Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007

H άλλη πλευρά



Εγώ έχω ένα γάτο -είναι φοβερό πόσα πράγματα ξεκίνησαν από το Μαντού το γάτο μας τελικά-, εξαιτίας αυτού του γάτου, άντε -για να είμαι και ειλικρινής- ο χρόνος μου το επέτρεπε κιόλας, βρέθηκα σε ένα φόρουμ για γάτες, γιατί είχα μεν την εμπειρία χρόνων με γάτες, αλλά όσο μεγαλώνω νοιώθω όλο και περισσότερο την ανάγκη να απευθύνομαι σε ειδικούς, αφήνοντας το ένστικτο και την προηγούμενη εμπειρία μου σε δεύτερη μοίρα.

Εκεί λοιπόν γνώρισα τη Γιώτα. Στην αρχή μου άρεσε το άβαταρ της. Είναι αυτό που λένε ότι η πρώτη εντύπωση είναι αυτό που μετράει. Ένας περσικός γάτος πορτοκαλομπέζ ξαπλωμένος σε ένα πορτοκαλί ριχτάρι, ή κάτι τέτοιο, έτσι που να μη ξεχωρίζεις που "τελειώνει" ο γάτος και αρχίζει το ριχτάρι. Ένας ευτυχισμένος γάτος που άκουγε στο αναμενόμενο όνομα "Πέρσης". Μου άρεσε ο Πέρσης, μου άρεσε το ριχτάρι, μου άρεσε η Γιώτα.

Για κάποιο λόγο όταν τη σκέφτομαι, γιατί δεν έχουμε γνωριστεί, τη φαντάζομαι και αυτή σαν κομμάτι της εικόνας και συγκεκριμένα ένοιωθα ότι αυτή ήταν το πορτοκαλί ριχτάρι της οικογένειας της. Και μετά από ένα σχεδόν χρόνο που μιλάμε εξακολουθώ να νοιώθω το ίδιο. Παρόλο που η ίδια στο προφίλ του blog της ορίζει τον εαυτό της σαν "νοικοκυρά σε επίγνωση ή σε απόγνωση" με κεντρικό μοτίβο το "να σαλτάρω ή να σαλπάρω", ανήκει σε εκείνη τη κατηγορία ανθρώπων που ο μόνος λόγος που μπορεί να τους κάνει να σαλτάρουν είναι για να σαλπάρουν κυβερνώντας αυτοί το πλεούμενο.

Μέχρι τώρα "ταξίδευε" στα νερά του pathfinder και συγκεκριμένα στο διπλής όψης blog της, που εκτελεί χρέη καφενείου αλλά και πειρατικού, όπου σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να γίνει στέκι αλλά και μεταφορικό μέσο πολλών του χώρου της, επιβεβαιώνοντας μου την άποψη ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να αντισταθεί στη ζεστασιά της αλήθειας κάποιου.

Εδώ και λίγες ημέρες έφτιαξε ένα εξοχικό στην άλλη πλευρά, εδώ στο blogger, φέρνοντας λίγο από το πορτοκαλί της και στη δικιά μας πλευρά. Ως κάτοικος αυτής της επαρχίας της εύχομαι "καλά ταξίδια" και στα νερά μας.

Y.Γ. Κυρίες και κύριοι στη φωτογραφία σε παγκόσμια "δεύτερη" (στο χώρο του blogger εννοώ) ο ΠΕΡΣΗΣ !!!!!

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007

Η 1η μου κούπα


Αργώ, αλλά το έχω ξαναπεί τα χρέη στο bloging πρέπει να πληρώνονται.

Έτσι το νατασσάκι, το ζήτησε και εγώ καθυστερημένα όπως πάντα ανταποκρίνομαι.

Σκηνή 1η

(σαράντα χρόνια πριν)

Εγώ: Όχι δε το πίνω !!!!!

Μάμα (τι ποια μαμά; η δικιά μου μαμά!): Θα το πιείς

Εγώ: Δεν το πίνω !!!!

Μαμά: Πάμε στοίχημα;

Εγώ: .......... (έχω σφαλίσει το στόμα μου και δεν το ανοίγω ή έτσι τουλάχιστον νομίζω η αισιόδοξος κόρη)

Μαμά: Τώρα!!!!

Εγώ: .................

Μαμά: Τώρα είπα, θα αργήσεις και θα φύγει το σχολικό και μετά να δούμε τι θα πεις στο Δημητράκη (όπου Δημητράκης ένας εκ των διευθυντών του σχολείου μου. Ένα σχολείο φύλακα του τρίπτυχου "πατρίς θρησκεία οικογένεια" συμπληρούμενου με το "όποιος αργεί στη προσευχή την έχει άσχημα, μα ποοοοοοοολύ άσχημα")

Εγώ: .............

Μαμά: Τελευταία σου ευκαιρία, μετά θα έχεις πρόβλημα...

Πίσω από τη μαμά μου ξεπροβάλλει η γιαγιά μου κρατώντας στο χέρι της το "μυστικό μας όπλο" και αρχίζει η γνωστή παντομίμα πίσω από τη πλάτη της μαμάς μου. Πάνω κάτω λέει με τις κινήσεις της "πιες το και σε περιμένει αυτό"

Πειθαρχημένα άνοιγα το στόμα μου και κατάπινα με τη μία το γάλα μου, κλείνοντας όμως τη μύτη μου. Η μαμά μου έφευγε ικανοποιημένη για τη δουλειά της νικήτρια σε μια ακόμα μάχη μαζί μου, αφήνοντας στη γιαγιά μου τα υπόλοιπα (δόντια, ντύσιμο και σχολικό).

Γιαγιά: Γρήγορα κρύωσε, σήμερα το παρατράβηξες και θα αργήσεις και στο σχολείο. Έλα στη κουζίνα.

Τρέχοντας πήγαινα στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι το φλυτζάνι του καφέ της γιαγιάς μου -άχνιζε ακόμα- και δίπλα του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου για όλη τη παιδική μου ηλικία, το αντίδοτο στην στυφή γεύση του γάλακτος, ο μόνος σοβαρός λόγος για να ξυπνήσει κανείς το πρωί ακόμα και εάν μετά έπρεπε να πάει σχολείο, το ΜΠΡΙΚΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ, με το υπόλοιπο του καφέ που για μια ακόμα μέρα και εντελώς τυχαία δε χώρεσε στο φλυτζάνι της γιαγιάς μου. Δίπλα του μια φρυγανιά, έτσι για να εξαφανιστεί οποιαδήποτε υπόνοια γαλακτοκομικού στον ουρανίσκο μου -γιατί εκτός από το μαρτύριο του γάλακτος περνούσα κάθε πρωί και το μαρτύριο της φέτας με βούτυρο με μέλι- και βέβαια το συμπλήρωμα ενός σωστού καφέ, ένα ποτήρι νερό. Η ιεροτελεστία πάντα η ίδια. Πρώτα πίναμε τον καφέ, μη φανταστείτε ούτε ένα κουταλάκι δεν ήταν, μετά έριχνα λίγο νερό και έτρωγα τη φρυγανιά μου και στο τέλος έριχνα και το υπόλοιπο νερό και με τη μια έπινα ακόμα και τη παραμικρότερη υποψία καφέ από τη κούπα, - συγνώμη από το μπρίκι.

Και μετά έτρεχα στο μπάνιο για να πλύνω τα δόντια μου, αφού πρώτα θαύμαζα για λίγο το υπέροχο καφετί μουστάκι που είχα αποκτήσει, ευχαριστώντας το θεό που η μαμά μου έφευγε πριν από μένα για τη δουλειά της.

Μα κάθε πρωί, μέχρι σήμερα.......

Σκηνή 2η
(τριάντα τόσα χρόνια μετά, στο σπίτι της μαμάς μου απόγευμα)

Μαμά (ναι η δικιά μου πάλι): Γρήγορα θα ξυπνήσει η μάνα σου και ποιος την ακούει...

Νερίνα: Της Νάσιας έχει παραπάνω από το δικό μου.

Νάσια: Εγώ πίνω σε κούπα για αυτό. Εσύ ήθελες να το πιεις όπως στο έφτιαξε η γιαγιά και διάλεξες το μπρίκι.

Σιγά σιγά σηκώνομαι και πάω στη κουζίνα. Στέκομαι στη πόρτα και αυστηρά λέω: "τι γίνεται εδώ;"

Η Νάσια και η Νερίνα με μια γρήγορη κίνηση εξαφανίζουν όλα τα πειστήρια του εγκλήματος. Όλα; Όχι όλα. Με κοιτάνε με αθώα ματάκια ενώ δυο καφετιά μουστάκια στολίζουν τις φατσούλες τους.

Η μαμά μου βάζει τα γέλια και μαζί της γελάω και εγώ.

Ναι η εκδίκηση στο σπίτι μας μπορεί να αργεί αλλά έχει πολλές γεύσεις, ακόμα και αυτή του ελληνικού καφέ.

Υ.Γ. Για τη συνέχεια κάποια που "γνώρισα" τώρα τελευταία: η Μαριλένα (του Ανάργυρου & του Ρίκου), εάν βέβαια θέλει.....

Πρωινό ξύπνημα


Μια καλημέρα και μια συγνώμη με το μόνο τρόπο που έχω για να τη πω εδώ μέσα. Η μουσική αμυντική δαπάνη για σήμερα.....



Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα


Καλημέρα σας παιδιά.......

Η μία όψη μιας φθινοπωρινής βροχής είναι αυτή οριοθετεί την αρχή μιας εποχής, η άλλη όψη μιας φθινοπωρινής βροχής είναι αυτή που δίνει μια νέα διάσταση σε μια ήδη εκτός ορίων τραγωδία.

Και εγώ στη μέση να προσπαθώ να φέρω το αυτονόητο στα σωστά του μέτρα.


Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007

Πρωινό ξύπνημα




Καλημέρα σε όλες/όλους σας. Νομίζω ότι είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο μπλοκ το παλεύει ακόμα. Ναι Ραλλού μου, ναι Just εγώ φταίω που το καλοκαίρι δε λέει να μας εγκαταλείψει ακόμα......

Υ.Γ. Και ναι καλά το καταλάβατε: βαριέμαι να "κατεβάσω" τα χειμωνιάτικα" !!!!!!!

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

sincerely, Me



Its four in the morning, the end of December

I΄m writing you now just to see if you're better

New York is cold, but I like where I'm living

There΄s music on Clinton Street all through the evening.

