Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007
Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007
Μοναχά αναμονή
«Να την», είπε ο Παντελής και την έβαλε στην αγκαλιά μου. Δεν είδα παιδί, είδα μοναχά δυο μάτια να με κοιτάνε και τότε κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου εύκολα. Δεν έβλεπα παιδί, έβλεπα μονάχα δυο τεράστια μαύρα μάτια, ένα πρόσωπο ολόκληρο από μόνα τους- να με κοιτάνε, όχι ερευνητικά, όχι φοβισμένα, όχι χαρούμενα, όχι λυπημένα, όχι αδιάφορα, όχι θυμωμένα, όχι, αγαπησιάρικα, όχι, όχι….. Ότι ένοιωθε αυτό το παιδί ήταν καλά κρυμμένο μέσα του και κατάλαβα ότι έπρεπε να κάνω πολύ δρόμο για να μου επιτρέψει να το μοιραστώ μαζί του. Ένα πράγμα μοναχά μου έλεγαν αυτά τα μάτια «αυτός είναι ο χώρος μου, δεν θα μπεις παρά μονάχα εάν σου επιτρέψω εγώ την είσοδο». Φευγαλέα, αλλά ένοιωσα αυτό που αργότερα θα ήταν ο κανόνας στη σχέση μας. Η Νερίνα με ξεπερνούσε. Οι εννιά μήνες στη κοιλιά μου είχαν επιτρέψει στο ιδιαίτερο μυαλό της να με αποδικωποιήσει, να αναπτύξει τις άμυνες απέναντι στο ρόλο μου ως μάνα της, να τον αμφισβητήσει, να απορρίψει όλα τα στερεότυπα που είχα φτιάξει για τις σχέσεις μας, να φτιάξει τους δικούς της κανόνες, να τους θωρακίσει και με το μυαλό και με το σώμα της και τώρα που επιτέλους «βλεπόμαστε» για πρώτη φορά, με μια μόνο ματιά της να μου τους κάνει όχι μονάχα διακριτούς αλλά και αδιαπραγμάτευτους. Όσο εγώ μοντάριζα τη ζωή της, όντας αυτή μέσα στη κοιλιά μου, αυτή αργά μα σταθερά την αποδομούσε και έφτιαχνε τη δική της.
Εκείνη βέβαια τη στιγμή δεν συνειδητοποίησα ότι το «παιχνίδι» ήταν χαμένο για μένα, γιατί ξαφνικά τρόμαξα. Περίμενα τόσο καιρό αυτό το παιδί, τόσο που είχα πειστεί ότι δεν θα ερχότανε ποτέ, την αγαπούσα από τη πρώτη στιγμή που σκέφθηκα ότι θα ήθελα να κάνω ένα παιδί. Ήρθε όταν είχα πειστεί ότι δεν θα τα κατάφερνα. Και όμως τρόμαξα από το πόσο την αγαπούσα, μάλλον από το πόσο ήμουν δικιά της. Για πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα μπροστά σε έναν άλλο άνθρωπο, που χωρίς να το ζητήσει και στη περίπτωση του συγκεκριμένου παιδιού, χωρίς να το θέλει καν, που ήμουνα απόλυτα υποταγμένη. Ότι και να γινότανε μεταξύ μας αυτή δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι να με πάρει και να με κάνει ότι θέλει. Και εδώ αγαπητέ μου αναγνώστα θα νομίζετε ότι έβαλα τα κλάματα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Εντάξει ισοπεδωμένη ήμουνα, αλλά κάποιες άμυνες ανασύρθηκαν από μέσα μου και όταν ο Παντελής με ρώτησε πως νοιώθω του είπα «θέλω να φύγω, τώρα». Η συνειδητοποίηση της απόλυτης παράδοσης όχι μόνο της καρδιάς μου αλλά και του μυαλού μου, για να είμαι ακριβής η εξαφάνιση της εγκεφαλικής θεώρησης των πραγμάτων που μέχρι τότε φίλτραρε τα πάντα στη συμπεριφορά μου, ακόμα και τα πιο έντονα συναισθήματά μου, η γνώση ότι για όλη την υπόλοιπη ζωή μου εγώ θα ζούσα και θα ανάπνεα μοναχά για αυτήν, ότι χωρίς αυτήν γύρω μου εγώ θα εξαφανιζόμουνα, με κατατρόμαξε και απόμεινα να τη κοιτάω και εγώ, με τα μάτια μου ορθάνοιχτα τρομαγμένα να κοιτάνε τα δικά της και τότε η κόρη μου για πρώτη φορά μου έδωσε ένα μικρό στοιχείο για να την πλησιάσω. Στα μάτια της έσκασε ένα σκανταλιάρικο γέλιο και ήταν σα να έλεγε «μην την κάνεις τώρα μόλις αρχίζει το γλέντι» και έβαλα τα γέλια. Το μωρό μου είχε πάρει τον ιδιότυπο τρόπο της μαμάς του να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της να εκφράζει τα συναισθήματά της.
