Κυριακή 11 Μαρτίου 2007

εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα


"Τα κόλλυβα"

(απο την giagiaduck)





«Το στάρι να προσέξεις μη σου παραβράσει και γίνουν τα κόλλυβα σούπα», γύρισε η Νίνα στην αδερφή της.

«Μη με λες τα ίδια και τα ίδια κάθε φορά, μια χαρά είναι το στάρι. Συ το χαρτάκι για τον παπά μην ξεχάσεις να γράψεις. Και να τους βάλεις ούλους, τ’άκουσες; Ούλους τους πεθαμένους μας. Και μη και δω γραμμένη πάλι τη Φρειδερίκη, θα φύγω, στο λέω», απάντησε η Παρή με τα χέρια κατακόκκινα από τα ρόδια που καθάριζε.
Στην κουζίνα έπεσε ησυχία. Σαν αυτή που όσο περνούσαν τα χρόνια, όλο και συχνότερα έβρισκε τη θέση της στην κουζίνα που μαγείρευαν οι δύο αδερφές.

«Μαρή Παρίτσα, τώρα πού’πες Φρειδερίκη, τη θυμάσαι την Άννα-Μαρία στο γάμο της με τον Κωνσταντίνο»; είπε ξαφνικά η Νίνα. «Πα, δεν θα την ξεχάσω αυτή τη μέρα. Εκεί δα καθόμουν, στο δρόμο, για να τους δω να περνούν. Είχα ντύσει και τα κορίτσια με τα καλά τους τα φορέματα και τις άσπρες τους κορδέλες και τσι είχα δώσει και λουλούδια για να προσφέρουν τση βασίλισσας. Κι όταν πλησίαζε η άμαξα, α Παναγιά μου, θαμπώθηκα από το μεγαλείο. Εκείνη την τιάρα της την έβλεπα στον ύπνο μου μήνες μετά. Στράφτανε τα μπριλάντια στον ήλιο και μας τυφλώνανε.»

«Α σε καλό σου, Νίνα μου, πού τον θυμήθηκες σήμερις τον Κοκό και το βρωμόσογό του»;
«Κωνσταντίνος, Βασιλεύς των Ελλήνων, Παρίτσα, ήταν ο άνθρωπος κι αυτά τα κουμμουνιστικά περί Κοκού εμένα μη με τα λες»
έκραξε η Νίνα. «Λυσσάξατε ούλοι να φύγει ο βασιλιάς και να…. τι καταλάβατε; Σκατά κι απόσκατα έιναν τα πράματα. Σεις οι κουμμουνιστές σε τίποτα δεν πιστεύετε κι αφήνετε και τους νεκρούς σας αδιάβαστους, σαν το Νικολάκη μας καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται. Και μετά λυσσάξατε πάλι με τους συνταγματάρχες. Εγώ ένα ξέρω: ο Παπαδόπουλος έβαλε σε τάξη την Ελλάδα. Θυμάσαι που βάζανε και πρόστιμα σε όσους πετούσαν τ’αποτσίγαρα στσου δρόμους; Φύγαν αυτοί και ήρθε ο Παπαντρέας και τά’κανε ούλα ρόιδο. Μια χούντα χρειαζόμαστε, αυτό σε λέω μόνο.», είπε μονοκοπανιά η Νίνα και από τη σύγχυσή της , πάει να ισιώσει το μουσαμαδένιο τραπεζομάντηλο και δίνει μια με το χέρι της και πάρτο κάτω το πιάτο με τα καθαρισμένα ρόδια.

«Καλά, καλά, μη με συγχύζεσαι, θα σού’ρθει κανάς νταμπλάς, μεγάλη γυναίκα» είπε η Παρή μαζεύοντας με τις χούφτες της τα κόκκινα σπυριά από το πάτωμα.

«Ποια μεγάλη μαρή, μη με συγχύζεις άλλο τώρα και θα καταλήξω σα τη θεια τη Ζαμφώ που τση ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τού’μεινε του θείου Χαράλαμπου στα χέρια.»
«Κι ήταν και νταρντάνα η άτιμη και πώς να την κουλαντρίσει ο κακομοίρης ο Χαράλαμπος»,
είπε η Παρή και έσκασε ένα χαμόγελο.

Πέρασε έτσι η μπόρα ανάμεσα στις δύο αδερφές, μπόρα που ξεσπούσε συχνά και για διάφορους λόγους, μα κυρίως γιατί οι κοινές αναμνήσεις τους από τα παιδικάτα τους είχαν με το πέρασμα του χρόνου αλλοιωθεί, διαφορετικά από την κάθε μια. Κι όταν τις διηγούνταν, διαφωνούσαν στις λεπτομέρειες. Κι ήταν τόσες οι αναμνήσεις…

Η Παρή ήταν η μεγάλη και η Νίνα η μικρή. Υπήρχε και ένας Βενιαμίν, ο Νίκος, αλλά αυτόν τον χάσανε το ‘22 στην πυρκαγιά στον αρμενομαχαλά. Όταν η μάνα τους μάζευε σαν αφιονισμένη δυο τρία μπογαλάκια για να φύγουν με το πλοίο, το αγόρι βρήκε την πόρτα ανοιχτή, βγήκε στο δρόμο για να παίξει, σα θάλασσα ορμητική τον παρέσυρε το πλήθος, μέχρι που βρέθηκε στο μαχαλά και κάηκε μαζί με τόσους άλλους. Θρήνος για τη χαμένη πατρίδα, θρήνος για το πεθαμένο αγόρι. Πού να συνέλθει η έρμη μάνα μετά απ’αυτά. Σαν φάντασμα είχε κουρνιάσει με τα δυο της κορίτσια σε μια γωνιά στο κατάστρωμα με κλειστά μάτια για να μη βλέπει την πόλη της που καιγόταν και κρατούσε σφιχτά στην αγκάλη της την εικόνα της Παναγιάς και το ζακετάκι του Νίκου. Απ’όλο της το βιος, απ’όλη της την οικογένεια, απ’όλη της τη ζωή, μαζί της κατάφερε να πάρει την εικόνα, λίγα ρούχα των παιδιών, ένα μάτσο λίρες που είχε από καιρό στην άκρη, μέσα στο ραϊσμένο βάζο από ροζ φίλντισι και τις φωτογραφίες που έβγαλαν το περασμένο καλοκαίρι στο φωτογραφείο της προκυμαίας. Και το ζακετάκι του Νίκου. Μάταια παρακάλαγε να πάρει μαζί στο καράβι και το κορμάκι του, για να το θάψει μόλις φτάσουν στην Ελλάδα. «Δε χωρούμε, κυρά Ιωάννα, δεν το καταλαβαίνεις; Τόσες λίρες εδώκαμε για να πάρουν εσάς τσι τρεις, άμα δουν και ένα κουφάρι, τι περιμένεις; Στη θάλασσα θα το ρίξουν. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, κυρά, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. ΄Αστο δω χάμω το παιδί και θα μηνύσω γω του Οσκιέρ πασά να το θάψει. Είναι καλός άνθρωπος, κι ας είναι Τούρκος, θα το φροντίσει το παιδί. Κι όταν ησυχάσουν τα πράματα, θα γυρίσεις πίσω να του ανάψεις ένα κεράκι. Άιντε, πάμε τώρα».
Κι έτσι έμεινε με το ζακετάκι.

Το καράβι τις έβγαλε στη Θεσσαλονίκη κι από κει στην Αθήνα. Να προσπαθούν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους σε έναν άλλο τόπο, με άλλα συνήθεια. Λίγες μέρες μετά έφτασε και η θεια Ζαμφώ με το Χαράλαμπο και την κόρη τους την Αρίκα. Κι έτσι είχαν έναν δικό τους άνθρωπο να πουν δυο κουβέντες. Βρήκαν όλοι ένα σπιτάκι στον Ποδονίφτη και βολεύτηκαν εκεί. Τα παιδιά συνήθισαν γρήγορα. Ένα μυστήριο ήταν το πώς ξέχασαν τα μεγαλεία της Σμύρνης και ευτήχησαν στο χαμόσπιτο. Μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν καλούς ανθρώπους, η Παρή το Χρήστο και η Νίνα το Βασίλη, έκαναν τα δικά τους παιδιά και δεν την σκέφτονταν την καμμένη πόλη. Μόνο η κυρά Ιωάννα δεν κατάφερε να ριζώσει στο νέο τόπο. Της έλειπε το σπίτι της, ο οντάς της, οι γειτόνοι της, το αγόρι της. Δυο μήνες αφότου έφτασαν στην Ελλάδα, αρρώστησε βαριά. Κι αν το ξεπέρασε εκείνη την πρώτη φορά, η αρρώστεια δεν την ξέχασε. Τρία χρόνια μετά, η τελευταία υποτροπή ήταν η μοιραία. Πήγε να βρει το Νικολάκη της. Όλος ο Ποδονίφτης την έκλαψε σαν νά’ταν γέννημα θρέμμα του. Και στον τάφο της, πάνω στο μάρμαρο, ένα χέρι πάντα πότιζε τη γλάστρα με τα κίτρινα λουλούδια. Έτσι έμειναν μόνες στον κόσμο η Παρή και η Νίνα. Και πορεύτηκαν.

Αυτά σκεφτόταν η Νίνα, ψιθυρίζοντας «έτοιμο και το χαρτάκι».

«Για πες, να ιδώ μπας και ξέχασες κανέναν ή μού’βαλες κανάν τρισκατάρατο μέσα» αντιγύρισε η Παρή.

«Μη σε νοιάζει, μόνο τους δικούς μας θα βάζω πια, ράγισε η φωνή της Νίνας.

