Τετάρτη 28 Μαρτίου 2007
Κινέζικο - καλαμάκια (Μέρος τρίτο)
(άχρηστη πληροφορία) Τρίτη 27 Μαρτίου 2007
Κινέζικο - καλαμάκια σημειώσατε: 2 (Μέρος δεύτερο)
(αυτό ξαναπές το) Κινέζικο - καλαμάκια σημειώσατε 1 (Μέρος πρώτο)
(λέμε τώρα) (H Ισμήνη σχολιάζοντας το προηγούμενο ποστ έγραψε: Ο "άλλος" Ρήγας τώρα το μόνο που μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά είναι ότι διοργάνωνε ωραία φεστιβάλ. Με τα πιο νόστιμα σουβλάκια -καλαμάκια που έχω φάει ποτέ!!! )
Σεπτέμβρης του 85 νομίζω, γιατί ως γνωστόν ου γαρ έρχεται μόνο. Ετοιμάζαμε το φεστιβάλ του Ρήγα στη παραλιακή. Τι ποια παραλιακή; Μόνο η Θεσσαλονίκη δικαιούται να χρησιμοποιεί αυτό τον όρο και ας λέτε οι υπόλοιποι ότι θέλετε. Εκείνη τη χρονιά φιλοξενούσαμε μια αντιπροσωπεία από τη Κίνα, τμήμα της οποίας ως ένδειξη καλής θέλησης θα μας βοηθούσε να φτιάξουμε και ένα περίπτερο με κινέζικη κουζίνα. Στην ερώτηση ποια οργάνωση θα δούλευε μαζί της «ο καλύτερος φίλος που απόκτησα ποτέ» σήκωσε το χέρι του και φώναξε με εκείνο το γνωστό ξεσαλωμένο παοκτσίδικο ύφος του «εμείς, εμείς». Σε ερώτηση μου γιατί το έκανε μου απάντησε: «για δύο λόγους» Ένας ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να μάθουμε και καμιά καλή κινέζικη συνταγή εκ των έσω και το δεύτερο ξέχασε να μου τον πει. Και εδώ ήταν και το μεγάλο λάθος μου, ότι ξέχασα και εγώ να τον ρωτήσω. Διότι «ο καλύτερος φίλος που απόκτησα ποτέ» εκτός από παοκτζής είχε και αυτός μια λιχούδικη σχέση με τη κουζίνα, όχι μόνο ως καταναλωτής αλλά και ως παρασκευαστής μπινελικίων, όπως έλεγε και ο ίδιος και μεταξύ μας μια χαρά τα κατάφερνε, εάν εξαιρέσεις μια εμμονή που τον έπιασε για ένα διάστημα να βράζει κόλλυβα και να πίνει το ζουμί τους, η οποία ευτυχώς για όλους μας του πέρασε γρήγορα, γιατί είχαμε καταντήσει αντί για καλημέρα να λέμε «θεός συγχωρέστον» και αντί για καληνύχτα «ζωή σε λόγους σας», διότι όπως υποστήριζε το παραπάνω ρόφημα ήταν βάλσαμο για το ταλαιπωρημένο από οινοποσία στομάχι και το σέρβιρε μέσα στη μαύρη νύχτα. Εγώ ως είναι γνωστόν χατίρι σε φίλο δεν χαλάω και έβγαλα την πρέπουσα κραυγή «στο κινέζικο αδέλφια μου και αδελφές μου στο κινέζικο». Έτσι περιχαρής με τα τεφτέρια μας στο χέρι για να αντιγράψουμε τις συνταγές κατεβήκαμε στο χώρο του φεστιβάλ.
Τέσσερεις χαριτωμένοι κινέζοι μας περίμεναν, εμφανώς σαλταρισμένοι, γιατί είχαν πάει από τις πέντε και η ώρα όταν πήγαμε εμείς είχε φτάσει 12, 1:00, 2:00 θα σας γελάσω, γιατί ο χρόνος είναι σχετικός, το είπε και ο Αϊνστάιν, αλλά άντε να το εξηγήσεις αυτό στους κινέζους. Συστηθήκαμε, ο ένας από αυτούς μιλούσε ελληνικά, καθότι είχε σπουδάσει στη φιλοσοφική, οι άλλοι τρεις δεν μιλούσαν και μέχρι την τελευταία μέρα βάζαμε στοίχημα ότι ούτε μιλούσαν ούτε άκουγαν, σε τακτά χρονικά διαστήματα μόνο χαμογελούσαν και μούγκριζαν. Αφού ξεπεράσαμε, χωρίς να δημιουργήσουμε διπλωματικό επεισόδιο, το θέμα του ετεροχρονισμού στη θεώρηση της έννοιας πρωί, αρχίσαμε οι 25 Ρηγάδες που ήμασταν εκεί να μοιράζουμε τα περίπτερα μας. Ο ομιλών κινέζος και οι αγαλματάκια αμίλητα ακούνητα κινέζοι του μας κοιτούσαν με εκείνο το στωικό βλέμμα των κινέζων και αφού τελειώσαμε ο ομιλών ελληνικά κινέζος γύρισε και είπε και στους 25 ταλαίπωρους που ήμασταν εκεί «Οι υπόλοιποι πότε θα έρθουν;». Κοιταχτήκαμε απορημένα, γιατί πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα είχαμε πετύχει μια συσπείρωση της τάξης του 100% για διοργάνωση ρηγίτικου φεστιβάλ και μάλιστα για αυτή συγκεκριμένη ώρα. «Ποιοι άλλοι;» ρωτήσαμε «Μα για να δουλέψουν, μας απάντησε, με το ζόρι εσείς φτάνετε για το κινέζικο περίπτερο.» Κοιταχτήκαμε και τότε καταλάβαμε τι σημαίνει η φράση όλα αυτά είναι κινέζικα για μένα. Επίσης εκείνη τη μέρα οι κινέζοι για πρώτη φορά στην ιστορία τους έχασαν την περιβόητη στωικότητα τους και χρειάστηκαν δύο ώρες για να συνέλθουν και να επικοινωνήσουν με το χώρο. Του φεστιβάλ εννοώ. Τέλος πάντων το πήρανε απόφαση, γιατί για να αποχωρήσουν με ένα ταρατατζούμ δεν είχαν την δυνατότητα, δεν τους το επέτρεπε και η φιλοσοφία τους και μας ακολούθησαν στο περίπτερο που θα διαμορφωνόταν σε κινέζικο εστιατόριο.