Έχουν περάσει δέκα χρόνια. Η σχέση μας από την αρχή δεν ήταν εύκολη. Αυτά που φευγαλέα ένοιωσα όταν την πρωτοείδα, μου πήραν λίγο χρόνο για να τα συνειδητοποιήσω και ακόμα περισσότερο για να τα αποδεχθώ. Πάλεψα αρκετά για να την αλλάξω να την προσαρμόσω στην εικόνα. Αυτή πάλι δεν άλλαξε τίποτα, απλά σιγά σιγά και χρησιμοποιώντας με εκνευριστική δεινότητα κάθε καινούργιο όπλο που της δινότανε, φρόντιζε να τα κάνει ακόμα πιο τελεσίδικα αδιαπραγμάτευτα. Δε ξέρω τι λέει η ψυχολογία, δε ξέρω ένα γεννιόμαστε άγραφο χαρτί, η με κομμάτια της προσωπικότητας μας διαμορφωμένα από τη κοιλιά της μαμάς μας, ξέρω ότι το συγκεκριμένο παιδί, στα αρχειακά του θέματα μοιάζει να είναι καταληγμένο από εκείνη τη πρώτη μέρα που την πρωτοείδα στο μαιευτήριο.
Η σχέση μας δεν ήταν εύκολη. Ήθελα τόσο πολύ να είμαι η τέλεια μάνα και να έχω μια σχέση μαζί της σαν αυτές που έβλεπα να έχουν οι άλλες μάνες με τις κόρες τους, που το πάλεψα αλήθεια λέω το πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις. Μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησα, μάλλον η Νερίνα με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο ηλίθια φερόμουνα. Η Νερίνα όχι μόνο ήξερε τι ήθελε, αλλά έχοντας μελετήσει τα όπλα του αντιπάλου ήξερε και τι μάνα μπορούσα να είμαι. Και τότε κατάλαβα ότι εγώ δεν μπορούσα να είμαι μια τέτοια μάνα, δεν ήμουνα καλά ούτε εγώ ούτε αυτή. Φρενάραμε και οι δυο μας και κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά με διάθεση να διαπραγματευτούμε, όχι να βάλουμε τα μοντέλα μας σε συζήτηση, αλλά αποδεχθούμε η καθεμιά για τον εαυτό της τα όρια της και να βρούμε τους δρόμους που θα συναντηθούμε. Και τότε άρχισα για πρώτη φορά να την καταλαβαίνω αληθινά και να τη σέβομαι σαν «αντίπαλο», κάτι που η ίδια το είχε ήδη κάνει από την αρχή της κοινής ζωής μας. Κατάλαβα ότι η Νερίνα με ξεπερνούσε, ότι δεν είχε καμία λογική να προσπαθώ να μοντάρω τη ζωή της με βάση τα κοινά αποδεκτά πρότυπα- για τα οποία για να είμαστε ειλικρινείς ελάχιστο σεβασμό είχα δείξει εγώ στη δικιά μου ζωή- και ότι ήταν καιρός εμείς οι δύο να αρχίσουμε να περνάμε καλά. Είχα μπροστά μου ένα μικρό κορμάκι που ήταν φορτωμένο με μια ευλογία που με τη συμπεριφορά μου είχε αρχίσει να γίνεται «κατάρα» για αυτήν. Γιατί η Νερίνα είναι ολάκερη αυτό που λένε ένα «μυαλό». Δεν έχει να κάνει αυτό με τις ιδιαίτερες ικανότητες της να αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω της, για αυτήν μάλιστα στην αρχή, αυτή της η ικανότητα δεν ήταν παρά ένα ακόμα κομμάτι της που της έκανε τη ζωή πιο δύσκολη. Η Νερίνα πέρασε μια φάση που θεωρούσε ότι το μυαλό της ήταν το χειρότερο κομμάτι της. Χωρίς να κάνει τίποτα την έκανε διαφορετική. Όχι γιατί μονάχα την έκανε ξεχωριστή στο μικρόκοσμό της, αλλά γιατί αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει το μικρόκοσμό της. Ήθελε τόσο πολύ και αυτή να είναι κομμάτι του μικρόκοσμου της, αλλά όσο και εάν φαίνεται περίεργο δεν τον καταλάβαινε. Όταν ήταν μωρό γελούσε σπάνια και βαριότανε αφόρητα τα παιδικά τραγουδάκια. Μια μέρα ήταν τριών μηνών, κρατώντας την αγκαλιά και προσπαθώντας να την ηρεμήσω της είπα «ποιος έχει το πιο γκρινιάρικο παιδί;» Σταμάτησε το κλάμα και με κοίταξε. Τότε είπα «εγώ έχω το πιο γκρινιάρικο παιδί!!!!» και για πρώτη φορά ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Παιχνίδι που σε διάφορες παραλλαγές το συνεχίσαμε μέχρι που άρχισε να μιλάει και πάντα την έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Το κακό είναι ότι όλο αυτό το διάστημα που αυτή αναζητούσε τρόπο για να κατατάξει τον κόσμο γύρω της και να ενταχθεί σε αυτόν, εγώ είχα ήδη πέσει στη παγίδα της επιβεβαίωσης. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί χαλούσε την ενέργεια της προσπαθώντας να καταλάβει τους γύρω της. Τι στο καλό είχε να πει μαζί τους; Γιατί η γνώμη τους να είναι τόσο σημαντική για αυτήν; Προβολή και προσωπικές μου φιλοδοξίες θα πείτε και καλά θα κάνετε να το πείτε. Και για κακοποίηση ανηλίκου άνετα μπορείτε να με καταγγείλετε.
