουλαρίκι ατ’ αυτί, χρησιμοποιούσα και το ατονικό σύστημα, έτσι για να τη σπάω στους καθηγητές μου, τώρα θα μου πείτε «είσαι καθηγήτρια;», όχι δεν είμαι, αλλά ποιος μπορεί να βγάλει άκρη με ένα υπολογιστή που περνάει εφηβεία, την συγκεκριμένη λοιπόν μέρα ο παραπάνω αναφερόμενος υπολογιστής, ο επιτραπέζιος όχι ο φορητός, είχε εκτός των άλλων και μια αρνητική διάθεση να μπει στο ίντερνετ, ξέρω ξέρω πιστοί μου αναγνώστες ότι αυτό ήταν αναμενόμενο, το έχετε ξαναζήσει αυτό στο συγκεκριμένο μπλογκ, με λίγα λόγια ένας υπολογιστής και ένα γραφείο εκτός των απαιτούμενων, για την συγκεκριμένη δουλειά, προδιαγραφών.

5/ Ένα κατάστημα πώλησης και σέρβις υπολογιστών ει δυνατόν του απολύτου ελέγχου σας. Το δικό μου ας πούμε το έχει ο κουμπάρος μας, μας πάντρεψε και βάφτισε τη Νερίνα και απόδειξε ότι η φράση «την έφτυσε ο νονός στο στόμα» στην περίπτωση τους βρήκε την απόλυτη δικαίωση, αφού έχουν την ίδια σχιζοφρενική σχέση με τα νούμερα και όχι μόνο, αλλά ο νονός της Νερίνας μπορεί από μόνος του να αποτελέσει το αντικείμενο ενός θεματικού που λέω και εγώ μπλογκ με τα όλα του και δεν θα τον αναλύσω άλλο.

6/ Δύο κιλά πατάτες, έξη μέτρια κρεμμύδια, ένα ματσάκι μαϊντανό, φρέσκο δυόσμο, κάνει και ξερός αλλά έχει άλλη χάρη ο φρέσκος, κάνετε και ένα μοχίτο ας πούμε, άσε που εάν είναι ξερός μπορεί να τον μπερδέψετε με κάτι άλλο ξερό που υπάρχει πάντα στο σπίτι μιας καλής νοικοκυράς, τέσσερες πέντε και παραπάνω σκελίδες σκόρδο, μισό κιλό ρύζι, μισό ποτήρι λάδι ελιάς όχι αντηλιακό, γιατί έχω και ιδιότυπους -μη πω τίποτα άλλο- αναγνώστες, αλάτι, πιπέρι μια πρέζα ζάχαρη, ένα ταψί, ένα φούρνο, απροσδιόριστη ποσότητα κουζινικών, το σπίτι και η κουζίνα δεν είναι προαπαιτούμενα αλλά βασικά στοιχεία και αυτό το έχουμε ξαναπεί εδώ μέσα, επ’ ευκαιρία θα σας συμβούλευα να αρχίσετε να διαβάζετε και τα προηγούμενα γιατί σε ανύποπτο χρόνο θα εξεταστείτε και για το κλου λίγη τριμμένη φρυγανιά.

7/ Έναν καινούργιο υπολογιστή, στη δική μου περίπτωση φορητό, με φορτωμένα πάνω του, μην με ρωτήσετε τι σημαίνει αυτό έτσι το λέει ο τεχνοφρικ, τα Vista, καμία σχέση με το asta la vista baby, αλλά σε απόλυτη αρμονία με το γνωστό άσμα «cry, cry babyyyyyyyy!”. Στην περίπτωση μας το "cry" από μόνο του φθάνει, γιατί ζούμε και σε δύσκολους καιρούς και μια τάση εξοικονόμησης ενέργειας δεν βλάπτει, άσε που στην κατάσταση μου και μόνο η λέξη "baby" αρκεί για να χάσω και τα τελευταία αποθέματα ενέργειας που έχω, λέμε τώρα.