Νίκος

Ιωάννα,

Ζαμφώ,

Χαράλαμπος,

Χρήστος,

Βασίλης

ψθύρισε και ακούμπησε το κεφάλι της στο τραπέζι κλαίγοντας.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2007

Υ.Γ. 1. Ζήτησα να μου επιτρέψουν να αναδημοσιεύσω τα κείμενα που για τη γέννηση τους οι λέξεις μου υπήρξαν η αφορμή. Η γιαγιά Ντακ ήταν η πρώτη που δέχτηκε

Υ.Γ.2. Διευκρινίζω για όσους δεν ξέρουν το παιχνίδι των πέντε λέξεων ότι το παραπάνω κείμενο δεν έχει γραφεί απο εμένα, εγώ απλά έδωσα τις πέντε λέξεις και ζήτησα από την γιαγιά Ντάκ να γράψει ένα κείμενο που να περιέχει αυτές τις λέξεις. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν το κείμενο που διαβάσατε.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2007

Τη φτερούγα μου για ένα παγωτό


«Φτερούγα εγώ», φώναξε δυνατά για να ακουστεί μέσα στη φασαρία του μαγαζιού.

Θυμήθηκε τη γιαγιά της να εξηγεί πως γινόταν παλιά το μοίρασμα στο κοτόπουλο στo οικογενειακό τραπέζι. «Τη φτερούγα, έλεγε, την έδιναν πάντα στη κόρη για να πετάξει και να φύγει μακριά». Από τότε έτρωγε πάντα την φτερούγα και το βράδυ κρυφά στο δωμάτιο της προσπαθούσε να δει εάν στις πλάτες της είχαν φυτρώσει οι περιβόητες φτερούγες.
Μια μέρα δεν άντεξε και αποφάσισε να ρωτήσει τη γιαγιά της. Καθόντουσαν στην αυλή, όπως κάθε απόγευμα όσο ακόμα ο καιρός κρατούσε την ανάμνηση του καλοκαιριού μέσα του. «Γιαγιά, γιατί αφού πάντα τρώω τις φτερούγες δεν βγάζω φτερά να πετάξω;» Η γιαγιά της γέλασε και έσκυψε να τινάξει τα τρίμματα από το ψωμί που έτρωγε. «Ίσως πρέπει να φας πολλές φτερούγες για να φτιάξεις τα δικά σου μεγάλα φτερά για να φύγεις μια μέρα».
«Και ποια μέρα θα γίνει αυτό;», ρώτησε ανυπόμονα. «Βιάζεσαι να ξενιτευτείς;», τη ρώτησε η γιαγιά, στρώνοντας τη ποδιά της.
«Γιατί μόνο η ξενιτιά είναι μακριά από δω;» τη ρώτησε. «Έλα τώρα», άλλαξε κουβέντα η γιαγιά, «πήγαινε μέσα, στο πιατάκι έχω το παγωτό σου».
«Έχεις τα λαιμά σου», έλεγε η γιαγιά και πάντα της έδινε το παγωτό λιωμένο, σε ένα πιατελάκι, πάντα το ίδιο. Σήμερα για πρώτη μέρα πρόσεξε τα σχέδια στο πιατάκι. "Κινέζικο", το έλεγε η γιαγιά, από ένα παραμύθι το σχέδιο. Ο βασιλιάς και τ’ αηδόνι θυμήθηκε και χαμογέλασε. Κοίταξε τα φτερά του αηδονιού και για λίγο προσπάθησε να φανταστεί πως θα είναι τα δικά της. «Ξανθά σίγουρα σαν τα μαλλιά μου, θα είναι, να όπως και του αηδονιού έχουν το χρώμα που έχει το κάρβουνο. Υπάρχει άραγε η λέξη καρβουνί;» σκέφτηκε.

Ένας από τους λόγους που βιαζότανε να φυτρώσουν τα φτερά της ήταν για να φάει επιτέλους ένα παγωμένο παγωτό. Το καλοκαίρι στο εξοχικό κρυφά από όλους τρύπωνε στη κουζίνα άνοιγε στη κατάψυξη και έτρωγε κρυφά τα τρίμματα από τη παγοκολώνα. Και ποτέ μα ποτέ δεν την είχαν πιάσει τα λαιμά της, αλλά δεν μπορούσε να μοιραστεί με κανέναν αυτή της την ανακάλυψη.

«Σαν κρύο γάλα είναι», σκέφτηκε και το πέταξε απογοητευμένη. «Πλύνε το πιατάκι και έλα γρήγορα έξω, φώναξε η γιαγιά της, θέλω να πας στο χασάπικο να πάρεις κοτόπουλο για να μαγειρέψω αύριο». Έτρεξε γρήγορα έξω, νοιώθοντας ότι αργά μα σταθερά πλησίαζε η ώρα που θα πετάξει μακριά με τα ξανθά τεράστια φτερά της, ένα παγωτό στο χέρι και δίπλα της σαν σε αγώνα το αηδόνι από το πιατάκι.

Λίγα λόγια

1/ Το κείμενο γράφηκε μετά από πρόσκληση των μεθυσμένων χρωμάτων.

2/ Για μένα αποτέλεσε ένα άθλο και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα είμαι περήφανη για αυτό, γιατί μέχρι τώρα δεν είχα κατορθώσει να γράψω κείμενο κατά παραγγελία. Ακόμα και στο σχολείο το θέμα της έκθεσης το διαμόρφωνα κατά το δοκούν. Υπήρξε λοιπόν η πρώτη πράξη πειθαρχίας που υλοποίησα ποτέ. Και σαν τέτοιο το χαιρετίζω και το αποχαιρετώ. Με λίγα λόγια το είδατε δεν θα το ξαναδείτε.

3/ Έπαθα τενοντίτιδα και τα έφτυσε και ο αυχένας μου. Πονάει το χέρι μου, στρίβω τον αυχένα μου με δυσκολία, μουδιάζουν τα δάχτυλά μου κ.λ.π., επίσης το γρασίδι δεν ήταν καλό με αποτέλεσμα τα αγριογούρουνα να μην έχουν καλή γεύση. Και όχι δεν τελείωσα το σίδερο.

Δίνω τη θέση μου στους:

Αταλάντη,

Οι λέξεις: εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα

Το ζητούμενο: Μια δικιά σας ιστορία με αυτές τις πέντε λέξεις και ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΛΕΞΕΙΣ. Και δεν θέλω αντιρρήσεις. Τι να πω εγώ που το έκανα σιδερώνοντας!

Πρωινή παράκρουση



Κηρύσσοντας τριήμερο εορτασμό για την «ημέρα της γυναίκας» (το ξέρω ότι είναι αύριο, αλλά εορτασμός άνευ τριημέρου δεν συνάδει στην νοοτροπία του Έλληνoς, ναι αυτού με το γνωστό τράχηλο λέω και κατ’ επέκταση της Ελληνίδας, για τον τράχηλο της οποίας δεν αναφέρει τίποτα κανείς ιστορικός, ενώ αντίθετα αναφέρονται διάφορα περί λευκότητας κ.λ.π. απο βουκολικούς συγγραφείς της εποχής), ξεκινάω επιτέλους το ΣΙΔΕΡΩΜΑ. Εάν δεν φτάσουν οι μέρες, ευτυχώς όπου να ‘ναι έρχεται η 25 Μαρτίου, η οποία αν μη τι άλλο έχει πληθώρα γυναικών στο δυναμικό της (η ιστορική περίοδος εννοώ, όχι η συγκεκριμένη μέρα). Εδώ που τα λέμε τις φαντάζεστε να προσπαθούν να κολλάρουν φουστανέλα με εκείνο το σίδερο με το κάρβουνο (ουπς έκαψα μια λέξη μου). Εδώ μια τσάκιση είναι να κάνεις και σου βγαίνει η πίστη. Τώρα ανακάλυψα γιατί στην αμφισβητούμενη από τους ιστορικούς τελετή ύψωσης του λαβάρου της επανάστασης δεν υπήρχαν γυναίκες. Με τόση φουστανέλα που είχαν να σιδερώσουν συν τα άμφια του Παλαιών κ.λ.π., συν το λάβαρο, μια χαρά τους ήρθε το παρτάκι των αντρών. Άσχετο καθαριστήρια υπήρχαν το 1821; Και πια τελικά ήταν η καλονοικοκυρά που σιδέρωσε το λάβαρο; Με ανάθεση ή μετά από δημοπρασία με διαφανείς διαδικασίες πήρε τη δουλειά;

Υ.Γ.1. Η μουσική επένδυση σκοπό έχει να συμβάλλει στην ανύψωση του ηθικού της εν εξάλλω διατελούσης νοικοκυράς και όποιας άλλης ή όποιου άλλου βιώνει το ίδιο δράμα, που τύφλα να έχουν μπροστά του όλα τα υπαρξιακά που έχω περάσει κατά καιρούς. Και να σκεφτείς κανείς ότι περνάω την τρίτη μου κατάθλιψη και αυτή τη φορά χωρίς φάρμακα. Ή θα ανέβει η σεροτονίνη μόνη της, ή δεν θα ανέβει. Τέλος!

Υ.Γ. 2. Δεν ξέρω εάν το καταλάβατε ή αν απο μένα πια όλα τα θεωρείτε αναμενόμενα, αλλά εγώ νόμιζα ότι ο μήνας έχει επτά (7). Χάθηκε να έχει εννιά (9)! Όταν λέμε παράκρουση εννοούμε παράκρουση και χωρίς τσάκιση!


Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007

Αφιερωμένο


Όχι όλο, αλλά σχεδόν όλο στα πόδια σας. Και αυτό επειδή δεν διευκρινίσατε εάν θέλατε όλο τον δίσκο ή κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι.

Κυρία μου: THE WALL





































Τρίτη 6 Μαρτίου 2007

Πρωινό ξύπνημα



Καλημέρα. Η μέρα σήμερα έχει μια, να το πω ευγενικά, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, αλλά το αντιπαρέρχομαι με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, καθώς το ζητούμενο, για μένα, δεν είναι πια να έρθει η άνοιξη, αλλά το πότε θα ξεκουμπιστεί να φύγει να ησυχάσει λίγο το ταλαίπωρο κορμάκι και μυαλό μου.