I hear that you΄re building your little house deep in the desert

You're living for nothing now,

I hope you're keeping some kind of record.

Yes, and Jane came by with a lock of your hair

She said that you gave it to her

That night that you planned to go clear

Did you ever go clear?

Ah, the last time we saw you you looked so much older

Your famous blue raincoat was torn at the shoulder

Youd been to the station to meet every train

And you came home without Lili Marlene

And you treated my woman to a flake of your life

And when she came back she was nobody's wife.

Well I see you there with the rose in your teeth

One more thin gypsy thief

Well I see Jane's awake --

She sends her regards.

And what can I tell you my brother, my killer

What can I possibly say?

I guess that I miss you, I guess I forgive you

Im glad you stood in my way.

If you ever come by here, for Jane or for me

Your enemy is sleeping, and his woman is free.

Yes, and thanks, for the trouble you took from her eyes

I thought it was there for good so I never tried.

And Jane came by with a lock of your hair

She said that you gave it to her

That night that you planned to go clear

-- sincerely, L. Cohen

Leonard Cohen - Famous Blue Raincoat

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

H καλή τρομοκράτισσα


Κάτι είναι και αυτό.

Ο tempora , Ο mores


Και εκεί που λες "τα είδα όλα για απόψε" έρχεται αυτό και σε αποτελειώνει.



(Πίσσα και πούπουλα που έλεγε και η γιαγιά μου)



Υ.Γ. Να δείτε που θα αρχίσω να νοσταλγώ τη μαυρόασπρη περίοδο του αναπληρωματικού φορητού του φορητού μου...




Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

ένα Macbook, μια πρέσα και μια lemon pie




Το τελευταίο καιρό το συγκεκριμένο ιστολόγιο (το έβαλα έτσι γιατί βαριέμαι να αλλάζω συνέχεια γλώσσα) περνάει δύσκολες ώρες. Κάτι που άλλο ένα καλοκαίρι την έκανε με εμένα απούσα, κάτι που ανοίξανε τα σχολεία, με τα παιδιά να συνεχίζουν να θεωρούν ότι δεν ανοίξανε και ότι κάθε πρωί δεν πάνε σχολείο αλλά στη παιδική χαρά, κάτι που στη ζωή της Νάσιας μπήκε η ιστορία (καλά τι έχω ακούσει δε λέγεται: Τι ότι οι θεοί πίνανε κοκτέιλ, τι ότι την Αμφιτρίτη μπορείς να την πεις και Αμφιπέμπτη και Αμφιπαρασκευή να σας πω, τι ότι εάν της έπεφτε το κέρατο της συμπαθούς κατσικούλας Αμάλθειας στα χέρια θα ζήταγε να είναι όλη η οικογένεια της καλά καθώς επίσης και μια βίλλα με πισίνα και τσακούζι (παρένθεση: εδώ φώναξε ¨μαμά με τι "ι" γράφεται το τσακούζι;", σε μια πρόταση που μόνο το "καλά" διεκδικούσε μια αξιοπρεπή παρουσία), τι κάθε τρεις και λίγο πρέπει να απαντάω στις ίδιες ερωτήσεις του στυλ (εδώ αναγκαστικά αλλάζω γλώσσα) "bonjour mama, comment ça va?" ή "moi je m'appelle Nadja, et toi?" και διάφορα άλλα πάντα σε γαλλικά, καθότι το μωρό μου δήλωσε ότι φέτος θα μάθει Γαλλικά, γιατί θέλει να διαβάσει όσο το δυνατό συντομότερο τη ΝΑΝΤΙΑ στα Γαλλικά (όσο και να πεις γλυτώνει το πρόλογο, με τον οποίο να μην παρεξηγιόμαστε δεν έχω κανένα πρόβλημα), τι μελετάμε το ζωικό βασίλειο για να βρούμε πόσα πόδια έχει το κάθε είδος ώστε να λύσουμε πραγματικά εμπνευσμένα μαθηματικά προβλήματα του στυλ ¨πόσα πόδια έχουν τρεις μέλισσες ή 7 χελώνες ή 9 αράχνες, ή 4 χταπόδια", τι πλακώνομαι καθημερινά με τη Νερίνα για να καταλάβει ότι οι Ρωμαίοι δεν βάλανε τους Έλληνες να τσακώνονται και δεν είναι αυτό το "διαίρει και βασίλευε", άσε που είναι πια κάτι παραπάνω από προφανές, η μεγάλη μου η κόρη μπαίνει και επίσημα στη προεφηβεία, άσχετα εάν εγώ υποστηρίζω ότι από τη μέρα που γεννήθηκε περνάει εφηβεία και όσο και εάν με πονάει αυτό, οφείλω να το παραδεχτώ, το μωρό μου (το μεγάλο) με "γράφει" δόξα και τιμή και με την επιστήμη σύμμαχό της, τι έχω σταματήσει τα sudoku μιας και το πρόγραμμα των εξωσχολικών δραστηριοτήτων τους πια μόνο με αντίστοιχα καλοκαιρινών φεστιβάλ επαρχιακών πόλεων μπορεί να συγκριθεί, τι ο έρμος ο πατέρας μου περνάει τα απογεύματα του μεταξύ αγγλικών, γαλλικών, μπαλέτου, πιάνου θεωρία, πιάνου σολφεζ, πιάνο σκέτο ευτυχώς κάνουν σπίτι, κομπιούτερ, τένις και όλα αυτά εκτός των αγγλικών και του κομπιούτερ επί δύο, τι ο καλός μου με το ζόρι κρατιέται, καθότι η ιδιότητα του το απαγορεύει, να πιάσει και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη δουλειά, τι.......

Και μέσα σε όλα αυτά τα σκασμένα μου εξαντλημένα, διαλυμένα, μισοδιαβασμένα, μισοκοιμισμένα να θέλουν να δουν και τηλεόραση. Για να μη θυμηθώ ότι η Νάσια θέλει να της αγοράσουμε στολή γοργόνας για να κολυμπάει στη θάλασσα, άσε που θεωρεί ότι έτσι θα τη συμπαθήσουν και οι φώκιες. Τι που τις βρήκαμε τις φώκιες; Είπαμε του χρόνου το καλοκαίρι (όποιος βρει το καλοκαίρι μου του '07 να μου το επιστρέψει πάραυτα) να τις πάμε Αλόννησο και το έδεσε. Τώρα εσείς νομίζετε ότι θα της περάσει ή ότι δεν θα βρει στολή γοργόνας. Αγαθοί μου αναγνώστες. Μιλάμε για άτομο που μέχρι δύο χρονών για να μπει στη θάλασσα απαιτούσε να σκουπίσουμε την άμμο. Τώρα πια όταν έχει κύμα στέκεται στην άκρη και αρχίζει τα μπινελίκια για να σταματήσει το κύμα. Δεν θα το πιστέψετε αλλά σ' αυτήν πιάνει πάντα. Σε εμένα πάλι μέχρι και καφάσι έχει φέρει το κύμα στο κεφάλι.

Τώρα θα μου πείτε που κολλάει ο Macbook και η πρέσα, για να μην αναφερθούμε στη lemon pie; Φαντάζομαι στο συγκεκριμένο κείμενο πουθενά, αλλά όπως σε όλα τα πράγματα στη ζωή μου εγώ για αλλού το ξεκίνησα και αλλού αυτό με πήγε και εκεί όπως έγραφα ήρθε ένα κύμα και με πήρε και με σήκωσε. Όταν και εφόσον ξαναπέσω στο χώρο, θα σας μιλήσω για δύο από τα υπαρξιακά διλήμματα που αυτό το καιρό στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες μου. Και όχι μόνο τις δικές μου .............

Υ.Γ. Ο υπολογιστής μου συμπληρώνει δύο μήνες στην Αθήνα, όπου πήγε προς επισκευή και στον αναπληρωματικό του, φορήτος και αυτός, κάηκε μια λάμπα στην οθόνη του (μη γελάσετε έτσι είπε ο καλός μου, ότι έχουν μια μικροσκοπική λάμπα που ενίοτε καίγεται) και σας βλέπω μαυρόασπρους στην καλύτερη περίπτωση, γιατί τους περισσότερους μόνο σε απόλυτο σκοτάδι μπορώ να σας διαβάσω, εξ ου και θα συμβούλευα να ξανασκεφτούμε τα χρώματα των ιστολογίων μας, γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι προβλήματα ανάγνωσης μπορεί να δημιουργήσει η, μόνο σε έγχρωμο περιβάλλον αναγνώσιμη, επιλογή template.

Υ.Γ.2 Σαφώς και δεν έχω τελείωσει το σίδερο. Μόλις άρχισε η βδομάδα, ή για να είμαι ακριβής ο μήνας.



Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007

Και τώρα "Η ΔΉΛΩΣΗ"



Ευχαριστώ για την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο μου και κατ' επέκταση στο blog. Θέλω να δηλώσω ότι εγώ ήμουν "ΠΑΡΩΝ" και θα παραμείνω "ΠΑΡΩΝ".

Εκ της διεύθυνσης

Υ.Γ.1: Κάνω τη δήλωση εδώ γιατί ζήτησα το Ζάππειο αλλά δεν είχαν τελείωσει τη φασίνα. Δεν είχαν κάνει ακόμα τζάμια.

Υ.Γ.2: Ξέρω ότι το σωστό θα ήταν να δηλώσω "ΠΑΡΟΥΣΑ", αλλά όπως και να το δεις το "ΠΑΡΩΝ" είναι σαφέστατα πιο στιβαρό ως δήλωση πρόθεσης και είναι και δοκιμασμένο.

Υ.Γ.3: Είναι νομίζω προφανές ότι ο συγκερασμός της φράσης "ανανέωση εμπιστοσύνης" και της λέξης "παρών" καταδεικνύει την ενωτική κατεύθυνση του συγκεκριμένου blog.

Υ.Γ 4: Και για να μην ξεχνιόμαστε "όμορφη μέρα να έχετε" .....

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Μετά από ένα χρόνο και 272 post

......το ερώτημα παραμένει το ίδιο:


Μα που πήγε το πρώτο μου post;



Σ
το δικό μου υπολογιστή στέκει πεισματικά αμετακίνητο, στον υπολογιστή του καλού μου πεισματικά άφαντο. Και όμως είναι εκεί, το βλέπω! Μια σειρά από γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου στη σειρά. Όχι, τώρα τα πράγματα χειροτέρεψαν. Χαθήκανε τα προηγούμενα και στη θέση τους εγκαταστάθηκε ένα ελληνικότατο «π».
Τι στο διάολο θέλει ο Ευκλείδης στο κείμενό μου; Μην φανταστείτε ότι το σκέφθηκα μόνη μου. Διαστροφική μνήμη έχω και καλή επιλογή σε άντρες κάνω. Κάτι μου ‘λεγε το «π», ρώτησα και έμαθα από τον καλό μου.


