Σάββατο 25 Αυγούστου 2007

Τα όμορφα χωριά απλά καίγονται


ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΣ ΛΕΩ

....................................



Παρασκευή 17 Αυγούστου 2007

Τα χρέη στο blogging και στα χαρτιά πρέπει να πληρώνονται

Αγαπητέ Μάνο, πρώτα έρχομαι να ζητήσω συγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά σήμερα τελείωσε -λέμε τώρα- το σιδέρωμα. Ζήτησες πέντε ηθοποιούς. Δεν έχω πέντε έχω 1005, αλλά θα παραμείνω πίστη στις προδιαγραφές του παιχνιδιού και θα καταθέσω τους πέντε μου, νοιώθοντας όμως ότι σε ψιλοπαραπλανώ, γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω εύκολα ηθοποιούς από τους ρόλους και ρόλους από τη φωτογραφία, τη μουσική ή τη σκηνοθεσία, με αποτέλεσμα να έχω μια μεγάλη γκάμα "αγαπημένων ηθοποιών" για την ακρίβεια αγαπημένων ρόλων και ταινιών και σκηνοθετών. Π.χ. λατρεύω τον Νίκολσον, αλλά θεωρώ ότι όταν τον σκηνοθέτησε ο Αντονιόννι τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Ή λάτρεψα ας πούμε τον Τσίτσο και Φράνκο στο "Χάος" των Ταβιάννι. Για να μην μακρυγορώ -διότι όπως υπαινικτικά ανέφερα και παραπάνω το σιδέρωμα δεν έχει τελειώσει-, οι πέντε:

....... προφανώς για το σπινθηροβόλο βλέμμα........

...γιατί αυτή η γυναίκα μοιάζει να έχει κληρονομήσει τα καλύτερα γονίδια

της γενιάς της....

......γιατί έχοντας δει σχεδόν όλες τις ταινίες της δεν βρήκα καμία που να μην θέλω να ξαναδώ.......

.........γιατί η ευκολία του να παίζει καταντούσε σκάνδαλο.........

........γιατί η σκηνή από το "Εκβους" που φωνάζει στη γυναίκα να σκάσει ακόμα και μετά από τόσα χρόνια με.....(δεν βρίσκω τη λέξη) το ίδιο.........

Φιλιά από όλους μας σε όλους



Τρίτη 14 Αυγούστου 2007

"Πράγματα"