Επίσης χελιδόνια είδε κανείς φέτος;

Σάββατο 3 Μαρτίου 2007

«Εκείνη» (η ζωή μας)


(η συνέχεια και το τέλος)
Όταν αποφασίσαμε να δώσουμε το οικόπεδο αντιπαροχή, εμείς είχαμε ήδη δύο χρόνια εγκαταλείψει το σπίτι της και είχαμε μετακομίσει στη πολυκατοικία που κτίστηκε σε προικώο της οικόπεδο απέναντι από το δικό της σπίτι. Βλέπετε, γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήθελε κανένα από τα παιδιά της να μείνει στο σπίτι της.

Φεύγοντας από εκεί, πήρα στο καινούργιο μας σπίτι αρκετά από τα έπιπλα της, που κατά ένα περίεργο τρόπο βρήκαν τη θέση τους χωρίς να χρειαστεί αυτή φορά κάποια να φύγουν για να χωρέσουν τα άλλα. Έτσι ο κομμός με τα ασπρόρουχα της προίκας της μαζί με τα ασπρόρουχα της δικής μου προίκας μπήκε στη ροζ κρεβατοκάμαρα και αυτή τη φορά χώρεσαν όλα με ένα μαγικό τρόπο. Ή σχεδόν όλα. Τα καλά τραπεζομάντιλα και των δυο μας δεν χωρούσαν. Το πρόβλημα λύθηκε όταν ανακάλυψα ότι ο χώρος τους ήταν στον παλιό μπουφέ της μαζί με τα καλά γυαλικά. Εκεί που η ίδια παλιά αντί για αυτά είχε όλα τα έγγραφα της οικογένειας, συμβόλαια και άλλα τέτοια φύσης δημόσια έγγραφα. Όταν αδειάσαμε τα συρτάρια μια χαρά μπήκαν τα καλά μας τραπεζομάντιλα. Έτσι ενώ ο παλιός μπουφές δεν ήταν μέσα στα σχέδια μας με το έτσι θέλω και ελέω τραπεζομάντιλων ήρθε και διάθεση να φύγει δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Οι μεγάλες πολυθρόνες του σαλονιού της μετακόμισαν και αυτές μαζί μας. Λόγω του όγκου τους αποφασίσαμε η μια να μείνει στο καθιστικό και η άλλη να μπει στην μπλε κρεβατοκάμαρα, η οποία ήθελε δεν ήθελε φορτώθηκε την κρεβατοκάμαρα της. Απόφαση η οποία οφείλω να ομολογήσω ότι πάρθηκε υπό το κράτος έντονης μεγαλομανίας εκ μέρους μου, μιας και όποιος την έβλεπε την αντιμετώπιζε ως έργο τέχνης.
Γρήγορα μας έγινε αντιληπτό ότι για να κρατήσουμε την κρεβατοκάμαρα η πολυθρόνα έπρεπε να φύγει από το δωμάτιο. Τι σκοντάφταμε επάνω της χωρίς προφανή λόγο και αιτία, τι τα παιδιά σε αυτήν επέλεγαν κρυφά να χοροπηδάνε με τα γνωστά αποτελέσματα, τι και παίρνω όρκο, αργά μα σταθερά η πολυθρόνα υπερπηδούσε τα εμπόδια και πλησίαζε όλο και περισσότερο την πόρτα, χωρίς κανείς μας να αντιλαμβάνεται πως το κάνει, μέχρι που είδαμε και αποείδαμε και την φέραμε στο καθιστικό που ως δια μαγείας χωρίς ιδιαίτερες μετατροπές η πολυθρόνα βρήκε τη θέση της.
Τρεις από τους πίνακες τελικά έφτασαν στο σπίτι και έμειναν μετά από πολλές δοκιμές. Και αυτοί ήταν και οι μόνοι από τη μεγάλη συλλογή του σπιτιού της σε πίνακες, που είχε και η ίδια κρεμάσει στο σπίτι της.

Η πολυθρόνα της, ένα έργο τέχνης αυτή και η αδελφή της (η πολυθρόνα εννοώ) και τις οποίες χρόνια έλεγε ότι ανήκουν στον καλό μου, για το γραφείο του, τα μόνα σίγουρα έπιπλα που ήταν αδιαπραγμάτευτα για όλους, με ένα μυστήριο τρόπο έφυγαν από την κατοχή μας.

Τα παλιά βιβλία μπήκαν στη δικιά μου βιβλιοθήκη και το χώμα από τις γλάστρες της μεταφέρθηκε σε καινούργιες γλάστρες στο σπίτι των γονιών μου. Η αδελφή της μου είπε ότι ποτέ ακόμα και τα φυτά που η ίδια μεταφύτευε και χάριζε δεν είχαν ανθίσει σε άλλο σπίτι πέρα από το δικό της. Σήμερα τα κυκλάμινα μοιάζουν να μην έχουν πάρει είδηση τη μετακόμιση ανθίζοντας σχεδόν όλο το χρόνο και το φούλι από το Μάη και μετά κάνει την γειτονιά στο πατρικό μου να μοσχοβολάει.

Το βράδυ πριν έρθουν οι μπουλντόζες για να γκρεμίσουν το σπίτι της την είδα στον ύπνο μου. Ντυμένη με ένα από τα φορέματα που είχα βρει στη βαλίτσα στο υπόγειο, το γαλάζιο εμπριμέ με την γαλάζια μεταξωτή φόδρα και την φαρδιά ζώνη. Τα μαλλιά της μαύρα γυαλιστερά με χτένισμα εποχής και φορούσε και μια από εκείνες τις λουλουδιαστές λευκές ποδιές με τα βολάν. Καθόμουν στη πίσω βεράντα με όλα τα παιδιά της οικογένειας και τα κοιτούσαν που έκαναν ποδήλατο. Τότε βγήκε, σαν βγαλμένη από διαφήμιση της δεκαετίας του ’60, από αυτές με τις ατσαλάκωτες νοικοκυρές και μου φώναξε «Μην ξεχάσεις να πληρώσεις και να πάρεις την εικόνα του Αϊ Λια που είχα παραγγείλει», με αυτή τη φωνή των μανάδων όταν μας ζητούσαν να τους ψωνίσουμε κάτι οπωσδήποτε. Ξύπνησα με την αίσθηση ότι έπρεπε να κάνω ότι μου είπε. Πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου η οποία και είχε πακετάρει τις εικόνες της και τη ρώτησα εάν υπήρχε καμία εικόνα του Αϊ Λια σε αυτές που μάζεψε. Μου απάντησε ότι δεν θυμόταν να είχε δει κάποια, αλλά ο μπαμπάς μου που μας άκουσε είπε, ότι πράγματι υπήρχε μια μεγάλη χειροποίητη εικόνα του Αγίου μαζί με τις άλλες. Του ζήτησα να την βρει και να μου την φέρει και πήρα τηλέφωνο την αδελφή της και της διηγήθηκα το όνειρο. Την ήξερε αυτή την εικόνα πολύ καλά. Ο πατέρας τους την είχε φτιάξει, γιατί όταν γεννήθηκε "εκείνη" οι γιατροί είχαν πει ότι θα πέθαινε έτσι που δεν έτρωγε τίποτα. Ο πατέρας της για κάποιο λόγο, που η θεία δεν ήξερε να μου πει, την «έταξε» στο Αϊ Λιά και έφτιαξε αυτήν την εικόνα σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης του στον Άγιο. Έτσι ήρθε σπίτι και η εικόνα η οποία, τι περίεργο, επέλεξε την μπλε κρεβατοκάμαρα για να μείνει. Η πιο πεζή εξήγηση είναι ότι ταίριαζε περισσότερο στα χρώματα της μπλε κρεβατοκάμαρας, αλλά εμένα μου αρέσει να πιστεύω την πρώτη.

Έζησα μαζί της μόνο οκτώ μήνες, όμως τη νοιώθω σαν κομμάτι από τη ζωή μου. Έμαθα στα παιδιά να την αγαπάνε. Η Νερίνα, παρόλο που «εκείνη» πέθανε δέκα περίπου μέρες πριν γεννηθεί, καμαρώνει στη Νάσια, γιατί αυτή την γνώρισε τη γιαγιά της, Η Νάσια πάλι από τη μέρα που της έμαθα αυτό, που και εγώ έμαθα από τη γιαγιά μου, για τις μικρές πεταλουδίτσες που μπαίνουν τα βράδια στο σπίτι, ότι δηλαδή αυτές είναι οι ψυχές αυτών που έφυγαν που μας κάνουν επίσκεψη, με μια μικρή επέκταση στο πλαίσιο ώστε να συμπεριλάβει όλες τις πεταλούδες όπου και να τις δει, έλυσε το πρόβλημα, το οποίο το έχουν πια μόνο όσοι τύχουν να είναι δίπλα στη πεταλούδα και ακούν μια μικρή να λέει «γεια σου γιαγιά Ελένη» και ψάχνονται. Για τη Νερίνα η γιαγιά της βοήθησε να μην φοβάται τις νύχτες χωρίς φεγγάρι που μικρή την τρόμαζαν. Οι νύχτες χωρίς φεγγάρι είναι ακόμα μια ευκαιρία για να συναντηθεί με τη γιαγιά της και όχι μόνο.

Υ.Γ. Οι τέσσερεις ιστορίες γράφτηκαν χωρίς προφανή λόγο και σίγουρα δεν αποτελούν μυθιστορηματική εξιστόρηση γεγονότων. Είναι μια ακριβής καταγραφή όσων έζησα και όσων ένοιωσα ζώντας μαζί της. Το ότι συνεχίζω να τα θυμάμαι και να έχω για αυτά ακόμα τα ίδια συναισθήματα είναι και η μόνη απόδειξη που έχω ότι έτσι ακριβώς έγιναν. Αφορμή για να γραφούν υπήρξε ένα ποστ εδώ. Την ώρα που το διάβαζα μπήκε ο πατέρας μου φέρνοντας τα πρώτα κυκλάμινα. Και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ξεκίνησα να γράφω. Και χωρίς πάλι να μπορώ να εξηγήσω γιατί σταματάω εδώ. Έτσι κι αλλιώς έτσι ήταν και εκείνη. Με μια ζωή που φαινομενικά οι άλλοι της έβαζαν τα όρια εγώ συνεχίζω να πιστεύω ότι εκείνη ήταν που αποφάσιζε.