8/ Τέσσερα παιδιά και ένας άντρας που έχουν την κακή συνήθεια να τρώνε, ευτυχώς ο γάτος τρώει προμαγειρεμένα, το ίδιο και οι χελώνες, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω έχουν δύο μέρες νηστικές και πρέπει να θυμηθώ να πω στον καλό μου να τους πάρει τροφή.

Η εκτέλεση.

Τι ποια εκτέλεση; Η δικιά μου και όχι στα πέντε μέτρα αλλά εξ’ επαφής.

Συνεχίζεται σε επόμενο ποστ, τύφλα να έχουν οι «24 ώρες» ένα πράγμα η ιστορία.

Το κουίζ του ποστ

Ποιες ήταν οι «αυτές» πάνω στο τραπέζι;

Μπρος γεμιστά και πίσω Vista


Μέρος πρώτο



Εν αρχή ήν η αρχή υποθέτω



Η μέρα ξεκίνησε σαν κάθε άλλη καλοκαιρινή μέρα στο σπίτι μου. Ξύπνησα από τα άγρια χαράματα, μετά από ύπνο 4-5 ωρών, σηκώθηκα από το κρεβάτι, βγήκα στο χολ, έριξα μια ματιά στα τέσσερα κοριτσίστικα κορμιά που κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο, πάντα με την ίδια διάταξη, ένα παιδί μου μια ανιψιά, απόλαυσα το θέαμα τεσσάρων σκασμένων σε στάση που σε κάνει να αναρωτιέσαι «καλά τέσσερα παιδιά κοίμισα γιατί βλέπω τέσσερα πόδια και δύο κεφάλια μόνο;», για σιγουριά μέτρησα βρακάκια, τα βρήκα τέσσερα και ησύχασα, θαύμασα για μια ακόμα φορά το πώς μπορεί κάποιος να κοιμάται μέσα σε ένα σωρό λούτρινων παιχνιδιών, παιχνιδιών γενικώς, τετραδίων βιβλίων, παπουτσιών, ρούχων, μαγιό, παπουτσιών ξανά –πρέπει να σταματήσω να τους παίρνω παπούτσια- ρακετών τένις και θαλάσσης, τριών μπαλών, μια υδρόγειου μεγάλου μεγέθους, μιας μονόπολης ανοιγμένης, συνέχισα προς το καθιστικό κάνοντας το χρέος μου στον συγκάτοικο αναξιοπαθούντα για τους γνωστούς λόγους –το έχω ξαναπεί διαβάζουμε και τα προηγούμενα- γάτο, δηλαδή χαϊδεύοντας τον με το πόδι και σκούζοντας, μιας και το τσογλάνι μόλις κάνω να φύγω γαντζώνεται πάνω μου, κοίταξα το καθιστικό και σκέφτηκα πόσο σοφό και φιλοσοφημένο άτομο είμαι, δοξάζοντας ταυτόχρονα και το θεό που μου έδωσε ένα γάτο που τρώει μόνο γκουρμέ κονσέρβες και κροκέτες για στειρωμένους γάτους –όχι δεν τον στείρωσα ακόμη, αλλά έκανα ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση αγοράζοντας τις κατάλληλες κροκέτες- αφού στο τραπεζάκι του καθιστικού πρώτη θέση τέσσερα πιάτα από τα χθεσινά σουτζουκάκια με τα αντίστοιχα συμπράγκαλα, ποτήρια πιρούνια κ.λ.π., έριξα την δεύτερη προκαθορισμένη κραυγή της μέρας, αφού πάτησα κάτι –που στην περίπτωση μου παρουσιάζει μια φοβερή εφευρετικότητα και κυμαίνεται μεταξύ παιχνιδιών, αντικειμένων απροσδιορίστου είδους και χρησιμότητας και δεκάποντου τακουνιού – όχι δεν φοράω τακούνια εάν και ένα φετίχ με τα παπούτσια το έχω, αλλά τα φέρνουν δώρο οι άλλες γυναίκες της οικογένειας στη Νάσια, που φοράει δεκάποντο από πριν περπατήσει χωρίς να παλαντζάρει, ενώ εγώ στο δεύτερο γάμο έγινα ρεζίλι, γιατί έχοντας παντρευτεί τη πρώτη φορά με πολιτικό δεν ήξερα πότε είναι το «Ησαΐα χόρευε» και τα είχα