Θα μου πεις γιατί τόση φασαρία για ένα χαμένο post; Μα ήταν το πρώτο μου! Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι κάτι σαν μανιφέστο και δεν μπορώ να το καταλάβω ούτε εγώ. Ένα «π». Όπως πατέρας, Πέτρος, παραμύθι, πεπονόφλουδα, πατρίδα, πεπρωμένο, πεπόνι κ.λ.π. Πανιφέστο κατάντησε και σαν τέτοιο για την ώρα αρνούμαι να το συνεχίσω.

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι απο το National Geographic. Απορία, είναι πεταλούδες ή πιβελούλες αυτά που ίπτανται;

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογών παρενέργειες

3η και τελευταία



Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα δεν είναι συμπτωματική - ή ποιον συναντά κανείς όταν επιμένει να δει τη τηλεοπτική κάλυψη των εκλογών μέχρι το τέλος..........

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογών παρενέργειες

Παρενέργεια 2η

Εγώ εδώ και χρόνια, πολλά για την ακρίβεια, είχα σταματήσει να νοιώθω πανικό στην ιδέα ότι θα ζω με μια δεξιά κυβέρνηση στο κεφάλι μου. Δεν σημαίνει αυτό, ότι κατά οποιοδήποτε τρόπο θα μπορούσα να ανεχθώ μια δεξιά κυβέρνηση, αλλά έχω απελευθερωθεί από τα ψυχολογικού τύπου αντιδεξιά σύνδρομα. Σε αυτές τις εκλογές έπαθα ένα πανικό και δύο και τρεις να πω μέσα θα είμαι. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι η επόμενη μέρα των εκλογών θα έφερνε μαζί της τη Ν.Δ. στη κυβέρνηση. Στην αρχή θεώρησα ότι είναι μια υγιής αντίδραση απέναντι στη συσσωρευμένη «γκουσούρμια» που λένε και οι βόρειοι –καλά αυτοί το λένε για την ανικανότητα του ΠΑΟΚ να πάρει πρωτάθλημα, αλλά εμένα εδώ μου πάει γάντι- και η οποία δέρνει αυτό το κόμμα. Παλιά αυτό το κόμμα ήταν επικίνδυνο ακριβώς γιατί ήξερε πολύ καλά τι κάνει ή τι θέλει να κάνει, τώρα είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα, γιατί ούτε ξέρει τι θέλει να κάνει, ούτε ξέρει τι κάνει, όταν αποφασίζει να κάνει κάτι τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά και όταν αποφασίζει να μην κάνει τίποτα, ευελπιστώντας ότι ο καλός θεός θα δώσει τη λύση –γιατί όπως και να το κάνουμε είναι ένα βαθύτατα θρησκευόμενο κόμμα- τα αποτελέσματα ξεπερνούν και την πιο νοσηρή φαντασία, μην σας πω ακόμα και την Τσαπανίδου. Άσχετο, αλλά έχετε παρακολουθήσει πιο τρομολάγνο παρουσιάστρια στη ζωή σας; Θυμάμαι στην ολική έκλειψη ηλίου, όπου υποτίθεται ότι θα σκοτείνιαζε ο τόπος στις π.χ. 13:48 (δεν θυμάμαι την ώρα) και πήγε 13:48 και δεν σκοτείνιασε, ρώτησε τον ταλαίπωρο τον επιστήμονα που ήταν δίπλα της «η ώρα πήγε 13:48 και δεν σκοτείνιασε, αυτό σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά;». Λες και ας πούμε υπήρχε περίπτωση να την κάνει ο ήλιος διαμαρτυρόμενος για την κάλυψη ας πούμε από το φαινόμενο.

Συνεχίζουμε, στην αρχή λοιπόν θεώρησα ότι η επικίνδυνη ανικανότητα και όχι μόνο, αυτής της συγκεκριμένης κυβέρνησης μου δημιουργούσε αυτό το αίσθημα πανικού, ένα να πάρω τα παιδάκια μου τον καλό μου, τα ζωντανά μου, το πιάνο των κοριτσιών και να την κάνω σε άλλη γη σε άλλα μέρη. Το σωστό επιχείρημα του καλού μου «μωρό μου δεν μπορούμε να βγούμε στους δρόμους προς σωτηρία κουβαλώντας ένα πιάνο στους ώμους» με απότρεψε από αυτή την απονενοημένη τάση φυγής. Παρόλα αυτά η τάση τάση και ο πανικός πανικός. Η αλήθεια είναι ότι χρόνια έχω να θυμώσω με ανθρώπους που δε ξέρω. Εγώ γενικά αντέχω πολλά πράγματα και με τους ανθρώπους όσο δεν αγγίζουν τα δικά μου πράγματα ακόμα και εάν ενοχλούν τους μετατρέπω jpg αρχεία και με ένα delete τους εξαφανίζω από την οπτική μου και το μυαλό μου. Αυτό όμως με αυτή τη κυβέρνηση ξεπερνούσε κάθε όριο. Και δεν θα μιλήσω, για την ανικανότητα, τις πυρκαγιές τα σκάνδαλα, την οικονομία, το βιβλίο της ιστορίας, τα διεθνή κ.λ.π. –έχουν και παναθεμά τους και μεγάλο ρεπερτόριο- γιατί χωρίς να είμαι οπαδός της άποψης «όλοι ίδιοι είναι», έναν εθισμό στην ακουστική έστω προσέγγιση αυτών των παραμέτρων της πολιτικής μας ζωής την έχω πάθει η γυναίκα. Με αυτούς, το μεγάλο πρόβλημα μου ήταν το ότι δεν μπορούσα να τους ακούω να με δουλεύουν έτσι φόρα τζόγο και με μια αισθητική άστα να πάνε. Θα μου πεις "κυρά μου το ζόρι σου εσένα είναι η φραστική και αισθητική προσέγγιση εν κατακλείδι;" Ναι για μένα είναι και ήτανε. Αφού κάθε φορά που έβλεπα ή άκουγα κάποιον τους να μιλάει επί παντός επιστητού, το διάβαζα σε συννεφάκι πάνω από το κεφάλι τους, σαν αυτά στα καρτούν, ή το διάβαζα σαν σε υπότιτλους σινεμά «καλά κυρία μου έχω δει στη ζωή μου ηλίθιους, αλλά εσείς ξεπερνάτε κάθε όριο». Το πρώτο χρόνο είχα πάθει και μια κρίση ταυτότητας καπάκι με ηλικίας. Έλεγα, «δεν μπορεί να ακούω ότι ακούω, δεν μπορεί να βλέπω ότι βλέπω, αλλά λένε, άλλα κάνουν και εγώ γέρασα και αυτές είναι οι συνέπειες του Αλτσχάϊμερ. Δεν μπορεί να αντιλαμβάνομαι σωστά το ότι γίνεται και λέγεται, έχω κενά και βάραθρα λέμε». Βέβαια και ευτυχώς για τη ψυχική μου σταθερότητα –που έτσι κι αλλιώς μια αστάθεια την έχει- γρήγορα κατάλαβα και ότι τα λένε και ότι τα εννοούν και ότι τα κάνουν και νιάνια ναι νιανιά μου κάνουν κάθε φορά που αντιλαμβάνονται ότι τους ακούω ή βλέπω και ως εκ τούτου ζήτησα και συγνώμη από τη Νερίνα τζούνιορ, που αδίκως την είχα κατηγορήσει ότι αυτή έβαλε κερατάκια σε μια φωτογραφία μου, για να με εκδικηθεί για την καταπιεστική μου τάση να την αναγκάζω να τρώει φακές, μιας και σίγουρα μου τα έβαλε ο Βουλγαράκης, όταν τόλμησα να αμφισβητήσω την άποψη του περί του πόσα δέντρα κάηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας. Τέλος πάντων, το ότι ανέβλεψα και είδα την αλήθεια –ανεξάρτητα από το τρομακτικό αυτού του συμπεράσματος- δε σημαίνει ότι αυτό μπορούσα να το συνηθίσω κιόλας, διότι πρώτη φορά ως πολίτη δεν με λοιδόρησαν, εξαπάτησαν, υποτίμησαν, ξεφτίλισαν κ.λ.π., κ.λ.π.. απλά, αλλά το έκαναν και με τέτοια τάση υποτίμησης της ικανότητας μου να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα γύρω μου που πρώτη φορά μου συνέβη, ή τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ. Θα μου πείτε για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά. Μια πρώτη φορά όμως, αλλά δεύτερη δεν αντέχεται.

Μέχρι τις 11:00 το βράδυ και αφού είχα φάει, ένα μεγάλο κομμάτι τούρτας σοκολάτας, δύο πίττες με γύρο, δυο τσαμπιά σταφύλι και ένα μεγάλο μπολ με παγωτό και είχα φλερτάρει έντονα με την ιδέα να ανοίξω και ένα μπουκάλι κρασί και την είχα απορρίψει, γιατί το ένοιωθα δεν θα έφτανε και απέχω εδώ και χρόνια συνειδητά από την ανάγκη να καλύψω ζόρια με αλκοόλ, μόνο αλκοόλ και χαρές μαζί για μένα, και βλέποντας ΜΕΓΑ -αλήθεια όχι έμμεση διαφήμιση αυτό- ακούω τον κ. Πρετεντέρη να ρωτάει πως είναι τα αποτελέσματα στη Ζαχάρω –μαρτυρική Ζαχάρω για την ακρίβεια, έτσι την αποκαλούν όλοι-. Ο γνωστός εκλογολόγος του απαντά ότι η Ν.Δ. έχανε μια μονάδα –τότε, τελικά η απώλεια εάν δεν απατώμαι είναι γύρω στις τρεις, χωρίς αυτό να αλλάζει τίποτα στο σκεπτικό μου- και το ΠΑΣΟΚ χάνει έξη μονάδες –νομίζω ότι κάπου εκεί έχασε και το ΠΑΣΟΚ στα τελικά αποτελέσματα-. Εξίσταται το πάνελ –όπου πάνελ πολλοί κύριοι και κυρίες- προς τα όπου θέλει κανείς να πάθει τον εξισταμό – νεολογισμός χωρίς λογισμό η λέξη, αλλά εκφράζει ακριβώς αυτό που εννοώ- και εγώ βρίσκω το φως μου. ΝΑ ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΠΟΥ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΕ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ.