Παρασκευή 2 Μαρτίου 2007

«Εκείνη» και εγώ

(η συνέχεια)

Γνωριστήκαμε 3 χρόνια περίπου πριν μπω εγώ πια κυρά στο σπίτι της. Αρχές άνοιξης πέρασα για πρώτη φορά την πόρτα της αυλής και όπως και όλοι όσοι πρωτόμπαιναν στο σπίτι το πρώτο που πρόσεξα ήταν τα κυκλάμινα. Δυο τεράστιοι θάμνοι με κυκλάμινα σε όλες τις αποχρώσεις του ροζ. Από λευκά με αχνές ροζ γραμμές μέχρι το ροζ της Νάσιας, τόσο ροζ που να θυμίζει κόκκινο. Η αλήθεια είναι ότι μια μικρή αμηχανία την είχα, πρώτη γνωριμία με το σόι του καλού μου συν γυναιξί και τέκνοις και τα κυκλάμινα ήταν μια καλή και πιστευτή δικαιολογία να καθυστερήσω έστω λίγο ακόμα τη στιγμή που θα την γνώριζα, γιατί τους άλλους τους είχα ήδη γνωρίσει.

«Έλα, μου είπε ο Τ., έχουμε αργήσει και πρόσεξε τα σκαλιά γλιστράνε, η μάνα έπλυνε την αυλή σήμερα». Βλέπεις οι δυο μας μόνο, έτσι νομίζανε τότε, ξέραμε ότι η Νερίνα μεγάλωνε μέσα μου. Χάιδεψα τη κοιλιά μου για δύναμη, έπιασα τον Τ. από το χέρι και πριν προλάβουμε να χτυπήσουμε το κουδούνι η πόρτα άνοιξε, σαν κάποιος να παραφύλαγε από πίσω μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνη την μέρα. Φάγαμε ροσμπίφ, παίξαμε με τις δύο μικρές εγγονές της, μετρήσαμε η μια την άλλη και έφυγα χωρίς να καταλάβω εάν με συμπάθησε, σίγουρη όμως ότι χάρηκε που ήμουνα μαζί με το γιό της. Από την άλλη μπορεί και αυτό να ήθελα σε εκείνη την δεδομένη στιγμή να καταλάβω. Και ότι όλοι ήξεραν ότι ήμουνα έγκυος και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη εξυπνάδα για να καταλάβω ποιος το είχε καρφώσει. Το καρφί πέρασε την περισσότερη ώρα χαϊδεύοντας την ανύπαρκτη τότε κοιλιά μου ή ρωτώντας με εάν είμαι καλά και άλλα τέτοια χαριτωμένα, που ή έγκυος ήμουνα ή με σοβαρό πρόβλημα υγείας. Προτίμησαν την αισιόδοξη εκδοχή που ήταν και στη λογική του μη χείρον βέλτιστο.

Ήξερα ότι ήταν σοβαρά άρρωστη και ότι μέχρι ώρας είχε ξεπεράσει με επιτυχία δύο καρκίνους ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Έχοντας μεγαλώσει με ασαφή όρια του τι ακριβώς σημαίνει οικογένεια ήμουνα πάντα θετικά προδιατεθειμένη στις σχέσεις μου με τους μεγάλους ανθρώπους. Από μικρή η εικόνα μιας μεγάλης οικογένειας ήτανε για μένα μια γοητευτική και όχι μόνο προοπτική ζωής.
Στη φάση που γνωριστήκαμε κατά κάποιο τρόπο θέλαμε και οι δύο το ίδιο πράγμα. Εγώ μια οικογένεια μεγάλη που να δέσει με τη δική μου και των γονιών μου και εκείνη με τα δυο παιδιά της να έχουν φύγει πια, μια οικογένεια που θα την άφηνε να είναι μέρος της. Μην παρεξηγηθούμε, δεν ήθελε μια νύφη για να την γηροκομήσει, η αξιοπρέπεια της δεν την το επέτρεπε άλλωστε, ήθελε κάποιον να την κανακέψει και που θα της δώσει το δικαίωμα για πρώτη φορά στη ζωή της να ζητήσει.

Για πέντε μήνες δεν ξαναπήγα σπίτι της, η Νερίνα, τσογλάνι από την κοιλιά μου, με ανάγκασε να μείνω στο κρεβάτι. Οι γονείς μου με τον Τ. ανέλαβαν να την φέρνουν στο σπίτι, να τρώμε όλοι μαζί, να πηγαίνουν για καφέ σπίτι της, μιας και ο Τ. μετακόμισε σπίτι μου. Τα βράδια γύριζε πάντα στο δικό της. Ποτέ δεν δέχτηκε να κοιμηθεί σε εμάς.
Όταν οι γιατροί μου είπαν, ότι με προσοχή, αλλά μπορώ να ξαναβγώ έξω, άρχισα κάποια μεσημέρια να πηγαίνω για φαγητό στο σπίτι της ή για καφέ το απόγευμα. Ένα απόγευμα της είπα «τι λέτε δεν πάμε καμιά βόλτα με το αυτοκίνητο κατά θάλασσα μεριά και εάν έχετε όρεξη πίνουμε καφέ εκεί». Δέχτηκε και πήγαμε.
Εν τω μεταξύ η υγεία της άρχιζε ήδη να παρουσιάζει προβλήματα και κουραζότανε εύκολα. Παρόλα αυτά γυρίσαμε σπίτι γύρω στις δέκα. Εγώ νομίζοντας ότι έμεινε έξω τόσο αργά για μας την ζήτησα συγνώμη. Μου απάντησε «Ξέρεις πόσα χρόνια ονειρευόμουν να πάω με το αυτοκίνητο μια βόλτα στη θάλασσα και ας μην έπινα ούτε πορτοκαλάδα, απλά μια βόλτα ήθελα πάντα».

Μέσες άκρες είχα καταλάβει από κουβέντες του Τ. ότι παρόλο που καταγόταν από μια πλούσια για την εποχή της οικογένεια, παρόλο που καλοπροικίοστηκε, παρόλο που ο άντρας της άφησε πεθαίνοντας μια σεβαστή περιουσία, που επιτρέπει και σε εμάς σήμερα να ζούμε άνετα, δεν έβγαιναν έξω, για την ακρίβεια αυτή δεν έβγαινε έξω, παρά μόνο για την εκπλήρωση των αναγκαίων κοινωνικών καθηκόντων. Όλο τον άλλο καιρό ζούσε κλεισμένη στο σπίτι τους, καπνίζοντας και βλέποντας τηλεόραση στην ίδια πάντα πολυθρόνα τους χειμώνες και από την άνοιξη και μετά στο καρεκλάκι της στη βεράντα πίνοντας καφέ και βλέποντας τους ανθρώπους να περνάνε. Όταν φτάσαμε σπίτι εκείνο το βράδυ, ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορούσε να περπατήσει μόνη της.


Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγαμε πάλι για καφέ. Έτσι κι αλλιώς μου άρεσε να κάθομαι μαζί της. Όταν είχε τα κέφια της άφηνε τον εαυτό της και τότε ένοιωθες ότι εάν τα πράγματα είχαν πάει αλλιώς στη ζωή της, είχε όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε μια «πάστα Φλώρα» και σίγουρα για εκείνο τον καιρό ήταν πολύ καλή παρέα και για εμένα και για την Νερίνα, που πάντα ήταν ήρεμη όταν πηγαίναμε να δούμε την γιαγιά της. Κάθισα στη πολυθρόνα που έβγαζε πάντα για μένα στο μπαλκόνι και ετοιμαζόμουνα να τη ρωτήσω εάν θέλει να της φτιάξω καφέ. Κάτι στο βλέμμα της με εμπόδισε και τότε πρόσεξα ότι φορούσε τα καλά της και είχε χτενίσει τα μαλλιά της (τότε ακόμα μου κράταγε κρυφό ότι ήταν περούκα μιας και τα δικά της μαλλιά εξαιτίας των χημειοθεραπειών δεν είχαν επανέλθει ποτέ στην προηγούμενη κατάσταση τους). «Α, είπα, είστε έτοιμη και ο Τ. νόμιζε ότι δεν θα έχετε ακόμα ετοιμαστεί και πάρκαρε το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Κλειδώστε το σπίτι και θα του πω να έρθει μπροστά να μας πάρει». «Έχω κλειδώσει, μου είπε, πάμε να τον βρούμε μαζί» και με έπιασε από το χέρι. «Γλιστράνε τα σκαλιά πρέπει να προσέχεις». Ένοιωσα θυμάμαι την Νερίνα να κάνει μια κολοτούμπα, σαν να επικροτούσε την απόφαση της γιαγιάς της να βγούμε βόλτα και της είπα «Και η μικρή βρίσκει υπέροχη την ιδέα της βόλτας». Γέλασε και χάιδεψε για πρώτη φορά την κοιλιά μου.