βγάλει και έτσι όταν ξεκίνησε ο παπάς να το ψέλνει είπα «μια στιγμή να φορέσω τα παπούτσια μου», αλλά καθότι ήμουνα επτά μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκα, ο παπάς έδειξε κατανόηση και περίμενε, γιατί άντε να φορέσω εγώ γόβες μέσα στο κατακαλόκαιρο και έγκυος, όταν δεν μπορώ να τις φορέσω το καταχείμωνο και σε νορμάλ κατάσταση, σιχτίρισα για μια ακόμα φορά την αθώα ψυχή μου που πίστεψε αυτό το ύπουλο και καταχθόνιο άτομο που παντρεύτηκα, όταν μου έλεγε «και εγώ δεν θέλω να κάνουμε παιδιά, εμείς θα ταξιδεύουμε και θα φέρνουμε δώρα στα ανίψια μας», αφού πια έχω καταλάβει ότι αυτό που εννοούσε ήταν «και παιδιά θα κάνουμε και θα φέρνω και τα ανίψια μου δώρο στα παιδιά μας να παίζουνε», κλώτσησα μια άλλη υδρόγειο που βρέθηκε στο διάβα μου, γιατί εμείς τις πήραμε σε προσφορά και είπαμε να υπερβάλλουμε λίγο, διότι λεφτά μπορεί να μην έχουμε αλλά αυτό το σύνδρομο του καταναλωτή μπροστά στη προσφορά μας πιάνει, τέλος πάντων συνεχίζοντας τον Γολγοθά μου, εννοώ το δρόμο μου, χαιρέτησα τον καλό μου που κάτι κατέβαζε στον υπό κατάρρευση υπολογιστή του, μια ακόμα ταινία, τι θα πει «τι ταινία;», παιδική του στυλ «Οι περιπέτειες του Σκούμπυ ντου νούμερο 19909897876675765656444», είπα «καφέ» -διότι στα σωστά ζευγάρια τον καφέ τον κάνει ο άντρας, ναι και τον δικό του και τον δικό μας- και έστριψα ξανασκούζοντας «τα πιρούνια μου μέσα», έριξα μια ματιά στο ντεκόρ του χολ, θαυμάζοντας το έργο μου με τίτλο «Σιδερώστρα σε απόγνωση», κράτησα την ανάσα μου, γιατί υπήρχε κίνδυνος με το παραμικρό φύσημα να σωριαστεί στο πάτωμα, η σιδερώστρα εννοώ, όχι ότι εγώ ήμουν σε καλύτερη κατάσταση και υποσχέθηκα για μια ακόμα φορά στον εαυτό μου ότι «αύριο το πρωί θα σιδερώσω τελείωσε», αλλιώς βλέπω τον καλό μου να πηγαίνει με μαγιό στο σχολείο και μπήκα στο μπάνιο μου –γιατί εγώ έχω δικό μου μπάνιο και τα παιδιά το δικό τους- , ξαναείπα μέσα μου και όχι απ’ έξω μου μην μας ακούσει και ο χορηγός, ότι ξοδεύω πολλά χρήματα για ρούχα των παιδιών και μαγιό, δρασκέλισα ένα σωρό από παιδικά μπουρνούζια, αφρόλουτρα και σαμπουάν, ξαναέσκουξα γιατί πάτησα ένα κοκαλάκι σε σχήμα αχινού, να πάρετε θα φορεθεί φέτος και μια βούρτσα μαζί και βοήθησα το δωμάτιο να εκπληρώσει τον προορισμό του και βγήκα ξαναπαίρνοντας το δρόμο για το μπαλκόνι που με περίμενε ο κουπάτος -σε μεγάλη κούπα να το ξέρετε μήπως με φιλοξενήσετε ποτέ- ελληνικός γλυκός καφές μου, ξανασκούζοντας γιατί κόντεψα να γκρεμοτσακιστώ γιατί μπερδεύτηκα σε κάτι κοντάρια από σκούπες και σφουγγαρίστρες, εξαρτήματα απαραίτητα για το χορό με τα κοντάρια, αγαπημένο των παιδιών αυτό τον καιρό, τι τζάμπα θα πάει η κλασσική παιδεία που παίρνουν και το γνωστό τρίπτυχό της «πιάνο, μπαλέτο, γαλλικά», και επιτέλους σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα και τότε τις είδα………….