Αυτή η κυβέρνηση να επιβίωνε, μετά και από αυτή την ιστορία (των πυρκαγιών), με τη ψήφο των συγκατοίκων μου σε αυτή τη χώρα. Μέχρι τώρα μια χαρά συμβίωνα με τους δεξιούς και με τους πασόκους συμπολίτες μου. Ενσωματωμένη μέσα στην κοινοβουλευτική λογική και επικουρούμενη από την πλέον γνωστή ανοχή μου, η οποία και μου επέτρεπε να θεωρώ ότι όλοι χωράμε σε αυτή τη χώρα, δεν τους απομόνωνα, δεν τους έδιωχνα από το σπίτι μου, δεν τους θεωρούσα επικίνδυνους για τη ζωή μου ή τη σωματική μου ακεραιότητα, μια άλλη άποψη ναι, ένα άλλο μοντέλο ναι, που στα πλαίσια της πολιτικής αντιπαράθεσης –πάντα πολιτισμένης- κοντραριζόμαστε, αλλά σε επίπεδο καθημερινότητας, μπορούσαν να είναι συγγενείς μου, φίλοι μου, γνωστοί μου, γείτονες μου, να έχουμε παιδιά στο ίδιο σχολείο, να ψωνίζουμε από τον ίδιο μανάβη βρε αδελφέ, στο κάτω κάτω της γραφής κανείς δεν είναι τέλειος και εγώ δεν ήμουνα ίσως και η καλύτερη επιλογή συμβίωσης για αυτούς, άρα στα πλαίσια των κανόνων καλής γειτνίασης και όχι μόνο, πρόβλημα δεν υπήρχε κανένα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι κινδυνεύω, όχι από τη κακή, χωρίς συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο δεξιά, που βρίσκει την έκφραση της στα πλαίσια ενός κυβερνητικού σχηματισμού, αλλά από τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, τους γνωστούς μου, τους γείτονές μου, αυτούς που έχουμε παιδιά στο ίδιο σχολείο, από τους συγκατοίκους μου σε αυτή τη χώρα που είναι ψηφοφόροι της δεξιάς. Δηλαδή, κινδυνεύω ακόμα και από τη Γιούλα –μια γυναίκα που είναι η προβολή μου – και στο μόνο σημείο που εγώ κι αυτή δεν συναντιόμασταν, η μόνη δυσαρμονία μας σε αυτή την εκνευριστική ταύτιση που μας διακρίνει και που εκτείνεται από το πως ζούμε και βιώνουμε ότι μας συμβαίνει ή δεν μας συμβαίνει, έως τα απλά, που σε εμάς αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, πράγματα (π.χ. χθες βράδυ κοιτούσα τα γυαλιά ηλίου της, είναι χαλασμένα στο ίδιο σημείο με τα δικά μου και πάω στοίχημα ότι μας χάλασαν την ίδια χρονική περίοδο και ότι εάν δεν μας τα πάρουν οι καλοί μας για να τα πάνε να τα φτιάξουν, μάλλον θα μείνουν έτσι μέχρι να χαλάσουν τελείως), σε σημείο που κάποιες φορές να έχω αρχίσει να νομίζω ότι ζω διπλή ζωή, με άλλο πρόσωπο το δικό της σε μια άλλη διάσταση- η μόνη μας, λοιπόν, δυσαρμονία, είναι το ότι αυτή ψηφίζει δεξιά; Τι είδους τελικά άνθρωπος είσαι όταν το κάνεις αυτό, στους άλλους αλλά και στον εαυτό σου;

Τρόμαξα, για όλα αυτά που εμένα με τρόμαξαν και το 46% δεν το τρόμαξαν. Γιατί, όσο και εάν φαίνεται περίεργο, αυτοί κρατάνε ακόμα το δικαίωμα τους να επιλέγουν και για μένα τον τρόπο όχι που θα ζήσω, αλλά που δεν θα ζήσω. Ξαφνικά ο κ. Καραμανλής και τα στελέχη της κυβέρνησης του μου έμοιασαν με μαριονέττες, που τα σκοινιά τους δεν τα κινεί το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και άλλα αισιόδοξα και αρκούντως στη τελική και από ότι αποδείχτηκε απονεχοποιητικά, αλλά οι αυτόχθονες ιθαγενείς συγκάτοικοί μου σε αυτή τη χώρα.... Και να σκεφθείς ότι έχω ρίξει καυγάδες σε πηγαδάκια για το «οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους ταιριάζουν» και τώρα βρίσκομαι πολύ κοντά στο να αναφωνήσω «στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα», αλλά πολύ πρώτα μιλάμε έως προπατορικού ένα πράγμα..

Για την ώρα, λέω να χτυπήσω ένα λεμονάτο κοτόπουλο, σβησμένο με λάϊμ, γιατί δεν είχα λεμόνια, με ρυζάκι για συνοδευτικό, μετά λίγο καρπουζάκι, για επιδόρπιο, ένα κουτάκι με σιροπιαστά από το Dolce – ντόπιο ντήλερ μου, συγνώμη ζαχαροπλαστείο- απομεινάρια του χθεσινού μου στοκ σε γλυκά και να κλείσω με ένα τεράστιο μπολ παγωτό και διαβάζοντας Αγκάθα Κρίστι, ελπίζοντας ότι, η άποψη της περί εύρεσης του κινήτρου στη διάπραξη ενός φόνου οδηγεί μαθηματικά στην εξεύρεση του δολοφόνου, στη δικιά μου περίπτωση δεν ευσταθεί, λέμε τώρα.

Υ.Γ. Όχι, δεν θα το ανοίξω το ρημαδοφιλέρι!!!!!

Συνεχίζεται (μιλάμε για αλυσιδωτές παρενέργειες όχι αστεία)

Εκλογών παρενέργειες


Παρενέργεια 1η

Εδώ και κάποια χρόνια –για την ακρίβεια από διαλύσεως ΚΚΕ Εσωτερικού, ή μάλλον του Ρήγα Φεραίου- η τοποθέτηση μου με τη μορφή της ψήφου ακολούθησε τρεις δρόμους:

α/ Για όσο καιρό ίσχυε, υπήρξα οπαδός της γραμμής Ιωάννου –τον σκιτσογράφο εννοώ- και συγκεκριμένα "250 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο καταγωγής μου", β/ Λευκό και
γ/ Άκυρο. Επίσης θέλω να ομολογήσω, ότι χωρίς πια να με πονάει, ακόμα ένα γαμότο το έχω μέσα μου, για το ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία σε μια άλλη άποψη που προγραμματικά τουλάχιστον και από ιδρύσεως του την είχε ο παλιός μου χώρος, αφού πολύ γρήγορα – και κατά την ταπεινή μου άποψη- πέσαμε στη παγίδα αφενός, της συμμετοχής στο παιχνίδι της εξουσίας –χωρίς αυτό εξ ορισμού να είναι απευκτεό ή μη ζητούμενο, το εκβιαστικό υπήρξε για μένα πάντα το πρόβλημα- και αφετέρου στην επιλογή του ανοίγματος, προς τα όπου προλαβαίναμε, του χώρου με πολλές εκπτώσεις –πάλι κατά την ταπεινή μου άποψη- στην τελική στα ζητούμενα και του χώρου αλλά και τα δικά μας. Δεν έχει λογική να μπω σε μια τέτοια κουβέντα, που μπορεί να χαρακτηριστεί από γραφική και μίζερη στη χειρότερη περίπτωση ή στη καλύτερη περίπτωση περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις. Παραμένω λοιπόν ακόμα ευγνώμων για τα χρόνια που πέρασαν και δεν μπαίνω στη λογική της επαλήθευσης ή μη κάποιων πραγμάτων.



Τέλος πάντων επιμένω μαζοχιστικά να παρατηρώ τα δρώμενα και όχι μόνο του πρώην χώρου μου και παρόλο που έχω ληγμένο μέσα μου το τι θα ψηφίσω χωρίς να χρειαστεί να το ξανασκεφτώ, δεν έχω κατορθώσει ακόμα να αποστασιοποιηθώ, όχι τόσο από τις ρίζες μου αλλά από τις μνήμες μου. Έτσι λοιπόν χαίρομαι, εάν τελικά ο Γιάννης Μπανιάς κατορθώσει να εκλεγεί, αλλά εξίσου χαίρομαι το ότι δεν εκλέγονται από ότι μέχρι στιγμής φαίνεται κάποιοι παλιοί σύντροφοι –εδώ δεν λέω ονόματα-, αλλά πραγματικά με απογειώνει η εικόνα του πρώην χώρου μου, μέσα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, που ούτε λίγο ούτε πολύ χρεώνουν ένα μεγάλο ποσοστό της νίκης του στον κύριο Αλαβάνο –άσχετο, χρεώνω ή πιστώνω πάω εδώ;-. Έτσι μια χαρά τα πράγματα στο μικρό και φαινομενικά μακριά από τα τεκταινόμενα στο χώρο πεδίο του σπιτιού μου.