(συνεχίζεται)




"Εκείνη" (το υπόγειο)



(η συνέχεια)

Επέστρεψα στο σπίτι μετά από μια βδομάδα. Μια αμυγδαλίτιδα της Νερίνας που σεβόμενη τον εαυτό της πέρασε και από την Σταλίτσα (έτσι λέγαμε τη Νάσια τότε) με κράτησε σπίτι. Έτσι την Παρασκευή, μια εβδομάδα ακριβώς μετά, μπόρεσα να ασχοληθώ με την μετακόμιση μας. Ο μήνας πλησίαζε στο τέλος και ήμασταν υποχρεωμένοι να αδειάσουμε και το διαμέρισμα που νοικιάζαμε μέχρι τότε.
«Δες, δυόσμος δεν είναι αυτό;» είπε ο Τ., δείχνοντας μου το ξεκοιλιασμένο βαρέλι, όπου πράγματι μέσα από τις ρίζες είχαν σκάσει μύτη δυο μικρά σκούρα πράσινα φυλλαράκια δυόσμου, «η βροχή μετά το πότισμα βοήθησε τελικά».
Θυμήθηκα τον κήπο της γιαγιάς μου και εκείνη κάθε φορά που περνούσε να σκύβει και να χαϊδεύει τον δυόσμο, όπως ανακατεύεις τα μαλλιά ενός παιδιού και μετά να μου δίνει να μυρίσω τα δάχτυλά της και ασυναίσθητα έσκυψα και έκανα το ίδιο.
«Σήμερα θα κατέβουμε στο υπόγειο» είπα. «Υπάρχουν πράγματα που θέλω να τα ανεβάσω σπίτι». Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελα ακόμα να ξαναμπώ στο σπίτι, όχι σήμερα τουλάχιστον. Από την άλλη στο υπόγειο είχα μπει μόνο μια φορά και εκείνη για λίγο, όλη τη δουλειά εκεί την έκαναν οι δικοί μου με τον καλό μου, εγώ τότε καθόμουν ακίνητη και προσπαθούσα να αποδεχθώ την ιδέα ενός δεύτερου παιδιού, έτσι που είχα πείσει τον εαυτό μου ότι μετά την Νερίνα κανείς και τίποτα δεν χωράει στη ζωή μου (Χαζές σκέψεις που όπως ήδη ξέρετε τις πλήρωσα και θα τις πληρώνω για την υπόλοιπη ζωή μου).


Το υπόγειο καταλάμβανε τον ίδιο χώρο με το σπίτι, ένας τεράστιος χώρος, χωρισμένος στα δύο, κτισμένος με μεγάλες πέτρες. Κατέβηκα τα τρία σιδερένια σκαλιά, περιέργως σε καλή κατάσταση και βρέθηκα στο εσωτερικό του. Ο ένας χώρος ήταν γεμάτος από μεγάλα κιούπια που χρησίμευαν για την αποθήκευση λαδιού, μιας που ο πατέρας "εκείνης" είχε παλιά ένα λιοτρίβι στην περιοχή και εκεί αποθήκευε το λάδι. «Κάθε φορά που μπαίνω εδώ θυμάμαι μονίμως το ίδιο πράγμα» μου είπε ο Τ. «Εμάς, με φέτες ψωμί στο χέρι και τον παππού να μας τις βουτάει στο καινούργιο λάδι της χρονιάς πασπαλισμένες με ρίγανη». «Εμένα η γιαγιά μου μου έβαζε και λεμόνι» απάντησα λίγο αδιάφορα. Την προσοχή μου είχαν τραβήξει κάτι τεράστια παλιά μπαούλα και προσπαθούσα να αποφασίσω ποια από αυτά μπορούσα να χρησιμοποιήσω, μιας και η κατάσταση των περισσοτέρων δεν ήταν και η καλύτερη. Τα περισσότερα που άνοιξα ήταν γεμάτα γυαλικά τυλιγμένα προσεκτικά σε εφημερίδες κιτρινισμένες από το χρόνο. «Όλα αυτά ήρθαν σπίτι όταν ο πατέρας έκλεισε το υαλοπωλείο» είπε ο Τ., «είναι τουλάχιστον είκοσι χρόνων. Θες να τα δούμε τώρα αυτά; Στο άλλο δωμάτιο είναι τα πράγματα της οικογένειας που έχουν κάποια αξία, δεν ξεκινάμε καλύτερα από εκεί;».



Συμφώνησα μαζί του, άλλωστε τα παιδιά ανάρρωναν ακόμη και ο χρόνος ήταν περιορισμένος. Στο δεύτερο δωμάτιο επικρατούσε η τάξη που επικρατεί σε ένα σπίτι. Παρόλο που ήταν ένα δωμάτιο έμοιαζε να είναι χωρισμένο σε πέντε δωμάτια. Στο κέντρο του δέσποζε μια παλιά τραπεζαρία με έξη ψιλο κατεστραμμένες καρέκλες και γύρω του κούτες γεμάτες και αυτές με γυαλικά. «Αυτά είναι τα καλά από το γυαλοπωλείο» είπε ο Τ.. «Εδώ είναι και το υπόλοιπο σερβίτσιο που ζήτησε η αδελφή μου να τις στείλουμε , σε εκείνη την κούτα, το έχω ετοιμάσει θυμήσου να το πάρουμε πριν φύγουμε». Δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη να ξεσκαρτάρω γυαλικά, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα το έκανα αργότερα, εάν και από την φευγαλέα ματιά που έριξα ήδη κάποια κομμάτια μου είχαν τραβήξει την προσοχή και απόρησα πως εκείνη τα είχε αφήσει να μουχλιάζουν στο υπόγειο.



Στρίβοντας για να αλλάξω «δωμάτιο» κουτούλησα σε ένα σάκο του μποξ με ένα ζευγάρι μαυροκόκκινα δερμάτινα γάντια κρεμασμένα δίπλα του. «Άουτς» τσίριξα «τι θέλει αυτό εδώ». «Εδώ ήταν το γυμναστήριο μου» μου είπε ο Τ. «Περνούσα αρκετές ώρες κάνοντας προπόνηση εδώ.» «Τίποτα δεν είναι τυχαίο» σκέφτηκα και άνοιξα άλλο ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο σε καλή ομολογουμένως κατάσταση. Ήταν γεμάτο ρούχα και σκοινιά. «Τα πράγματα μου της ορειβασίας είναι» είπε ο καλός μου, αρχίζοντας να τα βγάζει ένα ένα και να μου τα δείχνει. «Όχι δεν θα νοιώσω ενοχή που εξαιτίας μου παράτησε τα βουνά», σκέφτηκα και τον άφησα να συνεχίσει μόνος του την απαρίθμηση. Από την άλλη μεριά της τραπεζαρίας πάλι κούτες πάνω σε ένα μεγάλο μαύρο τραπεζάκι από λάκα, η απόλυτη παραφωνία με όλα τα πράγματα του υπόγειου και του σπιτιού. «Είναι από το σαλόνι του σπιτιού του αδελφού μου και στις κούτες είναι τα πράγματα του». Αποχώρησα διακριτικά και βρέθηκα μπροστά σε ένα τοίχο γεμάτο με μεγάλες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες και πίνακες εποχής. «Είναι οι πίνακες και οι φωτογραφίες του πατέρα μου, η μάνα μου τις κατέβασε κάτω μετά το θανατό του». Θυμήθηκα την ιστορία με τη φωτογραφία που είχα πάρει από την κρεβατοκάμαρα της και απέφυγα να αγγίξω τις φωτογραφίες. Έστρεψα την προσοχή μου στους πίνακες. Μεγάλοι με υπέροχες κορνίζες και αφηρημένα τοπία. Ξεχώρισα τέσσερεις πέντε για να πάρω μαζί μου όταν θα φεύγαμε από το υπόγειο. Και επέστρεψα στο «δωμάτιο» με τα πράγματα του καλού μου, που προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευση του για την έλλειψη ενδιαφέροντος από μεριάς μου για τα θαυμαστά της μανίας του, είχε αρχίσει να τα ξαναστιβάζει στο μπαούλο. «Το μπαούλο θα το πάρουμε μαζί μας, θα το βάλουμε στο υπόγειο του πατέρα μου, εδώ θα καταστραφούν από την υγρασία τα ρούχα και όλα τα άλλα που έχεις μέσα, εκτός εάν θέλεις κάποια να τα ανεβάσουμε σπίτι, έχουμε χώρο». Ορκίζομαι ότι άκουσα την ανακούφιση του, μπορεί πάλι να ήταν ιδέα μου. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν γεμάτος κουτιά και μπαούλα γεμάτα βιβλία, όχι τίποτα ιδιαίτερο, εγκυκλοπαίδειες όλων των ειδών, παιδικά παραμύθια, τα σχολικά βιβλία όλων των παιδιών, παιχνίδια για όλες τις ηλικίες, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, παλιά στερεοφωνικά με τις κασέτες τους, σαν κάποιος να είχε μεταφέρει τρία παιδικά και εφηβικά δωμάτια και τα είχε βάλει σε κούτες. Σημείωσα να θυμηθώ να τα ξεσκαρτάρω, παίρνοντας για αρχή την «Καλύβα του μπάρμπα Θωμά» για να διαβάσω το βράδυ. Ήμουνα έτοιμη να ζητήσω να φύγουμε όταν το μάτι έπεσε σ΄ ένα γάντζο κρεμασμένο από το ταβάνι και στην άκρη του να κρέμεται μια μαύρη σακούλα που έμοιαζε να έχει ένα κουτί μέσα. Προσπάθησα να το πιάσω, αλλά ήταν ψηλά. Έσπρωξα ένα ακόμα μπαούλο που βρίσκονταν μακριά από τα άλλα, αλλά σχεδόν κάτω από τον γάντζο και ανέβηκα επάνω να πιάσω την σακούλα. «Τ. τι είναι αυτό;» είπα παλαντζάροντας επικίνδυνα. «Α, το κουτί που σου είπε η αδελφή μου είναι» μου είπε. Τότε θυμήθηκα ότι η Χ. μου είχε ζητήσει να φροντίσω, ώστε αυτό το κουτί να μην ανοιχθεί από κανέναν, μιας και μέσα του είχε συγκεντρώσει όλες τις μνήμες της ως «ελεύθερης γυναίκας». Κατέβηκα βιαστικά νοιώθοντας σαν να είχα διαβάσει ξένο γράμμα. Και τότε το μάτι ξανάπεσε στο μπαούλο. Φαινόταν άδειο, είχε μόνο το βάρος των υλικών του και ήταν και αυτό σε πολύ καλή κατάσταση. «Αυτό θα το πάρουμε επάνω τώρα, είπα. Χρειάζεται ελάχιστη δουλειά και θα είναι υπέροχο στο δωμάτιο των παιδιών». «Δεν το θυμάμαι αυτό το μπαούλο» είπε ο Τ. και έσκυψε και το άνοιξε. «Έχει μια βαλίτσα με ρούχα, δες, αλλά δεν θυμάμαι να έχω δει τη μάνα να τα φοράει ποτέ. Αλλά πρέπει να είναι δικά της γιατί έχει κάρτες και φωτογραφίες από το ταξίδι του μέλιτος που είχαν κάνει στην Ιταλία.» Τα ρούχα "εκείνης", που είχα βρει στις ντουλάπες της, ήταν τα ρούχα που θα περίμενε κανείς να βρει σε μια ντουλάπα μιας γυναίκας στην ηλικία της και στην κατάσταση της, στις σταθερές αποχρώσεις του μαύρου, καφέ, μπλε, με μικρές πινελιές ασπρόμαυρων με μικρά λουλουδάκια εμπριμέ.
Τα ρούχα στο μπαούλο ήταν σαν είχαν βγει από μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Εμπριμέ φουστάνια με λαμπερές φόδρες, φαρδιές ζώνες και φουρό. Κοντά ζακετάκια κίτρινα γαλάζια, πορτοκαλί, από εκείνα με τα τρία τέταρτα μανίκι, τα θυμόμουν και γιατί υπήρξαν τα αγαπημένα της μητέρας μου. Και κάτω κάτω τέσσερα πέντε από εκείνα τα μικρά νυχτικάκια από νάυλον τυλιγμένα προσεκτικά σε λευκές κόλλες. «Καλά πότε τα φόραγε αυτά η μάνα;» είπε ο Τ.. «Στο ταξίδι του μέλιτος» σκέφτηκα, αλλά δεν του είπα τίποτα, γιατί ενώ ήμουνα σίγουρη ότι τα είχε πάρει μαζί της για να τα φορέσει δεν τα φόρεσε ποτέ, όπως ήμουνα σίγουρη ότι ποτέ δεν έδειξε ποτέ σε κανέναν τις φωτογραφίες από εκείνο το ταξίδι, απόδειξη οι κάρτες που βρήκα. Τις είχε αγοράσει, τις είχε γράψει, αλλά δεν τις έστειλε ποτέ σε κανέναν. Απλά όταν γύρισε βρήκε ένα μπαούλο και έβαλε τα ρούχα έτσι μαζί με τη βαλίτσα. Σκέφτηκα ότι για όποιον λόγο και αν η Χ. κρέμασε εκεί τα προηγούμενα χρόνια της, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο μέρος για να τα ασφαλίσει.