Και εκεί αγαπητοί μου αναγνώστες (γιατί εγώ έχω πολλούς) καταλάβαμε και τι σημαίνει ο όρος κινέζικα βασανιστήρια.
Φαναράκια, φαναράκια, φαναράκια και ξανά μανά φαναράκια. Τώρα θα μου πείτε τι ζόρι τραβάς εσύ με τα φαναράκια; Εγώ συγκεκριμένα κανένα, ο Ευθύμης με τον Διονύση τράβηξαν το χειρότερο γιατί περιφέρανε στη κυριολεξία ένα κινέζο πάνω σε μια σκάλα να κρεμάει φαναράκια. Άμα οι άλλοι τρεις αμίλητοι κινέζοι μούγκριζαν το φαναράκι κατοχύρωνε τη θέση του και η σκάλα με τον κινέζο πάντα επάνω προχωρούσε προς την επόμενη θέση, άμα οι αμίλητοι κινέζοι παράμεναν αμίλητοι η σκάλα έκανε μικρά βηματάκια δεξιά και αριστερά μέχρι να ακουστεί το πρέπον μουγκρητό. Δύο ώρες αυτός κρεμούσε φαναράκια, δύο μέρες κάναμε εμείς να ξεκολλήσουμε τη σκάλα από τα χέρια του Ευθύμη και του Διονύση, είχε γίνει προέκταση των χεριών τους ένα πράγμα. Επίσης διαπιστώσαμε ότι οι κινέζοι, οι αμίλητοι ντε, όταν δεν τους έβλεπε κανένας γελούσαν κιόλας, όταν μετά το τέλος της διαδικασίας τους βρήκαμε πίσω από ένα δέντρο να γελάνε σε έξαλλη όμως κατάσταση.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
Ο Κινέζος μάγειρας, ο σεφ τους, είχε ζητήσει κοτόπουλα και ψάρια. Κοτόπουλα και ψάρια τους φέραμε. «Τα κοτόπουλα» πρώτα είπε ο σεφ. Επειδή ο Διονύσης με τον Ευθύμη είχαν το γνωστό πρόβλημα με τη σκάλα, δράση ανέλαβε ο Αντώνης, περιχαρής διότι τι μπορεί να σου κάνει ένα κοτόπουλο; Ένα κοτόπουλο και μάλιστα κατεψυγμένο τίποτα. Ένα κοτόπουλο με ένα κινέζο όμως μπορεί να αποδειχθεί από επικίνδυνος έως δολοφονικός συνδυασμός και ας είναι κατεψυγμένο, το κοτόπουλο εννοώ, όχι ο κινέζος. Πήρε λοιπόν μια από τις πολλές σακούλες των πενήντα κοτόπουλων ο Αντώνης και περιχαρής την απόθεσε στα πόδια του Κινέζου φύλαρχου, ουπς σεφ ήθελα να πω και ετοιμάστηκε να φέρει και άλλες. Καμιά τρακοσαριά κοτόπουλα μη φανταστείτε κανένα τραγικό νούμερο. «Που πας» ακούστηκε η φωνή του ελληνόφωνου κινέζου. «Να φέρω τα υπόλοιπα» είπε ο Αντώνης σε άπταιστα ελληνικά, γιατί τότε μίλαγε ακόμα. «Όχι πρώτα θα φτιάξεις αυτά.» «Δηλαδή;» είπε ο Αντώνης τρομοκρατημένος, διότι αυτός να κόβει αλά κινέζικα δεν ήξερε. «Θα τα καθαρίσεις» του είπε ο κινέζος. «Δηλαδή;» ξαναείπε ο Αντώνης, ο οποίος να σημειωθεί ότι είχε ένα αξιοπρεπέστατο IQ και καταλάβαινε και τον Γκοντάρ, που εγώ πρέφα δεν παίρνω από Γκοντάρ, μεταξύ μας μόνο τον Αντώνη έχω γνωρίσει να καταλαβαίνει τον Γκοντάρ. «Θα τους βγάλεις τις τρίχες.» «Ποιες τρίχες;» είπε ο Αντώνης, ξανακοιτάζοντας για σιγουριά τις σακούλες, «μαδημένα είναι τα πτηνά». «Και αυτό εδώ τι είναι;» είπε ο Κινέζος υπεροπτικά και του έδειξε μια υποψία τριχοφυΐας στο λαιμό του πτηνού. Ο Αντώνης είχε και μυωπία δεν την είδε την τρίχα, αλλά ο σεφ την είδε, οι