Μια φορά και ένα καιρό ζούσε σε ένα μικρό, αλλά γρήγορα αναπτυσσόμενο χωριό, ένα μικρό κοριτσάκι, ή τουλάχιστον αυτό του λέγανε ότι είναι, κάθε φορά που ρωτούσε «μα πως είσαστε σίγουροι ότι είμαι κοριτσάκι;». Στην αρχή της είπανε «μα δες έχεις μακριά μαλλιά σαν όλα τα κοριτσάκια, τι άλλο θα μπορούσες να είσαι;» Αυτό για λίγο την έπεισε, αλλά μετά μια μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, όταν παραπονέθηκε στη μαμά της ότι την τρώει το κεφάλι της, εκείνη φώναξε τρομαγμένη «δεν το πιστεύω κόλλησες ψείρες, μάλλον πρέπει να σε κουρέψω» και μεμιάς άρπαξε ένα ψαλίδι και με δύο κινήσεις έκοψε από τη ρίζα τις δύο κοτσίδες της. Έμεινε για λίγο απορημένη να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέπτη με ύφος συλλογισμένο. Κάτι την ενοχλούσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Και μετά κοίταξε τη φωτογραφία πάνω από τον καθρέπτη, εκείνη με τον μπαμπά της μικρό, τόσο όμορφο με τα κοντά ξανθά του μαλλιά. Για μια στιγμή τρόμαξε με την νέα πραγματικότητα που ανοιγότανε μπροστά της. Τέλος. Με μια κίνηση η μαμά της, της άλλαξε όλη τη ζωή. Την έκανε από κοριτσάκι αγοράκι. Δεν ήξερε εάν θα έπρεπε να κλάψει ή εάν θα έπρεπε να γελάσει. Της άρεσε η ζωή σαν κοριτσάκι, μα εξίσου της άρεσε και η ζωή σαν αγοράκι. Όλη μέρα να παίζει μπάλα, κυνηγητό, να σκαρφαλώνει παντού χωρίς να φοβάται ότι θα σκιστεί το φουστανάκι της ή ακόμα χειρότερα εάν θα δουν τα αγόρια το βρακάκι της, που όπως έλεγε και η γιαγιά της η Αργυρώ, ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί σε ένα κοριτσάκι. «Μαμά, μαμά, φώναξε, πως θα πάω σχολείο αύριο;» «Τι εννοείς πώς θα πας;» ρώτησε η μαμά της; «Μα δεν έχω αγορίστικα ρούχα, θα με κοροϊδεύουν τα άλλα αγοράκια εάν θα πάω με κοριτσίστικά ρούχα». «Και γιατί παρακαλώ πρέπει να πας με αγορίστικα ρούχα;», ρώτησε η μαμά της. «Μα μαμά δεν έχω πια μακριά μαλλιά, δεν είμαι κοριτσάκι, είμαι αγοράκι πια». Η μαμά της έβαλε τα γέλια και της είπε ότι τα αγοράκια διαφέρουν και σε άλλα "πράγματα" από τα κοριτσάκια και αυτά τα άλλα "πράγματα" που είχε αυτή ήταν και αυτά που την έκαναν κοριτσάκι. «Άλλα «πράγματα», δηλαδή;» ρώτησε απορημένη. Δεν γίνεται να τα κόψουμε και αυτά;», γιατί είχε αρχίσει να της καλαρέσει η ιδέα να γίνει αγοράκι. «Όχι χαρά μου, της είπε η μαμά της, δεν γίνεται, βλέπεις τα αγοράκια και τα κοριτσάκια δεν γίνονται γεννιώνται έτσι (παραμύθι είναι μην μου την πέσετε)». «Δεν έχουν όνομα αυτά τα πράγματα», ξαναρώτησε. «Όταν έρθει το καλοκαίρι για διακοπές η κυρία Ισμήνη θα σου εξηγήσει», της είπε η μαμά.