Και τότε η Νερίνα άφησε το σώμα της να μου πει όλα όσα αρνιόμουνα να καταλάβω και τότε κατάλαβα και φρέναρα και μαζί μου και αυτή.
Σήμερα η Νερίνα είναι ένα φυσιολογικό παιδί –για επίπεδα Νερίνας μιλάμε-. Τόσο φυσιολογική που σπάει νεύρα, καθότι ενίοτε γίνεται και χαζοχαρούμενο. Έχει αποδεχθεί τη δύναμη του μυαλού της και εγώ έχω αποδεχθεί ότι η διαχείριση της είναι δικό του θέμα. Όχι ότι συμφωνώ αλλά αυτή ξέρει, ή ελπίζω να ξέρει. Άλλωστε ένα πράγμα έμαθα ζώντας μαζί της. Αυτή παίρνει πάντα τις αποφάσεις για τη ζωή της. Κρατάω σα θετικό ότι κάποιες φορές όταν χρειάζεται να αποφασίσει για κάτι ζητάει και τη γνώμη μου και όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολλές φορές συμφωνούμε.
Δε μπορώ να ξεφύγω από τη παγίδα να «θαυμάζω» τη Νερίνα, να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να κάνει εάν αποφάσιζε να επικεντρωθεί στις ικανότητες της, ίσως φταίει το γεγονός ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι ήταν πάντα το απωθημένο μου, αλλά ίσως τελικά η Νερίνα να έχει δίκιο. Ίσως ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει και να ζήσει πραγματικά ελεύθερη, ζητούμενο της από πάντα, είναι η απελευθέρωση της από αυτό και η αποδοχή ότι δεν είναι παρά ένα ακόμα κομμάτι του εαυτού της, ίδιο και ισότιμο με όλα τα άλλα, που επιλέγει να το χρησιμοποιεί κατά βούληση για όσο θα νοιώθει ότι μια διαφορετική του αντιμετώπιση την κάνει δυστυχισμένη. Η αλήθεια είναι ότι εδώ και ένα χρόνο έχει αρχίσει, έστω και κάνοντας χιούμορ, όταν τη ρωτάμε "καλά πως το ήξερες αυτό;" όταν λέει κάτι και μας αφήνει άναυδους, να μας κοιτάει συγκαταβατικά και να λέει «μαμά είναι προφανές» για να συμπληρώσει μετά «άλλωστε είμαι ένα μικρός Αϊνστάιν με IQ μεγαλύτερο από το δικό σας» για να μας αποτελειώσει «με λίγα λόγια δεν έχω IQ φουντουκιού» και τότε ξεκαρδίζεται αυτή στα γέλια. Και μετά συνεχίζει τη ζωή της σα να μη συνέβη τίποτα.
Ξέρω ότι δεν έχει πραγματικά απελευθερωθεί από αυτό. Δε ξέρω εάν πραγματικά θα ήθελα να απελευθερωθεί από αυτό, ή εάν θα τα καταφέρει να συνεχίσει να το αγνοεί, γιατί υπάρχει ένα κομμάτι μέσα της –που αρκεί να δεις τα μάτια της για να το καταλάβεις- που συνεχίζει να της θυμίζει τη παρουσία του και τη δύναμή του, ότι ίσως απλά αναβάλλει για αργότερα τη στιγμή που θα αναγκαστεί να αναμετρηθεί μαζί του και φοβάμαι για το αποτέλεσμα. Αλλά στη τελική η ζωή είναι δική της και εγώ εάν θέλω να είμαι κομμάτι της πρέπει να αποδεχθώ το ρόλο που μετά από κοινή συμφωνία μου δόθηκε –λέμε τώρα-.
Δε μου είναι εύκολο να γράφω για τη Νερίνα, ίσως αυτό να είναι το πιο «αδύναμο» και ασυνάρτητο κείμενο που έγραψα ποτέ, αλλά έτσι είμαστε εγώ και η Νερίνα και η αλήθεια είναι ότι τη λέξη «όλα» στη δική της περίπτωση, στη δική μας περίπτωση, ποτέ δε θα συμπεριλαμβάνει όλα τα «όλα», κάνοντας μας άλλες φορές να θέλουμε να ταξιδεύουμε έτσι χωρίς χάρτη και προορισμό και άλλοτε να αναζητάμε αγωνιωδώς ένα χάρτη, που όμως στη δική μας περίπτωση πρέπει να τον χαράξουμε η κάθε μια για τον εαυτό της και μετά μαζί.