άλλοι κινέζοι μούγκρισαν, κατοχυρώθηκε η τρίχα υπήρχε. «Ωραία» είπε ο Αντώνης ανασύροντας παιδικές μνήμες από το χωριό «να τα καψαλίσουμε.» Τι ήταν να το πει αυτό. Ο ελληνόφωνος κινέζος δήλωσε ότι αποχωρεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο σεφ έβγαλε το σκούφο και επέμενε να τον δώσει στον Αντώνη να τον φάει μαζί με τον τριχωτό λαιμό του πτηνού, ο Διονύσης με τον Ευθύμη προσπαθώντας να βοηθήσουν έριχναν απανωτές κουτουλιές στη σκάλα που δεν έλεγε να ξεκολλήσει και οι δύο γνωστοί κινέζοι την είχαν πάλι κάνει για το γνωστό δέντρο. Τότε εγώ, ως σωστή γραμματέας τότε της οργάνωσης, πήρα τη κατάσταση στα χέρια μου και είπα «Αντώνη στα κοτόπουλα τώρα». Η αλήθεια είναι ότι ως γραμματέα ο Αντώνης με είχε γραμμένη, αλλά μια αδυναμία ως κολλητάρι μου είχε και αφού μου ζήτησε να είμαι για τα επόμενα χρόνια η συνοδός του στο σινεμά από Γκοντάρ και πάνω μιλάμε, βάλτε και τον παλιό γιαπωνέζικο σινεμά, για να μην θυμηθώ τις εναλλακτικές σκηνές, δέχτηκε να επιστρέψει. Ρώτησε λοιπόν πως το καλό εάν δεν τα καψαλίσουμε τα κοτόπουλα θα βγάλουμε τις τρίχες. «Με αυτό!» αναφώνησε, περιχαρής για τη νίκη του, ο σεφ. «Τι αυτό;» είπαμε και οι οκτώ που ήμασταν εκεί και πλησιάσαμε πιο κοντά για να το δούμε. Γιατί τώρα που τα ξαναθυμάμαι πολλούς μύωπες είχε ο Ρήγας Νομικής εκείνα τα χρόνια. Γενικώς και ειδικώς. Και τότε παρουσιάστηκε μπροστά μας η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο. Δυο ωραιότατα τσιμπιδάκια φρυδιών. Γιατί ξέχασα να σας πω ότι ο Αλέξανδρος προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει στα κοτόπουλα, έτσι για να μην είναι ο Αντώνης μόνος του. «Ξεκίνατε, είπε ο κινέζος να βγάζετε τις τρίχες, ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΡΙΧΕΣ». Και πιστέψτε με έβγαλαν όλες τις τρίχες, αφού κάθε κοτόπουλο που τελείωναν περνούσε από εξονυχιστικό έλεγχο και εάν του είχε μείνει καμιά τρίχα επέστρεφε προς αποκατάσταση. Όταν ο Αντώνης και ο Αλέξανδρος τελείωσαν και με τα 300 κοτόπουλα, για να μην ακούω αηδίες για υπερπαραγωγές τριακόσιους του Λεωνίδα κ.λ.π., αυτό ήταν υπερπαραγωγή ή όπως είπε και ο Αντώνης κλαίγοντας πάνω στον ώμο του Αλέξανδρου «όλα τα περίμενα ότι θα γίνω με πτυχίο από τη νομική, αλλά αισθητικός σε κοτόπουλα ποτέ»….......Βέβαια, πέρα από το υπαρξιακό, με αυτούς τα πράγματα ήταν καλύτερα, καθότι όσο και να πεις ελάχιστοι παρατηρούσαν ότι είχαν από ένα τσιμπιδάκι φρυδιών ο καθένας κολλημένο στα χέρια του και ήταν και από τους πρώτους που έμαθαν να τρώνε με ξυλάκια, όταν βέβαια ξεφορτώθηκαν τα τσιμπιδάκια. Όσο και να πεις τα ξυλάκια μπροστά στο να τρως με τσιμπιδάκια φρυδιών είναι παιχνίδι.
Συνεχίζεται (η επόμενη μέρα)
Κυριακή 25 Μαρτίου 2007
O tempora o mores!