Η κυρία Ισμήνη ήταν μια φίλη της μαμάς, γιατρός και κάθε καλοκαίρι με το που ερχόταν την εξέταζε προσεκτικά και για ώρα και μετά της έδινε το δώρο της. Κάθε καλοκαίρι το ίδιο μα και διαφορετικό. Ένα μπουκάλι που κάθε φορά φώλιαζε και κάτι διαφορετικό μέσα του. Πότε ένα καράβι, πότε ένας κήπος, πότε ένα παλιό κομμάτι χαρτί με περίεργα γράμματα πάνω του, περγαμηνή, της την είπε, με χαϊκού μέσα του, πότε ένα μικρό αστείο κούκλο τόσο δα μικρό. «Μην τα σπάσεις, της έλεγε, παρά μόνο όταν θα είσαι σίγουρη ότι θα θες να ελευθερώσεις αυτά που είναι κλεισμένα μέσα τους, μέχρι τότε φύλαξε τα». «Και πότε θα ξέρω πότε θα είναι η σωστή στιγμή;» «Θα την ξέρεις, της απαντούσε χαμογελώντας. Πάντα ξέρουμε πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για αυτά τα πράγματα». Να την πάλι αυτή η λέξη «πράγματα». «Και ποια είναι αυτά τα πράγματα;», ρωτούσε. «Κάποια θα τα ανακαλύψεις μόνη σου, κάποια θα στα μάθουν άλλοι, κάποια τα έχεις μέσα σου και όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή θα τα συναντήσεις». «Και ποιοι είναι αυτοί που θα μάθουν κάποια από αυτά;», ρωτούσε ελπίζοντας ότι εάν τους ήξερε θα μπορούσε να τους βρει και να τους ρωτήσεις, γιατί εκτός που μαζευόντουσαν ήδη επικίνδυνα πολλά «πράγματα», δεν άντεχε να περιμένει για τίποτα, ούτε καν για ένα μαλλί της γριάς στο πανηγύρι του χωριού. «Μην ανησυχείς τα μπουκάλια θα σε πάνε σε αυτούς όταν έρθει η κατάλληλη ώρα». «Πως θα με πάνε αφού θα τα έχω σπάσει;», ρωτούσε. «Και να μην τα σπάσω πως θα μπορούσα να χωρέσω εγώ μέσα τους;» «Το θέμα είναι να χωράνε τα «πράγματα» μέσα τους, της απαντούσε, όπου χωράνε τα «πράγματα» χωράς και εσύ» και με μια κίνηση την έπιανε αγκαλιά και την έβγαζε στην αυλή. «Πήγαινε να παίξεις τώρα, να και αυτό, είναι και αυτό ένα από τα «πράγματα» που λέμε». «Εάν είναι ένα από τα «πράγματα», τότε που είναι το μπουκάλι του;» τη ρωτούσε. «Είναι κάποια πράγματα που το μπουκάλι τους είσαι εσύ η ίδια», της απαντούσε γελώντας δυνατά. Αυτή μπουκάλι; Μα αυτή ήταν κοριτσάκι, πως ήταν δυνατόν να είναι και μπουκάλι; Και στο κάτω κάτω δεν έμοιαζε σε τίποτα με μπουκάλι. Τα μπουκάλια ήταν διάφανα. Όταν κοιτούσε έβλεπε από μέσα τους τα πάντα, λίγο περίεργα βέβαια, παραμορφωμένα, αλλά τα έβλεπε. Αυτή δεν ήταν διάφανη. «Μα εγώ δεν είμαι διάφανη σαν μπουκάλι», της έλεγε. «Νομίζεις Ρουρού μου, της απαντούσε, γιατί έτσι τη φώναζε, «Ρουρού η νεράιδα του νερού», όλα τα παιδιά της ηλικίας σου είναι διάφανα μονάχα που δεν το ξέρουν». «Μα και εγώ τώρα που το έμαθα δεν το βλέπω», της απαντούσε. «Αυτό χαρά μου δεν το βλέπεις, το νοιώθεις». Νοιώθεις ότι είσαι διάφανος, μα πως μπορεί να νοιώσει κανείς κάτι τέτοιο; «Τέλος χρόνου Ρουρού», της έλεγε γελώντας πια δυνατά και της έβαζε στο στόμα ένα από εκείνα τα μικρά στρόγγυλα σοκολατάκια με τις νιφάδες χιονιού γύρω του. «Ινδοκάρυδο είναι», της έλεγε η μαμά της, αλλά εκείνης της άρεσε να τις σκέφτεται σαν νιφάδες χιονιού. Άλλωστε αυτό ήταν το μόνο που είχε βρει να μοιάζει με χιόνι. Βλέπετε στο μικρό αλλά γρήγορα αναπτυσσόμενο χωριό της, δεν χιόνιζε, αλλά ούτε και είχε χιονίσει ποτέ.