Φέτος βέβαια τα πράγματα απόκτησαν και μια ακόμα διάσταση, μη αναμενόμενη και όσο και να διαφώνησα για το τι τυπικά ψήφισα, το ομολογώ με έκανε περήφανη.
Και εξηγώ: Κάθε εκλογές από τότε που η Νερίνα γεννήθηκε και μετά η Νάσια, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση τις παίρνω μαζί μου. Τις ντύνω τις στολίζω και κρατώντας τες από το χέρι πάμε όλοι μαζί να ψηφίσουμε. Φέτος λοιπόν την ώρα που πηγαίναμε να ψηφίσουμε η Νερίνα μου είπε «μαμά γιατί ψηφίζεις λευκή ή άκυρο, γιατί δεν αποφασίζεις να ψηφίσεις ένα κόμμα;». Αυτή τη κουβέντα την έχουμε κάνει και σε προηγούμενες εκλογές, αλλά ποτέ μέχρι τα τώρα δεν είχε βάλει αυτή τη παράμετρο. Μεγαλώνει το μωρό μου, χωρίς να έχω αποφασίσει εάν αυτό είναι καλό ή κακό, αλλά αυτό είμαι άλλο θέμα. Ακολουθεί η σχετική ανάλυση περί σημαντικότητας του κάθε είδους ψήφου και το θέμα μοιάζει να έχει λήξει. Η Νερίνα όμως δε σταματά: «Γιατί, μου λέει, δε ψηφίζεις Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου;» –έχω διαπιστώσει ότι όταν μιλάει για το Συνασπισμό χρησιμοποιεί όλο τον τίτλο και ότι το τίτλο ΣΥΡΙΖΑ τον θεωρεί κακόγουστο και χαζό, αλλά δεν χρειάζεται να το πάρουν βαριά οι πρώην σύντροφοι, δεν είναι παρά ένα παιδί, τι αισθητική μπορεί να έχει;-. «Δεν ψηφίζω κανένα κόμμα στο είπα». «Εμένα όμως αυτό το κόμμα μου αρέσει». «Εμένα όμως όχι και επίσης τι θα πει μου αρέσει;» «Έτσι μου αρέσει.» «Καλά, της λέω, εγώ λέω αυτή τη φορά να ψηφίσω λευκό, ή να σας αφήσω να ζωγραφίσετε εσείς ένα ψηφοδέλτιο, έχει στυλό μέσα θα δούμε.» Μπαίνουμε στην αίθουσα που ψηφίζω, η Νάσια ζητάει να δώσει αυτή τη ταυτότητά μου, της τη δίνω, μόλις φτάνουμε μπροστά στην εφορευτική με νάζι μου τη ξαναδίνει, εγώ παίρνω τα ψηφοδέλτια μου και τσεκάρω εάν τα έχω όλα και ειδικά εάν υπάρχει «λευκό», γιατί η μακρόχρονη πείρα μου λέει ότι συχνά δεν δίνεται. Το βρίσκω και είναι τελευταίο. «Νάτο» λέω. «Μαμά δες ποιο ψηφοδέλτιο είναι πρώτο, μου λέει η Νερίνα σιγά, με ένα πλατύ χαμόγελο, είναι μοιραίο μου φαίνεται, γιατί δεν τους ψηφίζεις;» Χαμογελάω και ξαφνικά σκέπτομαι γιατί όχι; «Ωραία, της λέω, αυτή τη φορά θα αποφασίσεις εσύ τι θα ψηφίσουμε». «Εντάξει, μου λέει, λευκό, αφού έτσι θες». «¨Όχι, της λέω, εσύ θα αποφασίσεις και πρόσεξε μην μου έρθεις στη μέση της τετραετίας σαν εκείνο το τσογλάνι της Greenpeace να μου τη πέσεις γιατί δεν θα σε παίρνει.» «Ωραία», μου λέει και ξεχωρίζει το ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού. Το βάζω στο φάκελο και βγαίνουμε από το παραβάν. Α ξέχασα, η Νάσια μου έλεγε όλη την ώρα «μαμά εγώ έχω το στυλό, πότε θα ζωγραφίσουμε;». Αλλά δεν την άφησα παραπονεμένη. «Ζωγραφίσαμε» ένα ωραίο συμμετρικό σταυρό δίπλα στο όνομα ενός παλιού συντρόφου και φίλου. «Μαμά μόνο ένα σταυρό θα ζωγραφίσεις;» επέμεινε η Νάσια. «Ναι χαρά μου φτάνει». Βγαίνουμε λοιπόν από το παραβάν και με το σύνολο των παρισταμένων να μας κοιτάνε λίγο περίεργα να το πω, ετοιμάζομαι να ρίξω το ψηφοδέλτιο μου στην κάλπη και τότε συνειδητοποιώ ότι για πρώτη φορά είμαι περήφανη, με ένα είδος περηφάνιας που φαντάζομαι ότι νοιώθει μια μάνα, όταν το παιδί της, ας πούμε, δίνει το πρώτο του κονσέρτο με επιτυχία ή περνάει πρώτο στο Πανεπιστήμιο και μάλιστα στην Ιατρική. Ξέρω ότι είναι ηλίθιο όλο αυτό, ότι είναι ίσως και ανεύθυνο, να βάλω συμμέτοχο ένα παιδί σε μια παρωδία που σχεδιάσαμε εμείς οι άφρονες ενήλικες και μόνο κακό του κάνει. Μεγαλώνοντας θα μιλήσουμε για αυτά και φαντάζομαι τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου εύκολα για μένα –ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω-, αλλά για την ώρα είμαι -ως μάνα και αριστερή- ακόμα στον αστερισμό αυτού που συνέβη χθες. Ξέρετε αυτό το εγωιστικό συναίσθημα ότι αυτό το παιδί έχει πάρει από μένα. Όπως λέει και η ίδια «μαμά είναι γραφτό να είμαι αριστερή, δες είμαι αριστερόχειρας;»!!!!!!!!!!



Υ.Γ. Μην μου τη πέσετε. Ας μου εκτιμηθεί ότι ειδικά προς το συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό μόνο αρνητικά συναισθήματα μπορούσε να έχει ακούγοντας με. Απλά χαίρομαι που «το αίμα νερό δε γίνεται». Όσο για τα υπόλοιπα σιγά σιγά θα βρούνε το δρόμο τους. Και με βάση αυτό το κείμενο σαν ντοκουμέντο, σίγουρα θα αναγκαστώ να κάνω την αυτοκριτική μου για αυτή μου τη στάση στη πορεία.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2007

Εγώ ο Μαντού η Ραλλού και ο Μέρλιν


Εγώ έχω μια γάτα, το Μαντού μας. Εγώ επίσης δε δουλεύω -τουλάχιστον δε δουλεύω με τον συμβατικό τρόπο που συνηθίζεται. Είμαι λοιπόν μια σχεδόν νοικοκυρά και σχεδόν εργαζόμενη γυναίκα, που ζω εκτός των άλλων και με μια γάτα. Εγώ, καθότι έχω χρόνο, σερφάρω αρκετά και εξαιτίας του Μαντού, ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του σερφαρίσματος παλιά αφορούσε στις γάτες. Σε ένα τέτοιο σερφάρισμα γνώρισα τον Μέρλιν τον πορφυρογέννητο τον γάτο της Ραλλούς. Διάβαζα μπλογκ, αλλά όχι φανατικά, στη Ραλλού στάθηκα, έτσι όπως είχα καιρό να σταθώ μπροστά σε κάποιον, απορημένη, ενθουσιασμένη και λίγο ξετρελαμμένη. Ένοιωσα, αυτή και εγώ τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες, τόσο ταυτισμένες, αλλά και τόσο μακρινές, τόσο και τόσο και τόσο, αλλά αγαπούσαμε με τον ίδιο τρόπο ή τουλάχιστον έτσι ένοιωσα εγώ. Γνώρισα πολλούς εδώ, πολύ περισσότερους από όσους περίμενα και πολύ απρόβλεπτα οικείους από όσο μπορούσα να φανταστώ, αλλά η Ραλλού είναι αλλιώς. Είναι το πρώτο μπλογκ που στάθηκα, το πρώτο σχόλιο που πήρα, η πρώτη φορά μετά από χρόνια και μια από τις σπάνιες σε όλη τη ζωή μου που ανοίχθηκα σε άνθρωπο και ειδικά σε γυναίκα. Είναι ένα από τα καλά πράγματα που μου έχουν συμβεί, ένα από τα "πολύτιμά" μου -που σημαίνει προστατευόμενο είδος για αυτό το μπλογκ και αυτό είναι και προειδοποίηση και απειλή μαζί- η Ραλλού με δύο "λ" και "μου" στο τέλος του ονόματος της, έτσι κτητικά και αδιαπραγμάτευτα. Έτσι όταν η Ραλλού μου έγραψε, ότι ο Μερλιν λείπει εδώ και τρεις μέρες από το σπίτι, σκέφθηκα πόσο σημαντικοί είναι και για μένα και ο Μαντού και ο Μέρλιν. Εάν δεν υπήρχε ο Μαντού, δεν θα είχα συναντήσει τον Μέρλιν και εάν δεν είχα συναντήσει τον Μέρλιν δεν θα είχα συναντήσει τη Ραλλού. Έτσι σαν αλυσίδα απο παιδικό ποιηματάκι. Τι θέλω να πω: θέλω πίσω τη Ραλλού μου και για να την έχω θέλω πίσω τον Μέρλιν. Ξέρω ότι είναι "ηλίθιο" να παρακαλάς ένα γάτο ή να παρακαλάς για ένα γάτο, αλλά εγώ θέλω πίσω τον Μέρλιν .........