Η συνέχεια σε επόμενο ποστ…



Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

......στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι......


Καλοκαίρι

η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει

καλοκαίρι

καρεκλάκια, πετονιές μέσ' το πανέρι

μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει

καλοκαίρι

πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ' αγέρι

καλοκαίρι

με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει

την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι

την κοψιά μιας προτομής μέσ' το παρτέρι

καλοκαίρι

μ' ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη


Καλοκαίρι

με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι

καλοκαίρι

καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει

στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι

καλοκαίρι

με τον κούκο μέσ' τα πεύκα και στ' αμπέλι

καλοκαίρι

στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι

με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι

με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι

καλοκαίρι

λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι


Καλοκαίρι

του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη

καλοκαίρι

με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη

τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι

καλοκαίρι

όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι

καλοκαίρι

με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι

φαλακροί μέσ' τις σακούλες μας σαν γέροι

εκεινού με τ' άσπρο κράνος που μας ξέρει

καλοκαίρι

μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι


Καλοκαίρι

στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη

αλλά εν τέλει

με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι

την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει

καλοκαίρι

στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει

καλοκαίρι

τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει

μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι

στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι

καλοκαίρι

μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

Υ.Γ. "Λωλαντώνης" Πάρος, Καλοκαίρι 2006. "Οι γυναίκες μου".

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2007

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2007

Παιχνιδάκι κανείς;

H Μαριλένα μου ζήτησε να περιγράψω τον ιδανικό άντρα. Οι ιδιοφυείς τρελοί υπήρξαν πάντα το απωθημένο μου. Δείγμα παραθέτω:





Και επειδή όπως λένε "δείξε μου τα απωθημένα σου να σου πω ποια είσαι" και μια διάθεση κοινωνικής κριτικής την έχω τελευταία, η σκυτάλη πάει σε όλες σας, εάν και εφόσον βέβαια περάσατε ή περνάτε απο το τριπάκι να το ψάξετε το θέμα ή δεν το έχετε ήδη απαντήσει. Η Κερασιά ας πούμε το έχει κάνει σε παλιό της ποστ.



Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Του χρόνου τα γυρίσματα μας έρχονται στο κεφάλι