Ήταν θυμάμαι τρία χρόνια μετά όταν ήρθε μια φουρνιά που έμοιαζε να διαφέρει από τις άλλες. Έχοντας από την πλευρά της Ενότητας τη καθοδήγηση των πρωτοετών, είχα αυτό της μαμάς και του χαζοχαρούμενου βλέπετε, θυμάμαι ότι ξεκίνησα να τους μιλάω για αυτό που εκείνο τον καιρό μας βασανίζεσαι ως αριστερούς άνθρωπους και μέλλοντες δικηγόρους, μιας και σκοπεύαμε να προχωρήσουμε και σε κατάληψη της σχολής για αυτό. Ήταν μια πρόταση που κατέβαζαν οι δικηγορικοί σύλλογοι περί μείωσης της ποιότητας και βελτίωσης της ποσότητας των δικηγόρων, όπου προαπαιτούμενα ήταν πτυχία από 7 και πάνω και μια εξεταστική διαδικασία στην οποία η αποτυχία κάποιου σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δικηγόρος. Αφού είπα το πόνο μου ως όφειλα περίμενα να ακούσω τι θα μου λέγανε. Ένας σήκωσε το χέρι του και με ρώτησε τι έτος είμαι. «Στο τρίτο» του είπα. «Ωραία, μου είπε, μπορείς να μου πεις ποιο είναι το βιβλίο των Αρχών του Αστικού;» Αρχή χρονιάς από τη μία, εγώ και η εκπαιδευτική διαδικασία όχι και οι καλύτεροι φίλοι από την άλλη, του είπα ότι το έχω πάρει αλλά δεν ξέρω ποιο είναι. Τον είδα ότι μαζεύτηκε το ίδιο και οι περισσότεροι που ήταν εκεί. Ρώτησα: «Συγνώμη ρε παιδιά τι τρέχει με το βιβλίο των Αρχών;» Είπε πάλι το καλό παιδί. «Μας είπαν ότι είναι από τα πιο δύσκολα μαθήματα και θέλουμε να το αρχίσουμε από φέτος». «Καλά λέω την επόμενη φορά θα μαζέψω πληροφορίες και θα σας πω. Τώρα να συνεχίσουμε τη κουβέντα για το θέμα της άσκησης». Μη τα πολυλογώ γρήγορα κατάλαβα ότι κανένα από τα παιδιά που ήταν εκεί δεν τα αφορούσε αυτή η ιστορία, αφού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι είχαν λύσει το πρόβλημα της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, άσε που θεωρούσαν το 7 ένα απλά ικανοποιητικό βαθμό για να πάρει κανείς το πτυχίο του. Το τι «άμα γράψω κάτω από οκτώ κόψτε με» υπέγραφε τα γραπτά στις εξετάσεις έκτοτε δε λέγεται. Εμείς το 8 το χρησιμοποιούσαμε μόνο για δικαιολογίες του στυλ «έχω οκτώ αδελφές να παντρέψω περάστε με», τέλος πάντων δεν είναι αυτό το θέμα μας. Εγώ και εκείνη η χρονιά πήραμε συναινετικό διαζύγιο, αφού εγώ δήλωσα ότι δεν ξαναπαίρνω πρωτοετείς, οι δε πρωτοετείς είπανε «τι μας στείλατε κάποιον που δε ξέρει τα μαθήματα της σχολής». Αμοιβαία η εκτίμηση μωρό μου που λένε ένα πράγμα. Άντεξα δύο χρόνια ακόμα στη Νομική, μετά τη παράτησα και ησύχασα. Κατέβαινα πια στις εκλογές να ψηφίσω, τα πράγματα στο κόμμα πήγαιναν κατά διαόλου, οι τάσεις μας τραβάγαμε δεξιά και αριστερά, μια η πάλη μέσα στους θεσμούς, μια η πάλη έξω από τους θεσμούς, μια μέσα στα όργανα, μια έξω από τα όργανα, μια να γίνουμε κόμμα εξουσίας, μια ο Κύρκος με τη φυσαρμόνικα, βρήκα και το Γιώργο τον ερωτεύτηκα είπα ένα αϊ σιχτίρ και έμεινα σπίτι να ζω τον έρωτα μου και να μαγειρεύω. Το '86 ήρθαν και με βρήκαν και μου είπαν ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη δεύτερη έδρα (μέχρι τότε παίρναμε δύο έδρες στο Δ.Σ). Κατέβηκα στη συνέλευση. Ρώτησα «που είμαστε εμείς ρε παιδιά;» «Εκεί, μου είπαν, κάτω από τη ΔΑΠ. Έλα έχουμε συνάντηση πριν τη συνέλευση». Οι περισσότεροι παλιοί είχαν φύγει, όχι για να μαγειρέψουν όπως εγώ, κανονικά με πτυχίο, το πάνω χέρι πια το είχαν οι νέοι μαζί και τα παιδιά εκείνης της χρονιάς που περιέγραψα. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγινε θυμάμαι ότι σε κάποια φάση μου έκανε εντύπωση η εμμονή των πρωτοετών στην έννοια προοδευτικός σε σημείο παρεξηγήσεως του στυλ «ποιος είπες προοδευτικό ρε;» Και αυτό έκανα, παρεξηγήθηκα. Είπα «παιδιά τι προοδευτικοί και αηδίες αριστεροί είμαστε τι φιλελεύθερες μπούρδες είναι αυτές;» Ποιος είδε τους πρωτοετείς και δεν τους φοβήθηκε. Τι θα χάσουμε τους ψηφοφόρους μας άκουσα, Τι ότι ο όρος αριστερός αριστερά, αριστερό λειτουργεί ανασταλτικά και φοβίζει άκουσα, τι θα έχουν πρόβλημα άκουσα, μόνο ότι φοβούνται μην τους συλλάβουν δεν άκουσα. Ότι τα πήρα τα πήρα, αλλά είχα υποσχεθεί και γαύρο στους άντρες μου και μεζέ για ουζάκι, είχα βαρεθεί κιόλας, ο έρωτας είχε αμβλύνει τη τάση σφαλιαρίσματος που είχα παλιά, είπα «άντε να επιστρέψουμε στη ρημαδοσυνέλευση να ησυχάσουμε να γυρίσω σπίτι», είχα ξεχάσει να αγοράσω και μαϊντανό και όσο να ναι γαύρος στο φούρνο χωρίς φρεσκοκομμένο μαϊντανό δε λέει και γυρίσαμε στη συνέλευση. Σοφή κίνηση. Μια χαρά ψήφιζαν οι χαρές μου, προοδευτικά και ανώδυνα έως πολιτισμένα και έτσι την έκανα πολύ νωρίτερα από ότι υπολόγιζα και όχι μόνο έφτιαξα γαύρο αλλά και γαρίδες σαγανάκι, χωρίς φέτα τις μισές, γιατί εγώ τις τρώω χωρίς φέτα. Καλαμαράκια δε τηγάνισα, αλλά ο λόγος που δεν έφτιαξα αρκεί να αποτελέσει από μόνος του θέμα για άλλο ποστ και με την ανομβρία έμπνευσης που έχει πέσει δε λέει να τον κάψω. Δε ξαναγύρισα στη σχολή στη κυριολεξία όμως. Ψέματα γύρισα για την ορκωμοσία του Γιώργου από όπου έχω και τη σχετική φωτογραφία. Η ώρα της δικής μου ορκωμοσίας δεν έχει έρθει ούτε αυτή ακόμα, αλλά και αυτό είναι σαν τα καλαμαράκια, θέμα για άλλο ποστ.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Δε ξέρω γιατί, αλλά τα θυμήθηκα διαβάζοντας το κείμενο περί απαξίωσης των Ελλήνων πολιτών που κυκλοφορεί αυτό τον καιρό στη μπλογκόσφαιρα.