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007
Η αναμονή

Έτσι να 'μαι στο κρεβάτι για εξήμισυ μήνες περίπου. Στην αρχή πανικοβλήθηκα. Για κάποιο περίεργο λόγο, ενώ όταν έμαθα ότι είμαι έγκυος τρόμαξα, βλέποντας το γεμάτο λαχτάρα βλέμμα του Τάσου όταν του το είπα, ένοιωσα ότι όλα θα πάνε καλά. Και για λίγο πήγαν. Μέχρι που στο δεύτερο υπέρηχο ο Πάνος μου είπε «ο πλακούντας είναι πολύ χαμηλά, σε θέλω κάτω μέχρι νεωτέρας» και συμφώνησε και ο γυναικολόγος μου. Τον ρώτησα εάν θα ζήσει. Μου είπε ότι χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Η υπομονή δεν υπήρξε ποτέ το στοιχείο μου και η επιμονή, μάλλον η πίστη μου ότι αυτή τη φορά θα τα κατάφερνα ως νεοαποκτηθείσα δεν μου άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Έξω με περίμενε η μαμά μου. Με ρώτησε τι μου είπε ο γιατρός και της είπα «εσύ τι φαντάζεσαι ότι μου είπε;». ήμουν θυμωμένη. Θυμωμένη με το Τάσο, θυμωμένη με τις οικογένειες μας που ήθελαν ένα παιδί, μα πάνω από όλους θυμωμένη με εμένα που επέτρεψα να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Έβαλα τα κλάματα, όταν είδα το Τάσο να έρχεται προς το μέρος μου. Δεν μπορούσα να τον περιμένω και είχα πάει μόνη μου στο γιατρό μου. Κάτι στο περπάτημα του μου φάνηκε περίεργο. Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε προς τα εμένα, αλλά μου έδινε την αίσθηση ότι περπατάει αντίθετα σε εμένα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι και όντας αντικειμενική, μάλλον ένα φόβο ότι θα τον αρχίσω στις σφαλιάρες τον είχε. Τότε λειτούργησα συναισθηματικά – οι ορμόνες βλέπετε - και του είπα «όλα θα πάνε καλά» σφίγγοντας τα χέρια μου μέσα στις τσέπες μου.
Το γεγονός παρέμενε. Έπρεπε να μείνω στο κρεβάτι χωρίς να ξέρω πόσο. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να μείνω ψύχραιμη για το καλό όλων μας. Τότε θυμήθηκα πως ξεπέρασε μια φίλη τη κατάθλιψη της, μετά από συμβουλή ενός δίχως αμφιβολία νοικοκύρη ψυχολόγου και πήρα ένα τεράστιο κέντημα –μετρητό παρακαλώ- που με βοήθησε να περάσω τους εννιά μήνες με σχετική λέμε ηρεμία. Λυπάμαι που το λέω αλλά το διάβασμα και η μουσική δεν βοηθούσαν καθόλου.
Κατά τα άλλα επέμενα ηλιθιωδώς να αγνοώ τα σημάδια που λέγανε ότι εγώ και το συγκεκριμένο παιδί δε θα είχαμε αυτό που λένε μια συμβατική σχέση μάνας κόρης, ή μάλλον μάνας πρώτου παιδιού ή τέλος πάντων μάνας παιδιού από καιρού Μήδειας μέχρι σήμερα. Και βέβαια δεν αντιλήφθηκα, η άφρων μάνα, ότι τα περί ελέγχου, διαπαιδαγώγησης και γιατί όχι χειραγώγησης του συγκεκριμένου παιδιού, στη καλύτερη περίπτωση ανάγονταν στη σφαίρα του μεταφυσικού και στη χειρότερη του αστείου μέχρι ξεσαλώματος. Όποτε η Νερίνα ένοιωθε πως πιεζότανε απλά την έκανε. Ούτε μιλούσε, ούτε λαλούσε, για την ακρίβεια ακούνητη και άντε εγώ να τρέχω ανεξάρτητα ώρας όπου προλάβαινα να βρω παλμογράφο να την ακούω για να ηρεμώ. Δε λάτρευε την επαφή με το πολύ κόσμο, για αυτό όταν βρισκόμουν κάπου με κόσμο χοροπηδούσε σα τρελή. Οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξε άψογη στο γάμο μας, ο οποίος έγινε όταν μπόρεσα να σηκωθώ και αφού είχα κλείσει πια τον έβδομο μήνα. Α, περάσαμε υπέροχα, γελάσαμε πολύ και η Νερίνα δεν έδειξε κανένα σημείο δυσανασχέτησης. Και γιατί να δυσανασχετήσει άλλωστε, αφού ήταν το κέντρο της τελετής. Αλλά και εγώ δε την ταλαιπώρησα ιδιαίτερα, μέχρι και τις γόβες έβγαλα στη μέση της τελετής και ευτυχώς που ο παπάς ήταν καλός άνθρωπος και περίμενε να τις φορέσω στο «Ησαϊα χόρευε». Θυμάμαι τη φωτογράφο να προσπαθεί να με φωτογραφήσει από γωνία που να μη φαίνεται η κοιλιά τόσο, αλλά γρήγορα παράτησε κάθε προσπάθεια, αφού και εγώ και ο καλός μου, μόνο φωτεινή επιγραφή δεν είχαμε βάλει πάνω από τη μικρή στρόγγυλη κοιλιά μου.