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007

…… που μοιάζουν αταξίδευτα


εκ του προηγουμένου

Ξυπνήσαμε ελαφρώς καθυστερημένοι έτσι που στο δρόμο άκουσα μια κατσάδα από τον Παντελή, που ήθελε ντε και καλά να εγκαινιάσω εγώ για εκείνη τη μέρα το χειρουργείο του ΙΑΣΩ. Συνέχιζα να μη νοιώθω τίποτα και το μωρό –από την προηγούμενη μέρα το βράδυ, είχα αρχίσει να το σκέπτομαι σα το μωρό- ήταν περίεργα ήσυχο, έτσι που κατάφυγα στο παλιό καλό κόλπο για να το ξυπνήσω. Τα κατάφερα και ησύχασα. Βιαζόμουνα να φτάσουμε, βιαζόμουνα να τελειώνουμε. Φοβόμουνα μήπως για κάποιο λόγο ξεκινήσει διαδικασία γέννας, κάτι που δυνητικά μπορεί να σήμαινε ότι κάτι θα πήγαινε στραβά, με αποτέλεσμα να βγουν αληθινοί οι χειρότεροι φόβοι μου. Φτάσαμε και μπήκαμε τρέχοντας στο μαιευτήριο, όσο βέβαια μπορούσαμε να τρέξουμε. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικά ήτανε από την γέννα της Νερίνας. Στη Νερίνα λίγο πριν μπούμε στο χειρουργείο ο Παντελής με ρώτησε, τι χάρη θέλω να μου κάνει και εγώ του απάντησα να με αφήσει να φύγω χωρίς να γεννήσω. Δεν ήθελα να φύγει η Νερίνα από μέσα, ένοιωθα ότι μόνο εκεί θα ήταν ασφαλής και εγώ θα ήμουνα ήρεμη. Τώρα ήθελα να γεννηθεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα το μωρό. Υποθέσεις του στυλ «όσο πιο γρήγορα γεννούσες, τόσο πιο γρήγορα θα γυρνούσες στη Νερίνα», μπορούν να θεωρηθούν βάσιμες. Πέρασα τη διαδικασία με την αίσθηση ότι καθυστερούμε χωρίς λόγο (καλά κάποτε πρέπει να κάνω ένα ποστ με τις γέννες μου, πιστέψτε με «το άλλο κακό να μην σε βρει» βρήκε την πλήρη του …….. πάλι δε βρίσκω τη λέξη). Πηδάμε λοιπόν τα διαδικαστικά και να ‘μαι στο χειρουργείο, ημιπαράλυτη, λόγω επισκληρίδιου, να κοιτάω ένα πράσινο πανί μπρος μου και τον Παντελή να μου λέει «ξεκινάμε, σε πέντε λεπτά θα έχουμε τελειώσει». Ξέχασα να σας πω ότι ο τελευταίος υπέρηχος είχε δείξει, ότι το μωρό δεν ήταν ένα απλό μωρό, αλλά ένα μεγάααααλο μωρό με ένα τεράστιο κεφάλι, που εάν γεννιόταν φυσιολογικά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Άσε που ήταν και ένα σφηνωμένο μωρό. Έτσι ίσως χρειαζόταν λίγο παραπάνω χρόνος, σε σχέση με το χρόνο που πέρασε για να γεννηθεί η Νερίνα. Ένοιωσα όπως ένοιωσα –μην τρομάζουν πιθανές νέες μάνες με υποκειμενικές περιγραφές- ένα γερό τράβηγμα και τον Παντελή να λέει «νάτη» και ταυτόχρονα ένα μωρό να κλαίει. Ένοιωσα ανακούφιση. Επιτέλους βγήκε και ήταν γερή, τουλάχιστον το κλάμα για αρχή αυτό έδειχνε. Την έφερε μπροστά μου ρωτώντας με «καλά μόνο αυτό είναι, δεν μπορεί πρέπει να έχεις και άλλο μωρό μέσα.». Και την είδα, ξανθιά –το ξανθό το αλβανικό (καμία ρατσιστική πρόθεση)- με τα μάτια μισόκλειστα έως κλειστά, ροδαλή ροδαλή μιας και στην καισαρική τα παιδιά δεν ταλαιπωρούνται καθόλου, με λίγο μελανιασμένο το ένα ποδαράκι της και τον κώλο της –μετά συγχωρήσεως- καθότι ήταν σφηνωμένο το μωρό μου και –να σας ορκίζομαι- και μικρούλα, τόσο δα στην κυριολεξία, καμία σχέση με το τερατώδες μωρό των υπερήχων και με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Ψυλλιάζομαι ότι αυτό το χαμόγελο το είχε και στην κοιλιά μου, για αυτό επιμένανε ότι το κεφάλι της ήταν μεγάλο. «Μα χαμογελάνε τα νεογέννητα;» σκέφτηκα και πριν προλάβω να σιγουρευτώ μου την πήραν για να την ζυγίσουν, να την πλύνουν, να την ντύσουν, ένα καλλωπισμό βρε αδελφέ για να βγει στο κόσμο. «Καλέ αυτό χαμογελάει, και συνέχισε, 3.730 κιλά και 52 πόντους» είπε η μαία στην παιδίατρο. «Αποκλείεται, είπε αυτή, ξαναζυγίσέ την, αυτό με το ζόρι είναι τρία κιλά». Η μαία την ξαναζύγισε και είπε, «3.780 τώρα, να την ξαναζυγίσω ή να σας την αφήσω;» Η παιδίατρος έβαλε τα γέλια. Ήταν ένα τόσο δα μωρό, σαν μαϊμουδάκι μαζεμένο, αν και με τα κλειστά ματάκια της θύμιζε γατάκι. Παρόλα αυτά είχα την αίσθηση ότι το βλέμμα της ήταν στραμμένο συνέχεια πάνω μου. Πίσω από εκείνα τα βλέφαρα με τις σχεδόν αόρατες βλεφαρίδες ένοιωθα ότι υπήρχαν δυο μάτια που τον μόνο που βλέπανε ήμουνα εγώ. Την πήρανε για να την πάνε στην ανάνηψη και για πρώτη φορά ένοιωσα να μου λείπει. Και ακόμα συνειδητοποίησα ότι για πρώτη φορά δεν είχα σκεφθεί όλη εκείνη την ώρα τη Νερίνα ούτε μια φορά. Σε λίγο τελειώσανε και μαζί μου και με πήραν και εμένα για την ανάνηψη. Μ΄ αφήσανε να δω λίγο το Τάσο. Είχε ένα βλέμμα εκστασιασμένο και παίρνω όρκο ότι είχε και ψηλώσει λίγο. «Την είδες;» τον ρώτησα. «Ναι, μου είπε και τρελάθηκα. Μόλις την είδα είπα «καλέ αυτή είναι μια σταλίτσα» και είναι πανέμορφη». Έτσι της βγήκε το όνομα που την ακολούθησε μέχρι την μέρα που βαφτίστηκε «Σταλίτσα». Και έτσι έμοιαζε σαν μια σταλίτσα νερό, διάφανη τόσο τέλεια στρόγγυλη και καθαρή, με μια διαύγεια που σου έδινε την αίσθηση ότι μέσα από αυτήν μπορείς να βλέπεις τον κόσμο, έτσι όπως τον βλέπεις μέσα από μια σταγόνα με τον ήλιο πάνω της. Να σοβαρευόμαστε καθότι ο λυρισμός δεν είναι το στοιχείο μου.

Γύρω στις 12 μου την φέρανε στο δωμάτιο μου πια. Μόλις η μαία τη σήκωσε για να μου τη δώσει ένοιωσα πάλι το βλέμμα της να με σημαδεύει και είδα στα χείλια της εκείνο το χαμόγελο ξανά. Με αναγνώριζε, ότι και να λέγανε για τα μωρά αυτή με ήξερε. Άπλωσα τα χέρια μου για να τη πάρω και ήταν σαν έπαιρνα αγκαλιά ένα μικρό ψαράκι - αν προσέξατε τρία τα είδη του ζωικού βασιλείου μέχρι τώρα για να την περιγράψω - έτσι που στην κυριολεξία κύλησε και αφέθηκε στην αγκαλιά μου και αγκαλιαστήκαμε με εκείνη την αίσθηση που έχεις στη θάλασσα, την αγκάλιασα και μ΄ αγκάλιασε σαν να ενωνόμαστε όχι σαν συμπαγή κορμιά αλλά κάθε κύτταρό μας ξέχωρα. Και μετά άκουσα κάτι που έμοιαζε σα γέλιο, πριν το στόμα της βρει μονάχο του το δρόμο για το στήθος μου, χωρίς εγώ να χρειαστεί να του τον δείξω και έτσι με το κεφάλι της να μην ξεχωρίζει από το στήθος μου άρχισε να τρώει, ήρεμη αυτή και ακόμα πιο ήρεμη εγώ και ο τεχνοφρίκ να φωτογραφίζει να βιντεοσκοπεί ταυτόχρονα. Χρειάστηκε μια στιγμή μονάχα για να βρουν τα πράγματα τη θέση τους, Ήμουν η μαμά της και ήτανε το μωρό μου και αυτό δυστυχώς για αυτήν δεν θα το άλλαζε τίποτα πια. Η μαία μου είπε, «σας έχω γάλα στο κρεβατάκι της, όταν τελειώσετε με το θηλασμό, μπορείτε να της δώσετε συμπλήρωμα, γιατί τις πρώτες μέρες το γάλα σας ίσως δεν την είναι αρκετό». Θήλασε για πέντε λεπτά περίπου και κοιμήθηκε πάνω στο στήθος μου, έτσι που ήμουνα μισοξαπλωμένη, με το σώμα της ένα με το δικό μου. Σε μισή ώρα πέρασε η μαία για να την πάρει. Με ρώτησε πόση ώρα θήλασα και εάν της έδωσα συμπλήρωμα. Της είπα ότι θήλασε περίπου ένα δεκάλεπτο και μετά κοιμήθηκε. «Εντάξει θα της δώσουμε εμείς όταν ξυπνήσει, μην ανησυχείτε, απλά θα πεινάσει νωρίτερα». Μου την φέρανε στις τρεις ώρες και μου είπαν ότι της δώσανε συμπλήρωμα, αλλά το έκανε εμετό. Η διαδικασία ήτανε πάλι η ίδια. Μίλησα με τον παιδίατρο μου και μου είπε να τους πω ότι θέλω το Μ.Θ. (Μόνο θηλασμός) και ότι το θέλω να είναι συνέχεια μαζί μου, ώστε να θηλάζει όποτε και όσο αυτό θέλει. Τους το είπα και δέχτηκαν. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έτρωγε λίγο κάθε μια ώρα περίπου και με τη γνώση ότι τις πρώτες μέρες το γάλα δεν είναι αρκετό, προσπάθησα να της δώσω λίγο από το συμπλήρωμα χωρίς καμία επιτυχία. Έτσι τις επόμενες μέρες στο μαιευτήριο τις περάσαμε με εμένα μισοκαθισμένη στο κρεβάτι μου και αυτήν να κοιμάται ανάμεσα στα στήθη, να ξυπνάει να μου χαμογελάει και να αρπάζει αχόρταγα το πρώτο στήθος που έβλεπε μπροστά της, να τρώει για λίγο και να κοιμάται.