Σάββατο 24 Μαρτίου 2007
Είμαι μάνα εγώ;
Μπήκε τρέχοντας χωρίς να χαιρετήσει για να γυρίσει μετά από λίγο φορώντας τις πυτζάμες της και κρατώντας στο ένα χέρι το παντελόνι που φορούσε στο πάρτι και στο άλλο ένα χαρτί. Το παντελόνι ήταν σκισμένο, το χαρτί ήταν διπλωμένο. Το παντελόνι της σκίστηκε ενώ έπαιζε ξύλο με ένα σάκο μποξ στον παιδότοπο, ή τουλάχιστον έτσι είπε μετά από εξονυχιστική ανάκριση, όπου για να καταλήξουμε στην πιο πιθανή χρειάστηκε να εξαντλήσει όλη της τη φαντασία. Μεταξύ μας ακόμα δεν ξέρουμε τι ακριβώς έγινε, αλλά μαζί με τη φαντασία της εξαντλήθηκαν και οι αντοχές μας. Είναι περίεργο αλλά μου στοίχισε που σκίστηκε αυτό το παντελόνι. Το είχαμε πάρει στη Νερίνα όταν ήταν 4 χρονών, τζίν κεντημένο με παράξενα λουλούδια. Η Νάσια είχε διαλέξει ένα ζευγάρι ροζ κεντημένες παντοφλίτσες, τις οποίες φρόντισε να τις δείξει σε όποιον βρήκε μπροστά της στην Ερμού. Κάτι σε εικαστικό δρώμενο είχαμε καταντήσει. Ακόμα και ο καλός άνθρωπος, που κάνει το αγαλματάκι που έλεγε η Νερίνα, για μια στιγμή έχασε την αυτοσυγκέντρωση του και θαύμασε το ποδαράκι με τη ροζ παντόφλα που αυθάδικα τεντώθηκε μπροστά του. Είναι περίεργο το πόσα πράγματα θυμάται κανείς και αφορούν σε γεγονότα που δεν σηματοδότησαν τίποτα. Το παθαίνω συχνά από όταν ήρθαν στη ζωή μου. Ξεχνώ σημαντικά πράγματα, αλλά ότι έχει σχέση μ' αυτές ανεξάρτητα έντασης ή σημασίας αρκεί μια τόση δα αφορμή για να τα θυμηθώ. Και μετά μου έδωσε ένα απο τα γνωστά χαρτάκια της διπλωμένο με προσοχή. "Για σένα" μου είπε. "Εσύ να μην το δεις" είπε στον πατέρα της και ένοιωσα η χειρότερη στρίγγλα του κόσμου......
Ποτέ την Κυριακή
Ως εκ τούτου το πρόβλημα το έχουν οι Ιταλοί, Ελβετοί, οι κάτοικοι των Γρεβενών και λοιποί βόρειοι λαοί, στις χώρες των οποίων χιονίζει καλοκαιριάτικα.
Εμείς ως συλλογικό blog που είμαστε τη Κυριακή θα πάμε όλοι μαζί για μπάνιο στη θάλασσα ως άλλες Ίλια και βάλε!!!!
Ουγκ και πάλι Ουγκ και βαρύς μου φαίνεται φέτος ο καπνός της πίπας.
Επίσης με βάση το γεγονός ότι οι πορτοκαλιές γύρω μου ανθίζουν μέσα στο κατακαλόκαιρο, δύο τινά ισχύουν:
1/ Ή ότι αυτά περί καταστροφής του περιβάλλοντος, φαινόμενου του Θερμοκηπίου κ.λ.π ισχύουν,
2/ Ή όντως βαρύς έπεσε και σ’ αυτές ο καπνός της πίπας του αρχηγού που έλεγα παραπάνω.
Εγώ πάντως προς τη δεύτερη τείνω….