Μέχρι και τον όγδοο μήνα ήταν ένα μωρό με το κεφάλι κάτω. Είκοσι μέρες πριν γεννήσω η Νερίνα είχε ήδη κάνει μια μεγαλοπρεπή τούμπα και είχε σφηνώσει έτσι που τίποτα δεν έδειχνε ότι υπάρχει περίπτωση να γεννήσω φυσιολογικά. Κάπως έτσι αποκτήσαμε ημερομηνία. Δεκαπέντε μέρες πριν περίπου από την τελευταία ημερομηνία εάν γεννούσα με φυσιολογικό τοκετό. «Δευτέρα, είπα στο Παντελή, δε το συζητάω». «Ωραία, μου είπε, Δευτέρα 10 Νοέμβρη». Χάρηκα. Μου φάνηκε σημαδιακό. 10 Φλεβάρη γεννήθηκε η μαμά μου, 10 Γενάρη εγώ και 10 Νοέμβρη αυτή. Στις 22 Οκτώβρη το πρωί είχα συνεννοηθεί με το Πάνο –ο προσωπικός μου ακτινολόγος και κολλητός, υπεύθυνος για όλη την εγκυμοσύνη μου- για ένα ακόμα υπέρηχο. Πήγαμε πρωί, όταν χτύπησε το κινητό του Τάσου. Η μητέρα του είχε πεθάνει. Πήρε το πατέρα μου για να έρθει να με πάρει και έφυγε. Γύρισα σπίτι. Η Νερίνα ήταν ήρεμη, αλλά δεν ανησυχούσα. Ψιλόβρεχε μια όμορφη φθινοπωριάτικη βροχή, από εκείνη που μαντεύεις το ουράνιο τόξο πίσω από τα σύννεφα. Πέρασα τη μέρα σπίτι φροντίζοντας την τελευταία ανιψιά μου, μόλις δυόμιση μηνών για να μπορέσει η μητέρα της να μείνει στο πατρικό σπίτι. Η Νερίνα συνέχιζε να είναι ήρεμη, οι γύρω μου και ο Τάσος προσπαθούσαν να με κρατήσουν μακριά. Το απόγευμα η Νερίνα ήταν ανήσυχη, ή έτσι την ένοιωθα εγώ. Άφησα τη μικρή στη μάνα της και πήγα στο πατρικό του Τάσου. Η μαμά μου και η θεία του βάλανε τις φωνές. «Τι θέλεις εδώ, δε κάνει να στενοχωρηθείς», αλλά μόλις μίλησα με το Τάσο η Νερίνα ηρέμησε. Έτσι μείναμε μέχρι το βράδυ μαζί του και γυρίσαμε μαζί στο σπίτι μας να συνεχίσουμε το μπέιμπι σίτινγκ στην ανιψιά μου. Μέχρι σήμερα η Νερίνα δε μπορεί να κοιμηθεί εάν ο πατέρας της δεν είναι κάπου γύρω της. Άλλος ένας κανόνας της είχε μπει και εμείς παρόλα αυτά συνεχίζαμε ηλιθιωδώς να διαβάζουμε βιβλία σχετικά με τη διαπαιδαγώγηση μωρών, να κάνουμε διαφωτιστικές κουβέντες με γονείς, να συλλέγουμε κάθε πιθανή πληροφορία μέχρι που πια ήμασταν σίγουροι ότι όχι μόνο τα είχαμε προβλέψει όλα, αλλά ότι τα είχαμε και όλα υπό έλεγχο.
Με αυτά και με αυτά ο μήνας είχε πάει εννιά η επόμενη μέρα ήταν Δευτέρα, 10 του Νοέμβρη και σύμφωνα με το πρόγραμμα είχε έρθει η ώρα εμείς και η Νερίνα να γνωριστούμε…………
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007
Αυτό σίγουρα δεν είναι κόκερ

Εκεί είναι που ζήτησα το κόκερ. Ήξερα ότι έζησε όλη του τη ζωή με σκυλιά και εγώ ένοιωθα ότι δεν θα ολοκληρωνότανε η στροφή στη ζωή μου εάν δεν αποκτούσα ξανά ένα σκυλί. Μόνο έτσι θα είχα «θεραπευτεί» εντελώς. Και έτσι είπα : «Ένα σκυλί, ένα κόκερ σπάνιελ, κανελί, αρσενικό».