Την δεύτερη μέρα ο Τάσος έφυγε για να ψωνίσει τα δώρα της Νερίνας. Γύρισε το μεσημέρι και άρχισε να μου δείχνει τι είχε αγοράσει. Την Σταλίτσα την είχαν πάρει για να της κάνουν μπάνιο. Ένοιωθα καλά, οι οροί είχαν φύγει, ο πόνος είχε περάσει και έμοιαζε όλα να έχουν τελειώσει. Και τότε ξεκίνησε αργά στην αρχή, «σεισμός» είπα και προσπάθησα να σηκωθώ. «Μείνε ακίνητη, είπε ο Τάσος, θα τελειώσει» και πράγματι έμοιαζε να είχε τελειώσει. Είχα ήδη σηκωθεί και κρατιόμουνα από την άκρη του κρεβατιού. Και τότε ξαναξεκίνησε έντονα τόσο που σχεδόν με πέταξε κάτω πριν προλάβει ο Τάσος να με κρατήσει. «Το παιδί» φώναξα και άρχισα να τρέχω προς τη πόρτα με τον Τάσο να προσπαθεί να ισορροπήσει, έτσι που μοιάζαμε με παιδιά όταν χοροπηδάνε σε εκείνα τα τεράστια φουσκωτά. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν σχεδόν γυμνή, αφού ακόμα φορούσα την χειρουργική μπλούζα και άρπαξα από το μπάνιο μια μεγάλη πετσέτα και την τύλιξα γύρω μου και έτσι σαν τρελή βγήκα στο διάδρομο. Τότε σταμάτησε ο σεισμός με εμάς να έχουμε φτάσει έξω από το θάλαμο των μωρών και στ’ αλήθεια ήμουν ένα πολύ αστείο θέαμα. Μια ξεσαλωμένη με μια πετσέτα γύρω της ξυπόλητη και το αίμα να κυλάει στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι μπορεί ο Κράμμερ να έχει δίκιο στα περί μητρικού ενστίκτου, αλλά κάποιο εν τη γενέσει του έστω αυτού του είδους ένστικτο υπήρχε, αφού το μόνο που με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ήταν να είμαι μαζί της, ότι μόνο εγώ έπρεπε αλλά και μπορούσα να την προστατεύσω. Περάσαμε τις επόμενες επτά μέρες, εγώ και αυτή αγκαλιά και ο Τάσος δίπλα μας, κοιτώντας τηλεόραση με την καταστροφή να έχει στήσει χορό γύρω μας και όμως εμείς εγωιστικά προσηλωμένοι στο θαύμα που κουβάλαγε μαζί της, με μοναδική μας έννοια το πότε θα γυρίσουμε σπίτι μας, νοιώθοντας ηλίθια ίσως ότι μόνο όταν θα είμαστε όλοι μαζί θα είμαστε και απόλυτα προστατευμένοι και ασφαλείς. Η Νερίνα ήρθε με τους παππούδες να μας δει την Παρασκευή και η μόνη μου έγνοια ήταν να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από την Αθήνα μήπως και γίνει ένας νέος μεγάλος σεισμός..

Την επόμενη Δευτέρα φύγαμε από το μαιευτήριο, εν τω μεταξύ η Σταλίτσα είχε πολιτογραφηθεί σαν το μωρό που χαμογελάει όποτε βλέπει τη μάνα του και με εμάς παραδομένους στο θαύμα. Τότε κατάλαβα ότι εάν η Νερίνα ήταν το «απόλυτο θαύμα» στη ζωή μου η Σταλίτσα ήταν η επιβεβαίωση του και ότι με τον ερχομό της τα πάντα πια έμοιαζαν να έχουν αποκτήσει τη σωστή τους θέση και διάσταση.

Ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια μαζί. Η αλήθεια είναι ότι ο αρχικός στόχος να έχει η Νερίνα παρέα μας οδήγησε αρκετό καιρό στο να μην κάνουμε εγώ και ο Τάσος παρέα. Η Σταλίτσα αποδείχθηκε ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό παιδί. Αργά μα σταθερά με μοναδικό όπλο της την ικανότητα της να αγαπάει, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου κάνει ακόμα και εμένα κάποιες φορές να τη «ζηλεύω» έτσι που η αγάπη της είναι αδιαπραγμάτευτη και τίποτα και κανείς δεν μοιάζει ικανός να την κάνει δυστυχισμένη, εκτός ίσως από το γνωστό «δεν θα φας παγωτό σήμερα».

Όταν ήταν τριών χρονών σε ένα καυγά μας στο αυτοκίνητο μου είπε: «μαμά σταμάτα θα σε τιμωρήσω σκληρά». Όταν της είπα «μπα τι σκληρό θα μου κάνεις;», μου απάντησε «ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΔΥΝΑΤΑ».

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2007

E lucevan le stelle

"Σαν να μην υπάρχει η φωνή του μαμά", είπε η Νάσια σήμερα το πρωί, ακούγοντάς τον.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Είναι κάποια ταξίδια..........



«Πρέπει να κάνουμε δεύτερο παιδί» είπε ένα βράδυ ο καλός μου. Όλα τα κουφά αυτού του είδους έχω προσέξει ότι βράδυ τα ακούς. «Δεν θέλω άλλο παιδί. Δεν μπορώ να αγαπήσω άλλο παιδί, Δεν μπορώ καν να διανοηθώ τη ζωή μου με άλλο παιδί, εκτός από τη Νερίνα». «Ναι αλλά είναι άδικο για τη Νερίνα να μεγαλώνει μόνη της». «Μα δεν είναι μόνη της, έχει την Έλενα, τη Χριστίνα την Παρασκευή, το μωρό (μωρό η τελευταία τότε της οικογένειας, μετέπειτα τη βάφτισα Μαριαλένα). Πόσα παραπάνω παιδιά χρειάζεται για να μην νοιώσει ποτέ μόνη της;» «Ναι, μα αυτές είναι από δύο, ενώ η Νερίνα τον περισσότερο καιρό θα είναι μόνη της και μεγαλώνοντας δεν θα έχει κάποιον να μοιράζεται τα ζόρια και τις χαρές της». «Δεν είναι ποσοτικό το θέμα της μοναξιάς, εάν τις μεγαλώσουμε να είναι μαζί πάντα θα είναι εκεί η μια για την άλλη.» «Σκέψου λίγο είσαι μοναχοπαίδι και πάντα έλεγες ότι κανένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει μόνο του». «Τέλος, δεν μπορώ να κάνω άλλο παιδί. Δεν θα είναι δίκαιο για αυτό. Τα δικά μου μάτια χωράνε μόνο τη Νερίνα». «Έτσι όμως θα καταλήξεις να κρεμαστείς επάνω της και θα της κάνεις κακό και στο τέλος η σχέση σας θα θυμίζει αυτή με τη δικιά σου μάνα.» Ύπουλο κτύπημα και κάτω από τη ζώνη. Δεν έχω γνωρίσει γυναίκα που να αισθάνεται άνετα με τέτοιους παραλληλισμούς και ειδικά σε σχέση με αυτήν και τη κόρη της. Υποσχέθηκα ότι θα το σκεφτώ, προς το παρόν με τη Νερίνα μόλις 14 μηνών μόλις, δεν έμπαινε θέμα για δεύτερο παιδί. «Χρειάζομαι χρόνο, όταν έρθει η ώρα θα το ξανακουβεντιάσουμε».

Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ, δεν πρόλαβα μάλλον, 15 μέρες μετά, πρωί πρωί με την αυγούλα πήγα στη Δήμητρα (την μικροβιολόγο μου). «Τι θέλεις πρωί πρωί;» με ρώτησε. «Α τίποτα σοβαρό, μια χοριακή». «Πόσες μέρες καθυστέρηση;» «Μία» της είπα. «Έλα με μια μέρα είναι χαζό». «Καλά κάνε εσύ τη χορειακή και το ξανακουβεντιάζουμε το μεσημέρι». Στις 2:30 με πήρε τηλέφωνο. «Καλά δε παίζεσαι 600 μονάδες οριακή, αλλά έχουμε κύηση». Και έτσι ξεκίνησαν όλα. Πήρα τον γυναικολόγο μου και έκλεισα ραντεβού για το απόγευμα. «Σεπτέμβρη, είπε ο Παντελής. Καισαρική εξαιτίας της πρώτης. Τελευταία ημερομηνία 15 του μήνα». «Ωραία, Τελευταία βδομάδα, πότε πέφτει Δευτέρα;» «14» μου απάντησε. «Όχι μια βδομάδα πριν πάλι Δευτέρα. Στις 6». Γέλασα έξη του μήνα είχα επέτειο γάμου και 6 Σεπτέμβρη πάλι βάφτισα τη Νερίνα. «Ωραία, 6 Σεπτέμβρη, Δευτέρα ραντεβού στο Ιασώ κατά τις 7:30. Είναι καλά;» του είπα. Γέλασε. «Λες να μην τα ξαναπούμε μέχρι τότε;» «Εντάξει θα τα ξαναπούμε φαντάζομαι, αλλά ας κλείσουμε τις λεπτομέρειες από τώρα»..