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007
Πρωινό ξύπνημα
Καλημέρα. Σήμερα η μέρα μάλλον ψηφίζει Άνοιξη. Χθες πάντως ψήφισε Καλοκαίρι δαγκωτό. Εάν δε πιστέψουμε τους μετεωρολόγους η πρόθεση ψήφου της για αύριο είναι Χειμώνας ή έστω Συνασπισμός (Φθινόπωρο-Χειμώνας- Άνοιξη και ένα μήνας συνεργαζόμενος από το Καλοκαίρι). Εγώ πάλι λέω "κόψτο το ρημάδι να ησυχάσουμε"!!!!
Παρασκευή 16 Μαρτίου 2007
Και αν αλλάξαμε λόγια βαριά

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2007
Εγώ τώρα πρέπει να ανησυχώ;
Τετάρτη 14 Μαρτίου 2007
Πρωινό ξύπνημα
Τρίτη 13 Μαρτίου 2007
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2007
εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα
Thn elegan Helen, Ellhnoamerikana, theia ths manas mu. Mas episkeptotan sxetika syxna mexri ta mesa ths dekaetias tou 80. Htan idioktitria gnostou kosmimatopoliou ths Neas Yorkhs. Ezise plousia ke entona, gnorise diasimotites ke galazoematus, arnithike ton gamo pismatika, “it wasn’t my thing” elege. Gia mena, to megalytero ths epiteugma htan to oti den eixe parei pote ton eauto ths sta sovara.
Thn thimame ntimenh me ta aerina ta emprime foremata ths, eixe perasei ta evdominta, to aristero ths xeri htan gemato ametrita lepta vraxiolia, sto afti eixe panta ena louloudi, me safh protomish ston ivisko.
Apo ta ksaderfia mu ksexorize tyo. Thn Kikh pu koritsi mikro tote elege sthn Helen anekdota me asemno pariexomeno, ta opia h teleutea apolamvane idieteros, ke emena. O logos ths simpathias ths pros to prosopo mu paramenei ena mistirio, isos to ekane apo lipish. Ke esy an me evlepes agaphte anagnosta tha me liposun. Ypervaros, afirimenos ke ntimenos san sintaksiuxos.
H Helen ezise thiellodeis desmous. O teleuteos htan me ena Kyprio fitith pu spudaze sthn Nea Yorkh. Otan o nearos autos epestrepse sto nisi, enkatelipse aprosmena ta enkosmia ke klistike se monastiri. Otan to emathe h Helen sinklonistike, mesa se liges meres vrethike sthn Kypro. Hthele pasi thisia na ton dei gia mia teleutea fora, kati san “teleuteon aspasmon” as pume. Den eixe skopo oute na ton metapisei oute na tou zhthsei eksigiseis.
Htan apogeuma Pempths. O pateras mu odiguse, sth thesh tu sinodigou h Helen, sto piso kathisma ego. H Helen foruse ena mavro forema, kokkino kapelo ke kratuse mia megalh dermatinh tsanta, ta matia ths kaliptontan apo kati terastia gialia hliou. Meta apo 2 peripou ores ftasame sto monastiri. Zhthse na dei ton sinkekrimeno monaxo pu molis thn antikrise ekane metavolh ke xathike. Arnithike na ths milisei, arnithike akomh ke na tin kitaksei. Den ton adiko, etsi ofile ke etsi eprakse. Den amfisvito thn orthotita ths prakshs tu, aporripto omos thn sklirotita ths.
Thn eida ligo argotera kathismenh sto arxontariki, eixe vgalei ta gialia hliou, eixe gyrei to kefali sto maksilari mias misofthermenhs polythronas ke eklege me ligmous. Hmhn tote 8 eton. Thn eikona auth den prokite na thn ksexaso pote. Den vlepeis syxna mia hlikiomenh gyneka na odirete gia enan atyxh erota klismeno se monastiri.
Sthn epistrofh den eipe leksh. Thimotan, siopuse ke eklege. Den skoupize ta dakria ths, pios o logos afu akoluthusan alla ki alla…
Auth htan h teleutea episkepsh ths sto nisi. Akoluthise h ypotroph ths asthenias ths. Pethane thn Anoiksh tu 1991 sto diamerisma ths.
Hrthe tis proalles sto domatio mu. Kontostathike sthn porta. Foruse ena aerino forema me laxouria, sto kefali ths lampirizan dekades mikra diamantia. “H zoh einai gia na thn zoume honey” eipe glykopikra. Epita proxorise pros to krevati mu, evgale ton yvisko apo to afti ke ton apothese sto maksilari to keno. Meta apoxorise, pliris hmeron.
To domatio kratise ligo apo to fos pu eksepempe h tiara ths. Fos ilaron.
Ystera xarakse h mera.
Υ.Γ. 1.
Ζήτησα να μου επιτρέψουν να αναδημοσιεύσω τα κείμενα που για τη γέννηση τους οι λέξεις μου υπήρξαν η αφορμή. Ο "mhxeirotera" ήταν o pemptos που δέχτηκε. Υ.Γ.2. Διευκρινίζω για όσους δεν ξέρουν το παιχνίδι των πέντε λέξεων ότι το παραπάνω κείμενο δεν έχει γραφεί απο εμένα, εγώ απλά έδωσα τις πέντε λέξεις και ζήτησα από τoν "mhxeirotera" να γράψει ένα κείμενο που να περιέχει αυτές τις λέξεις. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν το κείμενο που διαβάσατε.
εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα
που ‘χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει…» «Σαράντα βαθμοί έξω και τον Καζαντζίδη στο ραδιόφωνο, γαμώ την τύχη μου…», σκέφτηκε κι έριξε μια ακόμα κλεφτή ματιά στο ταξίμετρο να δει τι είχε γράψει μέχρι τώρα. Τα αυτοκίνητα δεν προχωρούσαν καθόλου. Μέσα σε ένα τέταρτο είχαν διανύσει 100 μέτρα… Και το ταξί σκυλοβρομούσε… Άνοιξε τέρμα και το άλλο παράθυρο, για να μπει λίγο αέρας.
εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα
Ι.
ΙΙ.
Σιωπούσε η Κοκκόνα, περνούσαν τα χρόνια. Μεγάλωσε κι η βερυκοκιά στην αυλή της γιαγιάς τόσο που να κρατάει ένα κοριτσάκι μικρό να κάνει κούνια, αλλά άργησε και το κοριτσάκι είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Αραίωσαν οι επισκέψεις στο χωριό, ανέβηκαν τοίχοι, κατέβηκαν τοίχοι, βάφτηκαν άλλα χρώματα οι πόρτες, τα μαλλιά της, το γύρω-γύρω απ’ τα μάτια της – μόνο τα μάτια της Κοκκόνας έμεναν ίδια κι ας είχε να τη δει χρόνια. Να τη δει και τι να καταλάβει; Από μνήμη τα πήγαινε πολύ καλά, πιο καλά απ’ όσο ήθελε, θυμόταν το κάθε κύμμα στο χαρτί πίσω απ’ το νέο – πάλιωσε πια κι αυτό – τζάμι, τα γενέθλια όλων όσων την είχαν ξεχάσει, τα τηλέφωνα που δεν την καλούσαν πια, τα ονόματα που έδινε στα ποδήλατά της, στ’ αμάξια των γονιών της, τις λακούβες στο δρόμο για την Ολυμπιάδα πριν φτιάξουν το νέο δρόμο, τα χρώματα στο καβούκι μιας χελώνας που τάιζε κάποτε, όλα τα μάτια σαν της Κοκκόνας... Ανάμεσα στ’ άλλα παιδιά πάντα την ταλαιπωρούσε η μνήμη. Όλα ξεχνούσαν εύκολα, γρήγορα. Ανάμεσα στις άλλες γυναίκες δεν έψαξε καν να συγκρίνει τι και πώς.
Κάποτε ζωγράφισε μια γύψινη μάσκα ίδια με την Κοκκόνα και τη φόρεσε σε κάποιον, αλλ’ αυτός δεν άντεξε να μένει ανέκφραστος κάτω απ’ το βάρος της, κι έτσι έπεσε. Μιαν άλλη φορά νόμισε πως είδε την Κοκκόνα στο δρόμο και πως θα περπατούσε δίπλα της όσο υπήρχε μουσική.
ΙΙΙ.
Τώρα κοιτάζει στον καθρέφτη και βλέπει την Ωραία Ελένη και την Κοκκόνα να την κοιτούν άπιαστες πίσω απ’ τα τζάμια τους, και πατά πάνω στη θάλασσα, και φορά τριαντάφυλλο στα μαλλιά, τ’ αλλάζει κάθε που μαραίνεται. Θαρρεί πως βουλιάζει, πως τα μαύρα φύκια της γλείφουν τα πόδια – αρπάζει τη μάσκα που επιπλέει στα νερά πριν βουλιάξει και την κολλάει βίαια στο πρόσωπό της. Κλείνει τα μάτια. Κλείνει τ’ αυτιά. Η Κοκκόνα τραγουδάει. Λαα-σοολ-λαα-μιι... Η Κοκκόνα χαμογελάει. Λαα-σοολ-λαα-μιι... Δίνει μια γερή στον καθρέφτη. Δε σπάει. Δίνει κι άλλη μια, κι άλλη μια, και δε λέει να σπάσει. Η Κοκκόνα αγγίζει τα χείλη της Ωραίας Ελένης – δεν το βλέπει, μα το ξέρει. Συνεχίζει να χτυπάει τον καθρέφτη με μανία. «Φύγε», φωνάζει. «Φύγε, φύγε πια – ΦΥΓΕ!». Η Κοκκόνα χαϊδεύει τα μαλλιά-βελούδο κι η Ωραία Ελένη κοιτάζει τα λίγο υγρά-λίγο αυστηρά μάτια γαληνεμένη. Δεν το βλέπει, μα το ξέρει. «ΦΥΓΕ!» Η Κοκκόνα έχει φτερά που στάζουν πορτοκαλάδα και ήλιο. Η Ωραία Ελένη τ’ αγγίζει και γλύφει τα δάκτυλά της μεθυσμένη. Η μικρή που δεν ήθελε να μεγαλώσει κρατάει με τό ‘να χέρι τη μάσκα, και με τ’ άλλο χτυπάει τον καθρέφτη ρυθμικά. Τάτα τα τάτα τα, τα τα-ά τα, τάτατα τα τα τα. Τα φύκια κουνιούνται και τη χαϊδεύουν. Η Κοκκόνα χαϊδεύει τα μαλλιά-βελούδο και τα φύκια κουνιούνται. Η μικρή πιέζει τη μάσκα στο πρόσωπό της μ’ όλη της τη δύναμη, παίρνει φόρα