Το πρώτο μου σπίτι είχε μια σοφίτα. Εκεί υπήρχε το παράθυρο μου. Είχε ένα μεγάλο πρεβάζι από τη μέσα πλευρά του και εκεί άραζα τις ώρες που η έξοδος ήταν απαγορευμένη. Με θυμάμαι να μετράω δυνατά όταν είχε αστραπές "μια αστραπή γιαγιά, δυο αστραπές γιαγιά, τρεις αστραπές γιαγιά.....". Εκεί οριοθετούσα, με το δικό μου τρόπο και τις εποχές. Το Σεπτέμβρη ας πούμε, άνοιγα το παράθυρο και αποφασιστικά έλεγα «μυίζει κάστανο γιαγιά» και αυτό σήμαινε ότι η γιαγιά έπρεπε μέχρι το μεσημέρι να μου έχει βράσει κάστανα. Μέσα Νοέμβρη πάλι έλεγα «μυίζει μανταίνι γιαγιά» και αυτό σήμαινε. ότι ανεξάρτητα με τη βούληση της μανταρινιάς, εγώ ως το μεσημέρι έπρεπε να φάω μανταρίνι. Τέλος Μάη πάλι αρχές Ιούνη ήταν η εποχή για το ΑΙΤΗΜΑ «Μυίζει καπούζι γιαγιά» και σε αυτή τη περίπτωση το καρπούζι ερχόταν αυτόματα μπροστά μου, γιατί εγώ και το καρπούζι είχαμε μια παθιασμένη σχέση που δεν ανεχόταν συμβιβασμούς ή αναμονές. Και μια τηλεπαθητική επίσης, καθώς η γιαγιά εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει και ακολουθώντας σαν υπνωτισμένη μια πορεία που δεν την είχε σκεφτεί ή δεν την είχε προγραμματίσει από πριν κατέληγε στο κεντρικό μανάβικο της πόλης και με αποφασιστική κίνηση άπλωνε τα χέρια της και άρπαζε το πρώτο καρπούζι της χρονιάς. Ο μανάβης έκανε πάντα την ίδια ερώτηση "πως γίνεται ρε κυρά Αθανασία και ξέρεις πότε φέρνω το πρώτο καρπούζι κάθε χρονιά;". Η γιαγιά μου τον κοίταζε και με κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο απαντούσε πάντα το ίδιο πράγμα «μας μύρισε». 'Έτσι την ώρα που το αίτημα διατυπωνόταν αυτή πρόβαλε από την κουζίνα έχοντας αγκαλιά ένα μικρό καρπούζι με σκούρα πράσινη φλούδα και το μαχαίρι στο χέρι. Αφού τελείωνα την ιεροτελεστία, χορός γύρω από το καρπούζι, αγκαλιές στη γιαγιά και ακολουθούσαν οι απαραίτητες κραυγές για συγκέντρωση του είδους μου ¨Γώγο καπούζι¨( Γιώργος το αυτοκόλλητο γειτονάκι μου), η γιαγιά έκοβε το καρπούζι και με προσεκτικές κινήσεις αφαιρούσε τη καρδιά του καρπουζίου και με μια μικρή μεροληψία μου έβαζε γρήγορα στο στόμα την περισσότερη πριν προλάβει να έρθει ο Γιώργος. Και εγώ που όλα τα μοιραζόμουν έκανα πως δεν καταλάβαινα την προφανή αδικία και κατάπινα γρήγορα. Όταν έμπαινε ο Γιώργος του έλεγα «η καρδιά σου και το καρπούζι άντε εγώ τη δικιά μου την έφαγα κιόλας» και τον περίμενα να τελειώσει, γιατί μετά ξεκινούσε η πραγματική διασκέδαση. Παίρναμε ο καθένας μας το μισό καρπούζι (μην φανταστείτε τόσα δα μικρούλι ήτανε ακόμα) και από ένα κουτάλι και άμα ο καιρός ήταν καλός βγαίναμε στην αυλή και απλά καταβροχθίζαμε το καρπούζι με τον Γιώργο να μου λέει πάντα «φτύσε τα κουκούτσια θα φυτρώσουν καρπουζιές μέσα σου». Βλέπετε ο Γιώργος είχε ένα θέμα με τα κουκούτσια. Μια φορά είχε στην κυριολεξία αποδεκατίσει τον πληθυσμό μια κερασιάς, στην κυριολεξία όμως, αφού εκτός από τα κεράσια κατάπιε και τα περισσότερα κουκούτσια, μην σας πω και τα φύλλα, με αποτέλεσμα ένα φοβερό πονόκοιλο που κόντεψε να τον ξεκάνει. Η μάνα του, για να τον αποτρέψει από το να ξανακάνει το ίδιο, τον έπεισε ότι μεγάλο ρόλο στο κακό έπαιξαν και τα κουκούτσια με αποτέλεσμα βδομάδες μετά να πρέπει να πηγαίνουμε μαζί του όταν πήγαινε τουαλέτα και να τον ακούμε να μας λέει θριαμβευτικά όταν έβγαινε «μια κερασιά λιγότερη». Από τότε τα κουκούτσια αποτέλεσαν μόνιμο παιδικό εφιάλτη του και όχι μόνο, μιας και τον άκουσα να λέει στη γυναίκα του όταν τάιζε τον γιό του καρπούζι «πρόσεξε τα κουκούτσια» και τότε κατάλαβα τι σημαίνει παιδικό τραύμα.