Βγήκαμε από το υπόγειο κουβαλώντας τη κούτα με τα πιάτα της Χ., τους πίνακες και το μπαούλο με τα σύνεργα, όπως τα λέω εγώ, ορειβασίας και την «Καλύβα του μπάρμπα Θωμά» πάνω του. «Θα έρθεις επάνω;» μου είπε ο Τ., που βιαζόταν να ασφαλίσει το μπαούλο του, μην έχοντας και πολύ εμπιστοσύνη στο σταθερό των αποφάσεων μου. «Όχι, είπα, θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο». Ήρθε γρήγορα και ήταν ακόμα χαρούμενος που είχα προτείνει να ανεβάσουμε τα της ορειβασίας σπίτι. Σχεδόν έβλεπα τις εικόνες στα μάτια του. Αυτός και η Νερίνα ντυμένοι με όλα αυτά τα περίεργα ρούχα να ανεβαίνουν βουνά. Άπλωσα το χέρι μου και τον χάιδεψα στο μάγουλο. «Περίεργο, μου είπε, ακόμα τα δάχτυλα σου μυρίζουν δυόσμο»…..

Συνεχίζεται

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2007

'Εκείνη" (το σπίτι)



(η συνέχεια)

Άφησα το κήπο ήσυχο να επεξεργαστεί τη παρουσία μου και μπήκα στο σπίτι, αφού φρόντισα να τους διώξω όλους και να μείνω μόνη μου. Πριν μπω μέσα πέταξα τη γόπα από το τσιγάρο μου στο κιούπι με το ξεραμένο φούλι και απέμεινα για λίγο να κοιτάζω μια άλλη, άσπρη γόπα, που δίπλα της έπεσε η δική μου. Μην έχοντας βρει πουθενά αλλού, παρά μόνο στη γλάστρα με το φούλι αποτσίγαρα, την φαντάστηκα να κάνει την ίδια κίνηση με εμένα πριν μπει στο σπίτι και ένοιωσα ότι τουλάχιστον ακολουθούσα την σωστή διαδικασία. Όπως κάθε φορά που μπαίνουμε σε καινούργιο χώρο, η πρώτη αίσθηση που λειτούργησε ήταν η όσφρηση και με ξάφνιασε, εάν όχι δυσάρεστα σίγουρα ενοχλητικά. Παρόλο που το σπίτι ήταν κλειστό τόσο καιρό δεν μύριζε κλεισούρα, αλλά είχε μια έντονη μυρωδιά ναφθαλίνης, ίδια με εκείνη που μύριζε το σπίτι μας παλιά όταν η μάνα μου έβγαζε τα χειμωνιάτικα. Εάν και ήδη ο Ιούνης είχε για τα καλά μπει ένοιωσα να κρυώνω, υποβολή μάλλον, σαν ο χειμώνας να είχε ήδη έρθει και εγώ δεν ήμουν παρά μια κακή νοικοκυρά που άργησε να βγάλει τα χειμωνιάτικα.



Έτρεξα να ανοίξω τα παράθυρα και άφησα το σπίτι να διαλέξει την διαδρομή. Όλα έδειχναν ότι ήταν ένα τυπικό μεσοαστικό σπίτι της δεκαετίας του 50, με φωτεινές εξαιρέσεις τη τηλεόραση, το στερεοφωνικό –των παιδιών σίγουρα- και τις ηλεκτρικές συσκευές της κουζίνας. Είχα ήδη αποφασίσει ποια έπιπλα θα κρατούσα και έτσι οι γονείς μου με τον καλό μου είχαν ήδη κατεβάσει στο υπόγειο τα υπόλοιπα. Οι πολυέλαιοι εποχής ήταν από τα πρώτα που είχα αποφασίσει να κρατήσω. Υπήρχαν σε διάφορες παραλλαγές σε όλα τα δωμάτια, ακόμα και στο μικρό χολ που ένωνε τις δύο κρεβατοκάμαρες. Το σαλόνι ανυπερθέτως, η πρώτη μου ευχάριστη έκπληξη όταν πρωτομπήκα στο σπίτι. Προετοιμασμένη για ένα σαλόνι της δεκαετίας του, βρέθηκα μπροστά σε μεγάλους βαθιούς καναπέδες και πολυθρόνες που όταν καθόσουν επάνω τους νόμιζες ότι είχαν φτιαχτεί μόνο και μόνο για να φωλιάσει το δικό σου κορμί. Καθισμένη σε μια πολυθρόνα είχα πει «το σαλόνι θα μείνει, το δικό μου θα μπει στο καθιστικό», που έτσι κι αλλιώς θα το άδειαζα από όλα του τα έπιπλα σχεδόν. Σχεδόν, γιατί εκεί με περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη. Μια βιβλιοθήκη, μαύρη φτιαγμένη από ξύλο κερασιάς, με μοτίβα από άνθη κερασιάς χαραγμένα στο ξύλο, με τα ράφια της φυλακισμένα πίσω από τζαμένια πορτάκια. Και εκεί μέσα βιβλία, αλλά όχι κάποια βιβλία, αλλά τα βιβλία. Δεν ήταν μόνο η θεματολογία τους, που ξεκινούσε από ρομάντζα εποχής μέχρι ιστορικά βιβλία και κώδικες νομικής από τις αρχές του αιώνα, αλλά και η άψογη κατάσταση τους. Ήταν και η έκπληξη γιατί ήταν το τελευταίο πράγμα που θα περίμενα να βρω στο σπίτι ήταν αυτά τα βιβλία. Έτσι μπροστά στη βιβλιοθήκη δήλωσα, τότε, όταν πρωτομπήκα στο σπίτι, «τα βιβλία που υπάρχουν σε αυτό το σπίτι είναι δικά μου, μαζί και οι παλιές γλάστρες».