και πέφτει πάνω στον καθρέφτη. Δε φωνάζει πια. Χτυπιέται στον καθρέφτη ξανά και ξανά. Σφίγγει τα μάτια της να μην ανοίξουν και δουν την Κοκκόνα να φιλά τα χείλη της Ωραίας Ελένης που δεν είναι πια σφιγμένα σε μια γραμμούλα μοναστικής αθωότητας κι έχουν μισανοίξει φιλήδονα, λαίμαργα κι αθώα σαν παιδιού μ’ επιλεκτική μνήμη μικρής διάρκειας μπροστά σε παγωτό σοκολάτα... Όχι, δε θ’ ανοίξει τα μάτια. Μια, δυο, τρεις, χτυπιέται στον καθρέφτη. Πάντα σιχαινόταν τα φύκια κι έτρεμε τη μαύρη θάλασσα. Μια, δυο, πέντε. Ο καθρέφτης λειώνει ξαφνικά λες και του άρεσε ο τελευταίος ρυθμός κι ο αριθμός πέντε, λειώνει σαν πρόθυμο κερί, κερί-παιχνίδι στα χέρια εραστών-κυνηγών της έκστασης υπό τη μορφή της έντασης. Η μικρή που δεν ήθελε να μεγαλώσει βυθίζεται μέσα και τινάζει τα πόδια της να ξεφορτωθεί τις μαύρες σταγόνες και το γλοιώδες γλείψιμο απ’ τα φύκια. Ανοίγει τα χέρια ν’ αγκαλιάσει το λειωμένο καθρέφτη. Στροβιλίζεται μέσα στο ασημένιο υλικό. Η Κοκκόνα φιλά το χέρι της Ωραίας Ελένης αλλ’ αυτή δεν θα το δει, δε θ’ ανοίξει τα μάτια – δε θ’ ανοίξει τα μάτια.
Στροβιλίζεται μέχρι που το ψυχρό κερί ψυχραίνει κι άλλο γύρω της, κι έξαφνα στεριώνει και κοκκαλώνει καθώς μια καμπάνα κάπου μακρυά αναγγέλει ένα γεγονός που δε θα την αγγίξει ποτέ. Όλα είναι πιο μακρυά τώρα. Τα χέρια και τα πόδια της είναι πολύ μακρυά τώρα. Νοιώθει μόνο το πρόσωπό της, το στήθος της, τους ώμους της και τη μάσκα με τα λίγο υγρά - λίγο αυστηρά μάτια. Έχει το τριαντάφυλλο στα μαλλιά της, αλλά δε μαραίνεται πια. Ένα φως σαν ήρεμη μα επιτακτική φωνή αγγίζει με σιγουριά τα μάτια της προστάζοντάς τα ν’ ανοίξουν. Δεν μπορεί ν’ αρνηθεί πια. Η Ωραία Ελένη στέκεται πίσω απ’ την Κοκκόνα και την αγκαλιάζει απ’ τη μέση. Τωρα πια είναι στ’ αλήθεια Ωραία, αλλά δεν έχει σημασία. Η Κοκκόνα βάφει τα χείλη της κοιτάζοντας τον καθρέφτη. Η Κοκκόνα βάφει τα χείλη της κοιτάζοντας την βαθειά στα μάτια. Όλα εκεί έξω γελούν. Η μικρή που δεν ήθελε να μεγαλώσει δεν θα μεγαλώσει ποτέ. Μισανοίγει τα χείλη κι εκπνέει τ’ ακροκέραμο, το εμπάσπερπτώσει και τις αυταπάτες. Ο καθρέφτης θολώνει απ’ το χνώτο και δεν είναι καθρέφτης ποτέ ξανά. Τα μάτια της Κοκκόνας είναι τα πιο όμορφα στον κόσμο. Ο καθρέφτης που δεν είναι πια καθρέφτης έχει όμορφη σκαλιστή κορνίζα, και το πορτραίτο με τη μάσκα μοιάζει ζωντανό – σαν αληθινό.
Υ.Γ. 1. Ζήτησα να μου επιτρέψουν να αναδημοσιεύσω τα κείμενα που για τη γέννηση τους οι λέξεις μου υπήρξαν η αφορμή. Η "αταλάντη" ήταν η τρίτη που δέχτηκε. Υ.Γ.2. Διευκρινίζω για όσους δεν ξέρουν το παιχνίδι των πέντε λέξεων ότι το παραπάνω κείμενο δεν έχει γραφεί απο εμένα, εγώ απλά έδωσα τις πέντε λέξεις και ζήτησα από την "αταλάντη" να γράψει ένα κείμενο που να περιέχει αυτές τις λέξεις. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν το κείμενο που διαβάσατε.
Κυριακή 11 Μαρτίου 2007
εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα
H Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

[Η ιστορία αυτή αξιοποιεί το χαρακτήρα της Wonder Woman, μιας βασικής ηρωίδας των DC Comics, που δεν είναι όμως ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα. Για περισσότερες και πιο ακριβείς πληροφορίες μπορεί ο/η φιλοπεριέργος/η αναγνώστης/τρια να ανατρέξει στην αγγλική Βικιπαιδεία.]