Το απόγευμα μου είπε ότι είχε περάσει από τον κτηνίατρο μας και του είπε ότι σε λίγο καιρό περίμενε μια γέννα και θα μας ειδοποιούσε.
Όλα έμοιαζαν να έχουν τακτοποιηθεί. Ο γάμος μας είχε αποφασισθεί, ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνω –έτσι για να κλείσω και το τελευταίο παράθυρο- είχε και αυτό κανονισθεί και μάλιστα θα πηγαίναμε μαζί, το θέμα των παιδιών είχε ρυθμιστεί, το σκυλί μας για την ώρα μεγάλωνε προστατευμένο στη μήτρα της μαμάς του και όλα μοιάζανε να μην μπορούν να αλλάξουν. Ακόμα και οι παραδοσιακές φοβίες και ανασφάλειες μου είχαν εξαφανιστεί. Όλα για πρώτη φορά στη ζωή μου έμοιαζαν να είναι απόλυτα ελεγχόμενα και πάνω από όλα ασφαλή και συνάμα ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έμοιαζα να έχω ΕΓΩ τον απόλυτο έλεγχο πάνω της.
Όλα ; Ας μην είμαστε αχάριστοι αγαπητέ μου αναγνώστα. Γιατί με τον καιρό η λέξη «όλα» άρχισε να μην τα περιλαμβάνει «όλα» τα «όλα».
Έξη μήνες μετά είμαι στο γραφείο. Κοιτάζω ένα τσιγάρο και προσπαθώ να αποφασίσω εάν θα το καπνίσω ή όχι. Ο Τάσος στο πίσω γραφείο μοιάζει να είναι απασχολημένος με κάτι, αλλά εγώ νοιώθω το βλέμμα του, αμήχανο και φοβισμένο.
Ένα αυτοκίνητο σταματάει έξω από το γραφείο και κάποιος φωνάζει «Τάσο». «Σε φωνάζουν» λέω, ενώ ταυτόχρονα σηκώνω το τηλέφωνο που χτυπάει. Ο Τάσος βγαίνει έξω, για να μπει μετά από λίγο χαρούμενος. «Ήταν ο κτηνίατρος, μου λέει, επιτέλους βρήκε κόκερ έτσι όπως το ήθελες, όποτε θέλουμε μπορούμε να πάμε να το πάρουμε».
«Δεν θα το πάρουμε, ήταν η Δήμητρα, θα κάνουμε δικό μας. Είμαι έγκυος» του λέω και εκεί αγαπητέ μου αναγνώστα σου ορκίζομαι ότι άκουσα το Θεό να γελάει…..
Υ.Γ. Εκείνο το τσιγάρο που λέγαμε δε το κάπνισα τελικά…
Συνεχίζεται
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007
Μπλογκοπαίγνιον

Τέλος πάντων διάβασα Μαγιακόφσκι και κατάλαβα ότι εγώ θα ήθελα να ήμουν αυτός. Από τη μια αντικειμενικά δε μπορούσα να είμαι αυτός, από την άλλη μου αρέσει το κρύο, αλλά όχι τόσο που να περάσω τα χρόνια μου στις στέπες και έτσι αποχαιρέτησα με παρρησία (και με ανακούφιση) τον κόσμο της ποίησης και έκτοτε δε ξανάγραψα ποτέ τίποτα.
Θα μου πείτε τώρα "καλό και σεβαστό κυρά μου να λες το πόνο σου, αλλά γιατί;» Γιατί το έχω προσέξει αγαπητοί μου αναγνώστες -και αυτό είναι για μένα και η γοητεία των blog - τις περισσότερες φορές, όταν διαβάζω κάτι στα blog, μου γεννιέται ένα "γιατί;" και όταν μου γεννιέται αυτό το "γιατί;" μετά έρχεται και το τι θα διαβάσω παρά κάτω και κάθε φορά που γίνεται αυτό, κάθε φορά που το γιατί μου ενώνεται με το πριν και το μετά του μπλόγκερ κάτι όμορφο σκάει μύτη από τη γωνία. Και στη τελική εγώ έτσι διαλέγω τα blog που διαβάζω.
Η αιτία για να γραφεί αυτό το ποστάκιον ήταν η πρόσκληση από τη Γιώτα για ένα παιχνίδι που παίζεται στην άλλη πλευρά της μπλογκόσφαιρας και πάνω κάτω λέει: "εάν δεν ήσασταν ο μπλόγκερ που είσαστε ποιος θα θέλατε να είσαστε;". Ελπίζω να έγινα κατανοητή.
Εάν δεν ήμουν η μπλόγκερ που είμαι, θα ήθελα να είμαι η Αταλάντη, ο μικρός αγαπημένος μου αυτοκρατορικός πιγκουΐνος. Έτσι σαν αυτόν, τη βλέπω να παλεύει εγκλωβισμένη μα και απελευθερωμένη ταυτόχρονα, προσπαθώντας άλλοτε να σπάσει και άλλοτε να συντηρήσει το πάγο που κρατάει τα μυστικά της τέχνης της μα και του υπέροχου μυαλού της.