Ξαλαφρωμένη γύρισα σπίτι. Δεν ένοιωθα τίποτα. Ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε πανικό. Αργότερα και καθώς ο καιρός πλησίαζε άρχισα να νοιώθω ενοχές. Πέρασε ένα μήνας με τη ζωή μου να συνεχίζεται σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Έκανα τις εξετάσεις μου, αιματολογικές και υπέρηχο, τις έδωσα στο Τάσο και αυτός τις πήγε στο γιατρό. Εγώ δεν μπορούσα να αφήσω τη Νερίνα μόνη της. Εκείνο το βράδυ η Νερίνα ήθελε αγκαλιά και κανακέματα, λίγο περίεργο γιατί συνήθως εγώ την τραβολογούσα, εκείνο το βράδυ με τραβολόγαγε αυτή. Δεν της χάλασα χατίρι. Τη νύχτα ένοιωσα ένα πόνο σαν να με χώριζαν στα δύο και κάτι ζεστό να κυλάει στα πόδια μου. Δεν μίλησα, δεν είπα τίποτα, πήρα τη στάση έμβρυο στη κοιλιά της μαμάς του, με το Τάσο να με κρατάει σφιχτά κι ας μην είχε πάρει είδηση τίποτα, εκτελώντας χρέη μήτρας με τα χέρια μας πάνω στη κοιλιά μου και ξανακοιμήθηκα μόλις ο πόνος έγινε υποφερτός. Το πρωί πήρα το γιατρό και του είπα ότι αιμορραγώ αλλά ελεγχόμενα. «Μείνε στο κρεβάτι, μου είπε, προς το παρόν δεν θέλω να μετακινηθείς, μέχρι να σταματήσει η αιμορραγία». Τελικά η αιμορραγία σταμάτησε εκείνο το πρωί, αλλά εγώ έμεινα τρεις μήνες στο κρεβάτι, βλέποντας τηλεόραση και κεντώντας, ακριβώς όπως έκανα με τη Νερίνα, αλλά πάλι αδιάφορη, ούτε χαρά ούτε λύπη, ούτε φόβος, ούτε πανικός. Η Νερίνα καταχαρούμενη με τους παππούδες της, μιας και είχαμε μεταφερθεί στο σπίτι τους, τελείως ανεξάρτητη από μένα παρέμενε η μοναδική εικόνα που είχε λόγο ύπαρξης γύρω μου. Το μωρό μέσα μου μεγάλωνε και όλοι οι μήνες ήταν ίδιοι. Κάθε τέλος του μήνα πήγαινα στη Δήμητρα έκανα τις αιματολογικές, στον ακτινολόγο μου έκανα τον υπέρηχο και ο Τάσος έπαιρνε τις εξετάσεις και τις πήγαινε στον Παντελή (τον γυναικολόγο μου) να τις δει. Κάθε μήνα γύρναγε και μου έλεγε το ίδιο «μωρό (ακόμα τότε με έλεγε μωρό και εάν είναι να σκάσετε στα γέλια όχι μπροστά μου) τι θα γίνει με αυτή την ιστορία; Ρεζίλι έχω γίνει, εγώ και άλλες δέκα έγκυες να ανταλλάσουμε εμπειρίες, δε λέει». Εγώ απαντούσα το ίδιο: «Δεν θέλω να αφήνω τη Νερίνα μόνη της». «Πρέπει να κάνεις αμνιοκέντηση. Ο Παντελής σου έκλεισε ραντεβού». «Θα πάρουμε και τη Νερίνα μαζί, δεν μένω εγώ μια μέρα στην Αθήνα χωρίς τη Νερίνα». «Αλλάξανε τα πράγματα, μου είπε, μπορούμε να φύγουμε σε λίγες ώρες, δεν χρειάζεται να μείνουμε καθόλου Αθήνα δεν χρειάζεται να ταλαιπωρούμε τη Νερίνα αφού θα φύγουμε κατευθείαν, άλλωστε δεν μπορεί να έρθει μαζί μας στο μαιευτήριο. Να φύγω χωρίς τη Νερίνα μαζί μου, μια μέρα σχεδόν με τη Νερίνα εκτός του οπτικού μου πεδίου; Μου φάνηκε αδιανόητο. Για πρώτη φορά ένοιωσα κάτι για το μωρό που μεγάλωνε μέσα μου. Του θύμωσα. Ακόμα δε γεννήθηκε και οργάνωσε σχέδιο να με απομακρύνει από τη Νερίνα. Από την άλλη εάν την πηγαίναμε Χαλάνδρι –στη θεία της- θα ήτανε μεγάλη η ταλαιπωρία για μένα, ουσιαστικά για το μωρό. «Εντάξει» είπα. Έκανα την αμνιοκέντηση και αυτή τη φορά ήτανε τελείως διαφορετικά από τότε με τη Νερίνα. Κανένας φόβος καμία αγωνία, μια ανυπομονησία μονάχα να τελειώνουμε να γυρίσω στη Νερίνα. Σε δυο βδομάδες περίπου βγήκαν τα αποτελέσματα. Με πήρε ο Παντελής, «Κόρη και ολόγερη». Χάρηκα που ήταν γερό, το ότι θα ήτανε κορίτσι το ήξερα, εκτίμηση βασιζόμενη στη στατιστική, η οικογένεια αριθμούσε ήδη πέντε κορίτσια.. Έτσι έφτασα στον έβδομο. Ο Τάσος είχε γνωριστεί με ένα σωρό έγκυες, η Νερίνα πια μίλαγε άψογα, ήταν ευτυχισμένη, τόσο όσο η ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία της της επέτρεπε, περπατούσε έτρεχε, έκανε ποδηλατάκι, έτρωγε σχεδόν τα πάντα, απολάμβανε τις ώρες που περνούσε με τους παππούδες της, εγώ τη φωτογράφιζα συνέχεια, το μωρό μεγάλωνε μόνο του με εμένα να το εκκολάπτω απλά, το Τάσο να διεκπεραιώνει τα διαδικαστικά και να χαϊδεύει τη κοιλιά μου, νοιώθοντας ότι κάποιος έπρεπε να το χαϊδεύει και αυτό εκεί μέσα. Αυτό πάλι εκεί μέσα κλωτσούσε και χοροπηδούσε τα τρία τέταρτα της μέρας σαν τρελό. «Παραείναι υπερκινητικό αυτό το παιδί» σκεφτόμουνα κάθε φορά που π.χ. με τις κλωτσιές του πετούσε ακόμα και το κοντρόλ της τηλεόρασης κάτω από τη κοιλιά μου. Όταν την γνώρισα βέβαια κατάλαβα ότι δεν χοροπήδούσε την περισσότερη ώρα, αλλά γελούσε, τρανταχτά, έτσι που έμοιαζε με βαρκούλα που την παρασέρνει το κύμα, όπου κύμα η μήτρα μου. Και ήρθε ο όγδοος μήνας. Ο Τάσος ετοιμάζεται να πάει στην καθιερωμένη του επίσκεψη στο γυναικολόγο μου, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. «Ο γιατρός σου» λέει η μάμα μου. «Ποιος γιατρός μου;» «Ο Παντελής παιδί μου, έχεις και άλλο γιατρό αυτό τον καιρό»; «Τι θέλει;» σκέφθηκα, λέγοντας ταυτόχρονα «έλα Παντελή, τι έγινε;» «Τι θες να έγινε; Ξέρεις πόσο μηνών είσαι;» «Έκλεισα τους οκτώ απάντησα, γιατί;» «Σε ένα μήνα περίπου γεννάς, μου είπε, πότε περιμένεις να βρεθούμε οι δυο μας;» «Για ποιο λόγο; του είπα, κάνω όλες τις εξετάσεις, σου φέρνει ο Τάσος τα αποτελέσματα, ημερομηνία έχουμε κλείσει, μαιευτήριο έχουμε κλείσει, τι άλλο έχουμε να κάνουμε;» «Είσαι τρελή; πρώτη φορά οκτώ μήνες βλέπω τον άντρα της εγκύου και όχι την έγκυο. Τσακίσου και έλα στο ιατρείο γιατί θα έρθω εγώ εκεί».. «Γυναικολόγοι σου λένε μετά», σκέφτηκα. Αλλά δεν έφταιγε κανένας άλλος, εγώ έφταιγα που δεν μου άρεσαν οι αγαπησιάρηδες γιατροί. Έτσι κλείνοντας τον όγδοο αποφάσισα να αφήσω ξανά τη Νερίνα και να πάω στον γυναικολόγο μου, στη πόλη μου αυτή τη φορά όχι στην Αθήνα. Στο δρόμο για πρώτη φορά ένοιωσα φόβο. «Τι θα γίνει εάν κάτι πάει στραβά; Εάν πεθάνω, πως θα μείνει η Νερίνα μόνη της;» Και εκεί ξεκίνησαν οι εφιάλτες. Τι έβλεπα τη Νερίνα πρώτο ρόλο στο κοριτσάκι με τα σπίρτα, τι σαν Χιονάτη με κακιά μητριά, τι στο κρεβάτι ψυχιάτρου να εξιστορεί το πώς ο θάνατος της μάνας της έγινε η αιτία να της καταστραφεί η ζωή, τι και τι και τι. Και μια μέρα μια βδομάδα πριν γεννήσω, πηγαίνοντας για ένα ακόμα υπέρηχο, σκέφθηκα για πρώτη φορά το εκκολαπτόμενο και συνειδητοποίησα ότι πέρασαν εννιά μήνες με εμένα να το αγνοώ και αυτό να χοροπηδάει, αλλά χωρίς να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Και ένοιωσα για πρώτη φορά ένοχη. Δεν έπρεπε να ξαναμείνω έγκυος. Αφού δεν θα μπορούσα να το αγαπήσω ποτέ όσο αγαπούσα τη Νερίνα, ούτε καν το μισό. Πως θα κατόρθωνα να του το κρύψω; Με ποιο δικαίωμα το έκανα αυτό σε ένα παιδί, όταν ακόμα και τώρα πριν γεννηθεί το μόνο που με ένοιαζε ήταν να μην πάθω κάτι και αφήσω τη Νερίνα μόνη της.; Για να μην πω το ακόμα χειρότερο, ότι αυτές τις μέρες είχε θεριέψει το άγχος μου που θα άφηνα τη Νερίνα μια βδομάδα μόνη της για να γεννήσω. Δεν του είχα θυμώσει αυτή τη φορά, αλλά ένοιωθα ένοχη. Απέναντι σε αυτό, αλλά και απέναντι στη Νερίνα. «Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, της είχα πει, από την πρώτη φορά που την κατάλαβα μέσα μου, εμάς τις δύο δεν θα μας χωρίσει τίποτα» και τώρα τις ετοίμαζα το καλύτερο, ένα μωρό που ήθελα δεν ήθελα θα έμπαινε ανάμεσα μας. Σαλάτα τα είχα κάνει. Δεν κράτησα το λόγο μου στη Νερίνα, το μωρό μέσα μου μεγάλωσε με μένα απλά να το θρέφω, εγώ ήμουνα ένα μαύρο χάλι και το χειρότερο έπρεπε να αποχωριστώ και τη Νερίνα για μια βδομάδα. Το εκκολαπτόμενο συνέχισε και τη τελευταία βδομάδα να χοροπηδάει σα τρελό και δίπλα μου χοροπηδούσε και η Νερίνα. Η θεία της αρρώστησε και θα έμενε στους παππούδες της και αυτό προς μεγάλη μου θλίψη την είχε ξεσαλώσει..

Φύγαμε τη Κυριακή 5 του μήνα το βράδυ, όσο πιο αργά μπορούσα χωρίς να τη φιλήσω, γιατί ποτέ δεν φυλάω όταν φεύγω ή φεύγουν, με τη Νερίνα να κρατάει από το χέρι τον παππού της και της γιαγιά της, φορώντας τα καλά της, γιατί ήτανε να πάνε σε ένα γάμο. Έκλεισα τα μάτια μου για να κρατήσω την εικόνα της. Εάν κάτι πήγαινε στραβά, αυτήν την εικόνα ήθελα να έχω κρατημένη. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι το μωρό είχε αρκετή ώρα να κουνηθεί και συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα χάιδευα τη κοιλιά μου. Με το δάχτυλό μου «έξυσα» τη κοιλιά μου,. έτσι όπως κάνεις όταν ανακατεύεις τα μαλλιά ενός παιδιού. Κλώτσησε σαν να μου έλεγε, «το άλλο ήταν καλύτερο συνέχισε». Ξανάρχισα να χαϊδεύω τη κοιλιά μου και το μωρό μου ξανακοιμήθηκε. Έτσι κι αλλιώς και οι δύο χρειαζόμασταν ύπνο, μας περίμενε μια δύσκολη μέρα. Βλέπετε η επόμενη μέρα ήταν Δευτέρα, έξη του Σεπτέμβρη και σύμφωνα με το πρόγραμμα είχε έρθει η ώρα να γνωριστούμε…………


Συνεχίζεται

Πρωινό ξύπνημα



You just keep me hanging on.