Στους πολυέλαιους, στο σαλόνι, στην τραπεζαρία, που και αυτή την κράτησα, σιχτιρίζοντας την έλλειψη προνοητικότητας από μέρους μου που άφησα να φύγει ο τεράστιος καθρέπτης, είχε προστεθεί και η κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, εκεί που ανακάλυψα και τη πηγή της έκλυσης τέτοιας ποσότητας ναφθαλίνης στην ατμόσφαιρα. Όσα χρόνια έζησα σε αυτό το σπίτι, έχασα όλες τις μάχες που έδωσα για να την εξαφανίσω από εκείνο το δωμάτιο. Για μια οπαδό του minimal η κρεβατοκάμαρα της προηγούμενης κυράς του σπιτιού ήταν η απόλυτη αποθέωση αυτού που λέμε ο ρομαντισμός ως τάση και ως κατάσταση. Τα πάντα από το διπλό κρεβάτι, τη δίφυλλη ντουλάπα, τη κομόντα για τα ασπρόρουχα, τα κομοδίνα, έως την τουαλέτα με τον τριπλό καθρέπτη, όλα από ξύλο ελιάς, δεν είχαν ούτε μια ευθεία, ούτε ένα τόσο δα κομμάτι λείας επιφάνειας, παρόλο που ακόμα γυαλοκοπούσαν σαν να ‘χαν λουστραριστεί μόλις χτες. Ακόμα θυμάμαι την έκφραση του πατέρα μου όταν δήλωσα «εγώ θα κρατήσω αυτή την κρεβατοκάμαρα, την δικιά μου κάντε την ότι θέλετε». Αλλά, επειδή τότε ήμουνα έγκυος, ρίξανε όλα τους τα σιχτιρίσματα στις τρελαμένες μου ορμόνες και ποιούντες την ανάγκη φιλοτιμία αυτοί και εγώ εκτιμώντας την ανοχή τους, αποφασίσαμε για την ώρα να την βάλουμε στην κρεβατοκάμαρα των παιδιών. Στάθηκα για λίγο μπροστά στη τουαλέτα, χαζεύοντας για μια ακόμα φορά την ασημένια βούρτσα για τα μαλλιά, που έμοιαζε κατευθείαν βγαλμένη από το «όσα παίρνει ο άνεμος» και τα κρυστάλλινα βαζάκια για τα αρώματα, που και αυτά έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις βγει από το κουτί τους, έτσι που ασυναίσθητα σε ανάγκαζαν να τα γυρίσεις ανάποδα για να δεις τη τιμή τους. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση όταν πρωτομπήκα στη κρεβατοκάμαρα ήταν, ότι ενώ η πρώτη μου κίνηση όταν μπήκα ήταν να ανοίξω τα παράθυρα, αμέσως μετά τα έκλεισα ενοχλημένη, παρόλο που το φως ήταν ελάχιστο και με δεδομένο ότι ήταν στην δυτική πλευρά του σπιτιού με τα μπαλκόνια της να βγαίνουν στο σκοτεινό κήπο. Έτσι και τώρα δεν άνοιξα τα πατζούρια και έκανα γρήγορα –η ναφθαλίνη γάρ- τόσο όσο χρειαζόταν για να σιγουρευτώ ότι στο δωμάτιο είχαν μείνει μόνο όσα είχα αποφασίσει να κρατήσω. Βιαστικά διόρθωσα μια μικρή παραφωνία Η φωτογραφία του άντρα της είχε μείνει ακόμα κρεμασμένη στο τοίχο, την κατέβασα και έτσι όπως την κρατούσα συνειδητοποίησα ότι δεν είχα βρει καμία φωτογραφία πέρα από αυτήν σε αυτό το δωμάτιο, ούτε καν στο κλασσικό εικονοστάσι, που ενώ υπήρχε σαν κατασκευή, ήταν άδειο χωρίς καμιά εικόνα ή καντήλι μέσα του. Θυμήθηκα ότι όλα αυτά, τα ενδεικτικά της θρησκευτικής της ταυτότητας, τα είχα βρει σε ένα έπιπλο στο καθιστικό, που ήταν γεμάτο από φωτογραφίες δικές της, των παιδιών και των συγγενών ανακατεμένες με εικόνες και ένα καντήλι στη μέση. Περίεργο σκέφτηκα, αλλά ήμουν ήδη αρκετά κουρασμένη από τον κήπο και η μυρωδιά της ναφθαλίνης είχε αρχίσει να κάνει το κεφάλι μου να βαραίνει επικίνδυνα. Χωρίς να ξέρω το γιατί τότε, βγήκα γρήγορα με τη φωτογραφία αγκαλιά και ασυναίσθητα κλείδωσα τη πόρτα πίσω μου.


Για λίγη ώρα περιφερόμουν στο σπίτι, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να αποφασίσω που να αφήσω τη μεγάλη φωτογραφία. Κάθε φορά που πήγαινα να την απιθώσω κάπου λες και κάποιος εμπόδιζε τα χέρια μου να ανοίξουν. «Έχει γούστο» σκέφτηκα και ξεκίνησε μια περίεργη χορογραφία, με εμένα να προσποιούμαι ότι την αφήνω πότε εδώ και πότε εκεί και να τραβιέμαι πριν προφτάσει το σπίτι, εκείνη, δεν ξέρω, να αντιδράσει. Γρήγορα βαρέθηκα, ο πονοκέφαλος έμοιαζε να έρχεται με τάσεις εγκατάστασης και έτσι αποφάσισα να αφήσω τα μεταφυσικά παιχνίδια και να φύγω. Άφησα τη φωτογραφία κάτω χωρίς κανένα πρόβλημα. «Είμαι τελείως για δέσιμο» σκέφτηκα, λίγο πριν συνειδητοποιήσω ότι είχα βγει από το σπίτι και είχα απιθώσει με προσοχή την φωτογραφία του δίπλα από το γεμάτο κάδο σκουπιδιών έξω από το σπίτι.

Συνεχίζεται

"Εκείνη" (ο κήπος)




Είχε ένα κήπο, στο κέντρο της πόλης. Όλοι τον ήξεραν, όλοι σταματούσαν για λίγο όταν περνούσαν από κει. Κι όμως δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Το πράσινο ελάχιστο, το ίδιο και οι γλάστρες. Ένα παλιό βαρέλι με δυόσμο, ένα παλιό κιούπι με ένα διπλό φούλι, μια παλιά μεγάλη κεραμική γλάστρα με αρμπαρόριζα, και πολλές πολλές γλάστρες 30 χρόνων και βάλε με διάφορες υποψίες φυτών που ποτέ δεν άνθιζαν, με τα φυτά να κρατάνε πεισματικά κρυφή την ταυτότητα τους. Και εκεί στις δύο άκρες τις σκάλας δυο τσιμεντένιες γλάστρες, σαν αυτές που βάζουν οι Δήμοι για να καταλήξουν σε λίγο καιρό προέκταση των κάδων, γεμάτες κυκλάμινα. Τεράστια πολύχρωμα κυκλάμινα, σχεδόν όλο το χρόνο ανθισμένα, που ακόμα και όταν δεν ήταν ανθισμένα τα μεγάλα πρασινωπά φύλλα τους εκεί, για να θυμίζουν ότι αυτές οι γλάστρες έχουν ταυτότητα και την έχουν φανερή. Και γύρω, ένα έλατο, ποικιλία περίεργη, δύο μεγάλοι φοίνικες οι πιο ψηλοί που έχω δει ποτέ και δυο πορτοκαλιές που κάθε χειμώνα γέμιζαν με τα πιο ζουμερά πορτοκάλια που είχα φάει ποτέ. Και πιστέψτε με ξέρω από πορτοκάλια. Προς το τέλος της άνοιξης ο κήπος μύριζε σαν παρασκευαστήριο αρώματος από άνθη πορτοκαλιάς και πάντα σε αυτή τη γειτονιά οι αλλεργίες είχαν μια ανεξήγητη για τους γιατρούς έξαρση.






Όντας δυτικός, ο κήπος είχε ελάχιστες ώρες της μέρας φως, βοηθούσαν και οι πολυκατοικίες γύρω του, μα το περίεργο ήταν, ότι στο πίσω μέρος του, το ανατολικό, κανένα φυτό δε ζούσε για καιρό και το χώμα όσο και να το πότιζες έμενε πάντα ξερό. Σε αντίθεση με το μπροστά μέρος, που ακόμα και μήνες να έκανες να το ποτίσεις δεν έχανε ποτέ κανένα από τα φυτά του. Τίποτα δεν ξεραίνονταν μπροστά. Σαν να υπήρχε μια μυστική δίοδος που τραβούσε όλη την υγρασία της πόλης σε εκείνο το μέρος.


Όταν μετακόμισα σε αυτό το σπίτι, μετά από ένα χρόνο που ήταν ακατοίκητο, τα φυτά έμοιαζαν να έχουν φύγει για πάντα από εκεί. Τα κυκλάμινα είχαν στην κυριολεξία ξεριζωθεί για να μεταφυτευτούν σε άλλες αυλές, μιας και οι γλάστρες δεν μπορούσαν μα μεταφερθούν, από γείτονες αλλά και ειδικούς της πόλης, έτσι που πραγματικά ήταν τα πιο όμορφα κυκλάμινα που είχαν δει ποτέ. Από το φούλι είχε μείνει ο σκελετός του. Το βαρέλι με το δυόσμο έστεκε ξεκοιλιασμένο με τη σκουριά να έχει βάψει τις πλάκες γύρω του, όσο για την αρμπαρόριζα, κάποιος είχε μάλλον προσπαθήσει να τη ξεριζώσει άτσαλα και το μόνο που είχε απομείνει ήταν ένα μικρό κοτσάνι χωρίς ούτε μια πιθανότητα να ξαναζωντανέψει. Η μαμά μου είπε να τα ξεριζώσουμε για να φτιάξουμε το κήπο. Αρνήθηκα χωρίς ακόμα τότε να ξέρω γιατί. Αποφάσισα να ξεκινήσω το καθάρισμα από τον κήπο που ήταν γεμάτος με φύλλα από τα δέντρα. Σκούπισα και άνοιξα τη βρύση αφήνοντας την αυλή να πλημμυρίσει νερό. Έκλεισα το νερό μόνο όταν το πίσω μέρος της αυλής έμοιαζε να έχει αποκτήσει αρκετή υγρασία και μπήκα μέσα στο σπίτι. Για ένα περίεργο και ανεξήγητο τότε λόγο είχα αποφασίσει να δώσω στον κήπο το χρόνο του, νοιώθοντας ότι αυτός θα αποφάσιζε και θα μου έδειχνε εάν πραγματικά εγώ ήμουν αυτή που «εκείνη» θα ήθελε να πίνει τον καφέ της στο κήπο της.

Συνεχίζεται



Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα



Όμορφη μέρα μοιάζει η σημερινή. Ο πατέρας μου έφερε και τα πρώτα κυκλάμινα.

Καλά να μου είσαστε.