Υ.Γ. Γιατί με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό που μου έλειπε δεν ήταν το ταλέντο -ναι είμαι μετριόφρων ως άτομο το άτομο- αλλά το πάθος και πάνω από όλα η αφοσίωση. A και η ανικανότητα μου να μοιραστώ ή να αφήσω σε κοινή θέα τα κομμάτια μου, μα πάνω από όλα το σπαραγμό μου. Για αυτό όταν διαβάζω παιδιά σαν την Αταλάντη, ζηλεύω τόσο που σχεδόν μου έρχεται να αρχίσω να ξαναγράφω ποιήματα. Αλλά τότε έρχεται στο κεφάλι μου, σα παιδικό τραγουδάκι, το σύγνεφο με παντελόνια και κατεβαίνω γρήγορα γρήγορα από το δικό μου σύννεφο πριν γκρεμοτσακιστώ.
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007
Αίνιγμα

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007
H άλλη πλευρά
Y.Γ. Κυρίες και κύριοι στη φωτογραφία σε παγκόσμια "δεύτερη" (στο χώρο του blogger εννοώ) ο ΠΕΡΣΗΣ !!!!!
Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007
Η 1η μου κούπα

Σκηνή 1η
(σαράντα χρόνια πριν)
Εγώ: Όχι δε το πίνω !!!!!
Μάμα (τι ποια μαμά; η δικιά μου μαμά!): Θα το πιείς
Εγώ: Δεν το πίνω !!!!
Μαμά: Πάμε στοίχημα;
Εγώ: .......... (έχω σφαλίσει το στόμα μου και δεν το ανοίγω ή έτσι τουλάχιστον νομίζω η αισιόδοξος κόρη)
Μαμά: Τώρα!!!!
Εγώ: .................
Μαμά: Τώρα είπα, θα αργήσεις και θα φύγει το σχολικό και μετά να δούμε τι θα πεις στο Δημητράκη (όπου Δημητράκης ένας εκ των διευθυντών του σχολείου μου. Ένα σχολείο φύλακα του τρίπτυχου "πατρίς θρησκεία οικογένεια" συμπληρούμενου με το "όποιος αργεί στη προσευχή την έχει άσχημα, μα ποοοοοοοολύ άσχημα")
Εγώ: .............
Μαμά: Τελευταία σου ευκαιρία, μετά θα έχεις πρόβλημα...
Πίσω από τη μαμά μου ξεπροβάλλει η γιαγιά μου κρατώντας στο χέρι της το "μυστικό μας όπλο" και αρχίζει η γνωστή παντομίμα πίσω από τη πλάτη της μαμάς μου. Πάνω κάτω λέει με τις κινήσεις της "πιες το και σε περιμένει αυτό"
Πειθαρχημένα άνοιγα το στόμα μου και κατάπινα με τη μία το γάλα μου, κλείνοντας όμως τη μύτη μου. Η μαμά μου έφευγε ικανοποιημένη για τη δουλειά της νικήτρια σε μια ακόμα μάχη μαζί μου, αφήνοντας στη γιαγιά μου τα υπόλοιπα (δόντια, ντύσιμο και σχολικό).
Γιαγιά: Γρήγορα κρύωσε, σήμερα το παρατράβηξες και θα αργήσεις και στο σχολείο. Έλα στη κουζίνα.
Τρέχοντας πήγαινα στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι το φλυτζάνι του καφέ της γιαγιάς μου -άχνιζε ακόμα- και δίπλα του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου για όλη τη παιδική μου ηλικία, το αντίδοτο στην στυφή γεύση του γάλακτος, ο μόνος σοβαρός λόγος για να ξυπνήσει κανείς το πρωί ακόμα και εάν μετά έπρεπε να πάει σχολείο, το ΜΠΡΙΚΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ, με το υπόλοιπο του καφέ που για μια ακόμα μέρα και εντελώς τυχαία δε χώρεσε στο φλυτζάνι της γιαγιάς μου. Δίπλα του μια φρυγανιά, έτσι για να εξαφανιστεί οποιαδήποτε υπόνοια γαλακτοκομικού στον ουρανίσκο μου -γιατί εκτός από το μαρτύριο του γάλακτος περνούσα κάθε πρωί και το μαρτύριο της φέτας με βούτυρο με μέλι- και βέβαια το συμπλήρωμα ενός σωστού καφέ, ένα ποτήρι νερό. Η ιεροτελεστία πάντα η ίδια. Πρώτα πίναμε τον καφέ, μη φανταστείτε ούτε ένα κουταλάκι δεν ήταν, μετά έριχνα λίγο νερό και έτρωγα τη φρυγανιά μου και στο τέλος έριχνα και το υπόλοιπο νερό και με τη μια έπινα ακόμα και τη παραμικρότερη υποψία καφέ από τη κούπα, - συγνώμη από το μπρίκι.