Ξαναγυρνάμε στο καρπούζι. Όταν λοιπόν από το καρπούζι δεν είχε μείνει παρά μόνο το περίβλημα και αυτό γιατί ο Γιώργος μετά από μια άσχημη δηλητηρίαση από αχλάδια που τα έφαγε με τη φλούδα και άπλυτα, είχε μια φοβία στο γύρω γύρω των τροφίμων, ακόμα και στη πέτσα του κοτόπουλου, πράγμα που πολύ μου άρεσε γιατί εγώ λάτρευα τις ξεροψημένες πετσούλες του κοτόπουλου, όταν λοιπόν το καρπούζι είχε πάρει το κατάλληλο σχήμα και εάν ο καιρός βοηθούσε ξεκινούσε ο πόλεμος, αφού υπήρχε ο εξοπλισμός. Κράνος (το μισό καρπούζι) και όπλο το κουτάλια. Βάζαμε το καρπουζοκράνος στο κεφάλι και φωνάζοντας «αέρα» κραδαίνοντας τα κουτάλια μας αρχίζαμε να κυνηγιόμαστε μέχρι που μια τούμπα, η ένας γονιός έσκαζε μύτη και μας μάζευε. Μας μάζευε όχι ακριβώς, γιατί η ιεροτελεστία του «τρώω το πρώτο καρπούζι της χρονιάς» δεν είχε τελειώσει ακόμα. Έτσι όπως είμαστε στην αυλή, όποια μάνα μας έπιανε πρώτη, μας πήγαινε στη βρύση και μας έκανε μπάνιο έτσι όπως ήμασταν, με το άσπρο βρακάκι και το άσπρο φανελάκι. Εγώ πολύ το ευχαριστιόμουνα ο Γιώργος πάλι όχι, αλλά καθόταν ακίνητος σαν παγωμένος και τώρα που ξαναφέρνω την εικόνα στο μυαλό μου είμαι σίγουρη ότι τα χείλια του δεν τρέμανε από το κρύο, αλλά προσευχότανε να τελειώσει το δράμα που ζούσε, αλλά μπροστά στο άλλο δράμα ήτανε προτιμότερο. Βλέπετε για να βάλεις τον Γιώργο στο μπάνιο έπρεπε να πεις τη μαγική φράση "θα σε φάνε οι μέλισσες" και τότε κοκάλωνε και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσουν όλα. Όχι δεν είχε φάει μέλισσες με τη φλούδα, αλλά κάποτε θεώρησε σκόπιμο να ανοίξει μια κυψέλη με μέλισσες για να δει πως είναι με τα γνωστά αποτελέσματα. Ακόμα θυμάμαι που ήρθε σπίτι -γιατί πάντα εμείς είχαμε τη τιμή να βιώνουμε πρώτοι τις συνέπειες των εξερευνήσεων του- με ένα σκούρο μπλε χρώμα και διπλάσιος. «Θαύμα» είπανε οι γιατροί, «θαύμα» είπε και η μάνα του, εμείς πάλι τον ρωτήσαμε εάν θα πρέπει πάλι να πηγαίνουμε μαζί του όταν θα πήγαινε τουαλέτα και πολύ ανακουφιστήκαμε όταν μας είπε "όχι", αλλά όταν θα έκανε μπάνιο στην αυλή θα έπρεπε να κάνουμε και εμείς μαζί του.