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2007

Καλημέρα σου


Στα πέντε πράγματα (τι πέντε; εκατόν πέντε έγραψα, αλλά τέλος πάντων) που έγραψα, ξέχασα να γράψω ότι είμαι λίγο δύσκολη στην επικοινωνία με τα συμβατικά μέσα (τηλέφωνο, mail κ.λ.π.). Γενικά πρέπει να μου ‘ρθει για να το κάνω και μου έρχεται σπάνια. Επίσης εάν κάποιος δεν μου το ζητήσει δεν πρόκειται να το κάνω πρώτη. Σήμερα το έκανα πρώτη και αυτό γιατί για κάποιο λόγο ανησυχώ για μια από μας, έτσι χωρίς λόγο και εμφανή αιτία. Μπορεί αν φταίει το «όταν γίνεις μάνα θα καταλάβεις», μπορεί να φταίει το ότι σαν ιδιοσυγκρασία φέρνω πολύ στη γνωστή "πάστα φλώρα" και ότι θυμάμαι χαίρομαι, μπορεί να φταίει ότι φέρνω λίγο και σε πατέρας, κάτι σε Παπαγιαννόπουλο στο "Δεσποινίς Διευθυντής", μπορεί να φταίει το ότι βλέπω πολύ παλιό ελληνικό σινεμά, μπορεί να φταίει «το κακό το ριζικό σας και ο θεός που σας μισεί» που με έριξε στο δρόμο σας, η ουσία παραμένει η ίδια. Κάτι μου έκατσε στραβά και το έστειλα το mail. Τελικά ο λογαριασμός δεν ήταν mail ήταν κάτι που το λένε msn, ότι και να σημαίνει αυτό δεν με νοιάζει και το mail δεν έφτασε στον προορισμό του. Το στέλνω λοιπόν από εδώ και ας φταίει αυτό της πριμαντόνας που κρύβω μέσα μου για όλη την ιστορία:

«Καλημέρα σου
Είναι η πρώτη φορά που στέλνω mail σε κάποιον στο ίντερνετ χωρίς να έχω κάποια σχέση μαζί του και κυρίως χωρίς να μου έχει δώσει αυτός το δικαίωμα να το κάνω. Έτσι με το δίκιο σου μπορείς να θυμώσεις, αλλά χρησιμοποιώ σαν ελαφρυντικό την ιδιότητα μου ως μάνας που με έχει κάνει επιρρεπή σε ανησυχίες. Αυτό και άλλο ελαφρυντικό δεν έχω.
Ελπίζω όλοι και όλα να είναι καλά και εάν δεν είναι να γίνουν.»


Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2007

Κυριακάτικο ξύπνημα




Εξαιτίας της Ιουλιέττας ανακάλυψα έναν άλλο κόσμο και είπα να σας τον δείξω.
Να ο χάρτης και άμα θέλετε ταξιδέψτε κατά 'κει.
Γιατί σε κυριακάτικη βόλτα φέρνει.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2007

Παιδικοί εφιάλτες

Νάσια: Μαμά εγώ δεν έφαγα τίποτα.

Εγώ: Γιατί δεν έφαγες τα φασολάκια με ματάκια; (τα μαυρομάτικα που ζήτησε για να μη φάει φακές)

Νάσια: Θυμήθηκα το όνειρο που είχα δει όταν ήμουν τεσσάρων, με όλα τα φαντάσματα, το φάντασμα της όπερας και το φάντασμα το χιονιού, και ήθελαν μόνο εμένα, ούτε εσένα, ούτε τη Νερίνα, μόνο εμένα και με έπιασαν και με κόβανε κομματάκια και μετά μου πίνανε το αίμα για πορτοκαλαδίτσα και λέγανε «αυτή είναι η πιο καλή μου ζουμερή μου μέρα» και δεν μπορώ να φάω για μια μέρα. Αύριο τι φαί έχουμε;

Φταίει η κλασσική της παιδεία, φταίει το «παραπέντε» ή μήπως φταίει η κουζίνα μου;

Πρωινό ξύπνημα ή "ας με λεν' βοϊβοντίνα κι ας ψοφώ από την πείνα"


Αφιερωμένο εξαιρετικά

"Σεντούκι, σεντουκάτο, σεντεμεντέ γεμάτο

κι α' λείπει το σεντεμεντέ, αλί στο σεντουκάτο.

Τι είναι;

Και σε τι χρησιμεύει;

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα








Μιλάτε σιγά παρακαλώ. Η μέρα υπαγορεύει ησυχία*....

Υ.Γ. Ναι μου λείπει ύπνος.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007

΄Αντε να ξυπνάμε



Εάν κάποτε μου έλεγε κάποιος, ότι η μόνη ενεργή φαντασίωση μου με πρωταγωνιστή το κρεββάτι μου θα ήταν με εμένα επάνω του να κοιμάμαι, θα τον έλεγα επιεικώς αλλού νυχτωμένο. Εάν πάλι μου έλεγαν, ότι εκτός αυτής της ενεργής φαντασίωσης στο έργο θα έπαιζε και ένας υδραυλικός, πάλι έτσι θα τον έλεγα. Ναι καλά το καταλάβατε, περιμένω απο το Σάββατο έναν υδραυλικό να φτιάξει τον χαλασμένο μας θερμοσίφωνα. Πόσο ερωτισμό μπορεί να αντέξει πια μια γυναίκα;


Υ.Γ. Ο πυρετός της Νάσιας μοιάζει να υποχωρεί, αλλά ποτέ δε ξέρεις, ο βήχας της Νερίνας "μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά". 'Ασχετο, αλλά γιατί μόνο τη νύχτα τα πιάνει και ξεσαλώνουν, στο βήχα εννοώ.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2007

Πυρετός


Νάσια: Μαμά θα ήθελα να είχα μαύρα μαλλιά και να φόραγα σιδεράκια και να ήμουνα έξυπνη. Δεν ήθελα που είμαι όμορφη και δε ξέρω πόσο κάνει τριάντα επτά και τριάντα δύο.


Και που να βλέπανε και «Μαρία η άσχημη», αλλά από την άλλη μπορεί να φταίει και ο πυρετός που την ταλαιπωρεί.

Πρωινός ύπνος



Μεταξύ μιας φαρυγγο-αμυγδαλίτιδας και μιας λαρυγγίτιδας με υποψία βρογχίτιδας, η μέρα μοιάζει να έχει γαστρεντερίτιδα. Εσείς βέβαια καλά να περνάτε. Και για τους προνοητικούς: μια χαρά είναι το είδος, το είδαμε, μην βιάζεστε να το διαιωνίσετε, πριν τουλάχιστον εξασφαλίσετε τεράστια αποθέματα ύπνου. Καλόν ύπνο να έχετε.


Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2007

Πέντε και άλλα δεν έχω

Πέντε αναφορές ατάκτως ερριμένες





(λέγοντας ναι στο γάντι των μεθυσμένων χρωμάτων, της Κερασιάς, της Ραλλούς, της Γιώτας και όσων άλλων αναγνώρισαν στη δικιά μου περσόνα (εγώ είναι η περσόνα), κάτι που μόνοι αυτοί ξέρουν τι είναι)


1,
Διαθέτω μια τεράστια συλλογή φόβων, με πρώτη, κληρονομικό δικαίωμα γάρ, αυτή του θανάτου (ουφ το παραδέχτηκα). Παιδικός μου εφιάλτης ο "θάνατος του παλικαριού" του Παλαμά, το οποίο παρόλα αυτά συνέχισα ανελλιπώς να το διαβάζω μέχρι τα δώδεκα.

2. Εξαιτίας αυτής της συλλογής και ειδικά εξαιτίας του προεξέχοντος όλων φόβου μου, έχω αναπτύξει ένα μηχανισμό ο οποίος λίγα και λίγους αφήνει να μπορούν να με αγγίξουν. Δεν κλαίω, είμαι ανίκανη να κλάψω, το σώμα μου έχει βρει τους δικούς του δρόμους για να ευχαριστηθεί ένα θρήνο της προκοπής (η εφευρετικότητα του έχει εκπλήξει την επιστήμη, αλλά και εμένα), γελάω σπάνια παρόλο που μπορώ να κάνω τους άλλους να γελάνε μέχρι δακρύων. Τα περισσότερα πράγματα τα ζω θεωρώντας τα από ψηλά, με αποτέλεσμα όσοι με γνωρίζουν ή να με λατρεύουν ή να μη θέλουν να με ξαναδούν στα μάτια τους.

3. Οι φίλοι μου ήταν πάντα άντρες, με φωτεινές εξαιρέσεις δύο γυναίκες. Δε κατάλαβα και δεν αποδέχτηκα ποτέ το είδος μου, αλλά τώρα με τα "σκασμένα" έχω βάλει πολύ νερό στο κρασί μου, τόσο που σε λίγο θα πίνω μόνο νερό, εάν και όπως το κόβω μάλλον με τάση προς τον αλκοολισμό με βλέπω. Εδώ είναι η πρώτη φορά που επικοινωνώ τόσο καλά με γυναίκες, ελπίζω να είσαστε όλες γυναίκες δηλαδή και να μην έχω πέσει σε μια τεράστια αντρική συνομωσία εκμαυλισμού του είδους μου.

4. Τρία πράγματα κάνω καλά, μα πάρα πολύ καλά: Φεύγω και όταν λέμε φεύγω, ρίχνω μαύρη πέτρα πίσω μου και μην με είδατε μην με απαντήσατε. Παθιάζομαι με ότι κάνω, αλλά βαριέμαι εύκολα και τα παρατάω και τότε δες προηγούμενο προτέρημα. Όποιον και ότι αγαπάω το υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια, πετώντας στη πυρά το πρόσωπο του καλού παιδιού μαζί με όποιον τολμήσει έστω και στο τόσο να αγγίξει τα πολύτιμα μου.

5. Γενικά είμαι εύκολος άνθρωπος αρκεί να μη δω μπάμιες. Εμμονές μου: το γνωστό μονόπετρο και η σοκολάτα.

Πέντε για να συνεχίσουν

ralou (αυτή του Μέρλιν)

just me (δεν δεχόμεθα αντιρρήσεις)

χρώματα που τραγουδάνε (δεχόμεθα και μουσικές)

dodos (δεχόμεθα και ζωγραφιές)

tsopanis (και απο τον τσοπάνη και απο το λύκο και απο το πρόβατο και απο το μαντρί, αυτοπροσώπως)