Και μετά έτρεχα στο μπάνιο για να πλύνω τα δόντια μου, αφού πρώτα θαύμαζα για λίγο το υπέροχο καφετί μουστάκι που είχα αποκτήσει, ευχαριστώντας το θεό που η μαμά μου έφευγε πριν από μένα για τη δουλειά της.
Πρωινό ξύπνημα
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007
Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007
sincerely, Me
Leonard Cohen - Famous Blue Raincoat
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007
Ο tempora , Ο mores
(Πίσσα και πούπουλα που έλεγε και η γιαγιά μου)
Υ.Γ. Να δείτε που θα αρχίσω να νοσταλγώ τη μαυρόασπρη περίοδο του αναπληρωματικού φορητού του φορητού μου...
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007
ένα Macbook, μια πρέσα και μια lemon pie

Και μέσα σε όλα αυτά τα σκασμένα μου εξαντλημένα, διαλυμένα, μισοδιαβασμένα, μισοκοιμισμένα να θέλουν να δουν και τηλεόραση. Για να μη θυμηθώ ότι η Νάσια θέλει να της αγοράσουμε στολή γοργόνας για να κολυμπάει στη θάλασσα, άσε που θεωρεί ότι έτσι θα τη συμπαθήσουν και οι φώκιες. Τι που τις βρήκαμε τις φώκιες; Είπαμε του χρόνου το καλοκαίρι (όποιος βρει το καλοκαίρι μου του '07 να μου το επιστρέψει πάραυτα) να τις πάμε Αλόννησο και το έδεσε. Τώρα εσείς νομίζετε ότι θα της περάσει ή ότι δεν θα βρει στολή γοργόνας. Αγαθοί μου αναγνώστες. Μιλάμε για άτομο που μέχρι δύο χρονών για να μπει στη θάλασσα απαιτούσε να σκουπίσουμε την άμμο. Τώρα πια όταν έχει κύμα στέκεται στην άκρη και αρχίζει τα μπινελίκια για να σταματήσει το κύμα. Δεν θα το πιστέψετε αλλά σ' αυτήν πιάνει πάντα. Σε εμένα πάλι μέχρι και καφάσι έχει φέρει το κύμα στο κεφάλι.
Τώρα θα μου πείτε που κολλάει ο Macbook και η πρέσα, για να μην αναφερθούμε στη lemon pie; Φαντάζομαι στο συγκεκριμένο κείμενο πουθενά, αλλά όπως σε όλα τα πράγματα στη ζωή μου εγώ για αλλού το ξεκίνησα και αλλού αυτό με πήγε και εκεί όπως έγραφα ήρθε ένα κύμα και με πήρε και με σήκωσε. Όταν και εφόσον ξαναπέσω στο χώρο, θα σας μιλήσω για δύο από τα υπαρξιακά διλήμματα που αυτό το καιρό στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες μου. Και όχι μόνο τις δικές μου .............
Υ.Γ. Ο υπολογιστής μου συμπληρώνει δύο μήνες στην Αθήνα, όπου πήγε προς επισκευή και στον αναπληρωματικό του, φορήτος και αυτός, κάηκε μια λάμπα στην οθόνη του (μη γελάσετε έτσι είπε ο καλός μου, ότι έχουν μια μικροσκοπική λάμπα που ενίοτε καίγεται) και σας βλέπω μαυρόασπρους στην καλύτερη περίπτωση, γιατί τους περισσότερους μόνο σε απόλυτο σκοτάδι μπορώ να σας διαβάσω, εξ ου και θα συμβούλευα να ξανασκεφτούμε τα χρώματα των ιστολογίων μας, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι προβλήματα ανάγνωσης μπορεί να δημιουργήσει η, μόνο σε έγχρωμο περιβάλλον αναγνώσιμη, επιλογή template.
Υ.Γ.2 Σαφώς και δεν έχω τελείωσει το σίδερο. Μόλις άρχισε η βδομάδα, ή για να είμαι ακριβής ο μήνας.
Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007
Και τώρα "Η ΔΉΛΩΣΗ"

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007
Μετά από ένα χρόνο και 272 post
Μα που πήγε το πρώτο μου post;
Θα μου πεις γιατί τόση φασαρία για ένα χαμένο post; Μα ήταν το πρώτο μου! Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι κάτι σαν μανιφέστο και δεν μπορώ να το καταλάβω ούτε εγώ. Ένα «π». Όπως πατέρας, Πέτρος, παραμύθι, πεπονόφλουδα, πατρίδα, πεπρωμένο, πεπόνι κ.λ.π. Πανιφέστο κατάντησε και σαν τέτοιο για την ώρα αρνούμαι να το συνεχίσω.
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007
Εκλογών παρενέργειες
Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα δεν είναι συμπτωματική - ή ποιον συναντά κανείς όταν επιμένει να δει τη τηλεοπτική κάλυψη των εκλογών μέχρι το τέλος..........