Τώρα θα μου πείτε γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί με καθυστέρηση φέτος είπα στο μπαμπά μου το πρωί «καλά πεπονάκι παίρνεις εδώ και δύο εβδομάδες για τα εγγόνια σου, καρπούζι για μένα δεν θα πάρεις;». «Καλά είπε η μαμά μου, άμα έχουν στη λαϊκή θα σου φέρω». Τέσσερεις ώρες μετά με πήρε η Νάσια τηλέφωνο από το σπίτι και μου είπε με τον ίδιο θριαμβευτικό τρόπο, με εκείνο τον παλιό το δικό μου, «μαμά μάντεψε τι τρώω;». Και χωρίς με περιμένει την απάντηση μου, συνέχισε «Τρώω την μισή καρδούλα από το πρώτο καρπούζι της χρονιάς. Την άλλη μισή τη φύλαξε η γιαγιά για τη Νερίνα».. 46 καλοκαίρια εγώ άκουγα το πρώτο κρακ που κάνει ένα καρπούζι όταν κόβεται στο σπίτι, εγώ μύριζα πρώτη εκείνη τη μυρωδιά που πιστοποιούσε και επίσημα ότι ό,τι κόλπα και να βρει ο καιρός το καλοκαίρι ήρθε επιτέλους και πάνω από όλα εγώ έτρωγα την καρδιά από το πρώτο καρπούζι της χρονιάς. Κάτι έκανε κρακ μέσα μου, σαν να άκουγα το κρακ από όλα τα πρώτα καρπούζια που έφαγα στη ζωή μου και θυμωμένα της είπα «να πεις στο παππού σου ντροπή του». Τότε ο πατέρας μου είπε «δεν πειράζει τώρα θα τρως τρίτη το πρώτο καρπούζι της χρονιάς» και συνέχισε η Νάσια, αποτελειώνοντας με, αρπάζοντας το τηλέφωνο από τον παππού της και λέγοντας μου «Μην στεναχωριέσαι μαμά έτσι είναι η ζωή», ρουφώντας ταυτόχρονα τον καρπουζοχυμό που τις έστυψε ο παππούς της για να συνοδεύσει την καρδιά του καρπουζιού., ενισχύοντας έτσι τις υποψίες μου ότι εγώ από το πρώτο καρπούζι της χρονιάς το μόνο που θα μείνει να φάω είναι η φλούδα του, γιατί έτσι που μεγάλωσε το κεφάλι μου δεν μπορώ ούτε να παίξω καρπουζοπόλεμο πια, άσε που χωρίς τον Γιώργο δεν έχει πλάκα και δεν νομίζω ότι θα το εκτιμήσουν τα έτερα μας ήμισυ εάν σκάσουμε μύτη στο μπαλκόνι με άσπρα βρακάκια και φανελάκια και από μια καρπουζόφλουδα για κράνος στο κεφάλι, άσε που μεγαλώνουμε και παιδιά και τι παράδειγμα θα τους δώσουμε. Βέβαια φρόντισα να στραπατσάρω λίγο την ευτυχία της λέγοντας την «ελπίζω να μην κατάπιες και τα κουκούτσια γιατί θα φυτρώσουν καρπουζιές στην κοιλιά σου, το ξέρω γιατί όταν ήμασταν παιδιά το είχε πάθει ένας φίλος μου».

Υ.Γ. Από την άλλη σκέφτομαι ότι ίσως αυτό να είναι και θεία δίκη. Κάποτε θα έπρεπε να πληρώσω για τις επιπλέον καρδιές που έφαγα κλέβοντας τες χωρίς καμία ενοχή από τον Γιώργο.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Πρωινό ξύπνημα ή πόσα να αντέξει ένας γάτος ακόμα;











Καλημέρα πέρα για πέρα σε όλους σας. Εγώ πάλι περνάω μια περίοδο κατά την οποία έχουν μπει σε αμφισβήτηση όλα όσα με τόσο κόπο έκτιζα εδώ και τόσα χρόνια και πάνω απ' όλα η οικολογική μου συνείδηση ή με λίγα λόγια μου την δίνουν τα πουλιά. Και εξηγώ:

Ο Μαντού αυτό τον καιρό προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια ακόμα κρίση ταυτότητας, από αυτές που φαντάζομαι ότι ταλανίζουν όλες τις οικόσιτες γάτες ανά την οικουμένη. Σαν να μην του έφτανε ο παρατεταμένος οίστρος του, που τον έχει μεταμορφώσει σε σφουγγαρίστρα του σπιτιού, έτσι που όλη την ώρα κυλιέται στο πάτωμα, ήρθαν να προστεθούν στη ζωή του και τα πουλιά, που φέτος μετά από μια μάλλον γόνιμη αναπαραγωγική περίοδο, μοιάζουν να είναι περισσότερα απο κάθε άλλη χρονιά. Ο χώρος έξω κάποιες ώρες της μέρας θυμίζει τη γνωστή ταινία και έχουν φέρει τον έρμο στον Μαντού σε μια παρεμφερή κατάσταση με εκείνη του ταλαίπωρου στο "Ψυχώ", άλλη γνωστή ταινία του ιδίου σκηνοθέτη και εμάς σε μια κατάσταση όμοια με εκείνη, του με σπασμένου ποδάρι δημοσιογράφου στην άλλη του ταινία, έτσι που ανήμποροι προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να τον σώσουμε απο κάτι που εάν γίνει σίγουρα δεν θα είναι πτήση αλλά πτώση με στυλ. Αυτό είναι απο παιδική ταινία και όχι του ιδίου σκηνοθέτη. Σαν εβομάδα Χίτσκοκ έχει καταντήσει το σπίτι. Τι εβδομάδα; Μήνας να λες. Και καλά όταν ήταν μικρός μας έβαζε και τον παίρναμε αγκαλιά και κυνηγούσαμε μαζί μύγες σε όλο το σπίτι, καλά να δείτε τον καλό μου με τι αέρινες κινήσεις πηδούσε καναπέδες και τραπέζια με το γάτο αγκαλιά και τι στο κόσμο! Τώρα όμως τα πράγμα είναι δύσκολα και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψω να επαναληφθεί το σκηνικό, ξέρετε ο καλός μου με το γάτο αγκαλιά να πηδάνε απο το μπαλκόνι, γιατί αυτό πτώση θα είναι σίγουρα, αλλά στυλ δεν πρόκειται να έχει. Και όπως όλοι θα ξέρετε πια - εννοώ εσείς που με διαβάζετε -, το στυλ αποτελεί ένα απο τα βασικά στοιχεία αυτού του μπλογκ και όχι μόνο. Άσχετο αλλά εξοπλισμό για bangee jamping ξέρει κανείς που πουλάνε;

Υ.Γ. Προσέξτε το βλέμμα του. Δεν είναι σαν να λέει "θέλω γυναίκα και πουλιά και δε με νοιάζει με πoια σειρά θα μου τα φέρετε" !!!!

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007

Καραμέλα με γεύση χαράς κανείς;

απο τους Δρόμους Ζωής

«Η παράσταση θα γίνει την Κυριακή 10 Ιουνίου, στις 7 στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας, που ευγενώς παραχώρησε την αίθουσά του για τη γιορτή των παιδιών. Θα είναι μεγάλη χαρά όλων μας και ιδιαίτερα δική μου, να σας δούμε στη γιορτή μας.»
Έγραψε και μας προσκάλεσε η magica de spell και απλά αντέγραψα εγώ.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007

Τελείωσαν τα ψέμματα


Μετά από αυτό ο Μαντού τη Δευτέρα ξεκινάει μαθήματα !!!

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

.....μερα





Μεσημέριασε και ακόμα νυστάζω. Θέλω να τελειώσει το σχολείο, εάν και για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα να ξαναπήγαινα σχολείο. Εντάξει για να είμαι ειλικρινής, θα ήθελα να μην ξαναπήγαινα μεν σχολείο, αλλά να περίμενα το καλοκαίρι και ένας από τους σημαντικούς λόγους της προσμονής να μην είναι το ότι επιτέλους θα κοιμηθώ. Θέλω ψάθα και αμμουδιά και μυρωδιά αντηλιακού. Αλλά όλα αυτά αφού κοιμηθώ πρώτα. Και όχι σαν όνειρο. Για όνειρο κρατάω το κλασσικό μου για καλοκαίρι, αλλά σιγά μην σας το πω.


Καλό σας μεσημέρι πια

Υ.Γ. Φεύγοντας μην σταματήσετε τη μουσική, με κρατάει σε επαφή με το περιβάλλον...!

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

"Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας..."

Δεν ξέρω πια για σένα εάν έχει σημασία, αλλά βλέπεις τελικά ήσουν ένα γενναιόδωρο άτομο. Μου άφησες τον τρόπο να ξεπεράσω τις ενοχές που η ανοχή και η αδιαφορία μου γεννήσανε.
Γιατί κανόνα και εξαίρεση Αμαλία μου εγώ τα έφτιαξα, τα συντήρησα με περισσή φροντίδα και όταν τελειώσουν όλα, πολύ φοβάμαι ότι θα συνεχίσω να το κάνω.