Έτσι η Ρουρού αποφάσισε να περιμένει μέχρι το καλοκαίρι που θα ερχόταν η κυρία Ισμήνη, για να μάθει ποια ήταν επιτέλους αυτά τα πράγματα που της είπε η μαμά της και που την έκαναν πέρα από κάθε αμφιβολία κοριτσάκι. Για σιγουριά και επειδή το έχουμε ξαναπεί ότι ήταν ένα περίεργο και ανυπόμονο κοριτσάκι –γιατί το είχε αποφασίσει μέχρι να έρθει η κυρία Ισμήνη θα παρέμενε κοριτσάκι- κοίταζε τα μπουκάλια στη βιβλιοθήκη μήπως και μπορούσαν να της απαντήσουν αυτά, αλλά όσο και να ρώτησε αυτά παρέμειναν σιωπηλά, τόσο σιωπηλά όσο διάφανα ήταν. «Και εάν είναι από αυτά που τα έχω μέσα μου;» σκέφθηκε. Και προσπάθησε να δει μέσα της. Μα όσο και να προσπάθησε δεν κατάφερε τίποτα. «Το καλοκαίρι, σκέφθηκε, τότε θα μάθω σίγουρα, αφού το είπε η μαμά, έτσι θα γίνει».

Ξαναγύρισε στο δωμάτιο της και έκατσε στο γραφείο της να τελειώσει τα μαθήματα της, γιατί είχε πια βραδιάσει για καλά. «Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ» διάβασε δυνατά, όταν ξαφνικά ένοιωσε σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μια μυρωδιά βασιλικού και θάλασσας μαζί σαν να ήρθε στη μύτη της. Κοίταξε παραξενευμένη γύρω της. Το παράθυρο της ήταν κλειστό και όλα στο δωμάτιο της είχαν ξαναγίνει όπως πριν. Μονάχα ένα μπουκάλι, αυτό με την περγαμηνή με τα χαϊκού, έμοιαζε σαν να είχε λίγο μετακινηθεί από τη βάση του. «Σωτηρία, το φαγητό είναι έτοιμο, άκουσε τη μαμά της να φωνάζει, τελείωνε και έλα να φας, έχω κέικ με ινδοκάρυδο για γλυκό μετά το φαγητό». «Γλυκό με χιόνι, γλυκό με χιόνι», φώναξε και έτρεξε γρήγορα στην κουζίνα. «Ινδοκάρυδο είναι, Σωτηρία μου» της είπε γελώντας η μαμά της. «Νομίζεις μαμά εγώ ξέρω ότι είναι χιόνι». «Μπα και πως το ξέρεις;». «Εμείς τα παιδιά τα ξέρουμε αυτά τα «πράγματα» μαμά» της απάντησε γελώντας δυνατά, «άλλωστε, όταν έρθει η κυρία Ισμήνη μπορείς να τη ρωτήσεις και να δεις που θα σου πει ότι έχω δίκιο».

Γύρισε στο δωμάτιο της χορτασμένη, κρατώντας στη χούφτα της λίγο από το "χιόνι" της και τότε θυμήθηκε το μπουκάλι με την περγαμηνή με τα χαϊκού. "Λες;" σκέφθηκε και στάθηκε για λίγο να το κοιτάει. Δεν ήταν ιδέα της το μπουκάλι έμοιαζε να έχει γείρει λίγο στη βάση του κι όμως όταν το άγγιζε έστεκε το ίδιο ακούνητο με πριν, λες και αυτή η καινούργια του θέση ήταν η σωστή. Αυτή της η διαπίστωση όμως δεν της έλυσε το πρόβλημα. Για ποιό λόγο και πως το μπουκάλι μετακινήθηκε από τη θέση του; Και γιατί όταν έβαλε τα βιβλία στη τσάντα του σχολείου της, αυτά ακόμα μύριζαν βασιλικό και θάλασσα μαζί; "Αύριο, σκέφθηκε, θα το σκεφτώ καλύτερα". Άλλωστε νύσταζε πάρα πολύ. Ξάπλωσε την ώρα που η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο της να την καληνυχτίσει. "Θες να σου πω το ποίημά μου;" τη ρώτησε. Και χωρίς να περιμένει απάντηση άρχισε να απαγγέλει νυσταγμένα "Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου........". Κάπου εκεί τη πήρε ο ύπνος, με το γενναριάτικο φεγγάρι να φωτίζει το πρόσωπό της. Στη βιβλιοθήκη τώρα, το μπουκάλι με την περγαμηνή με τα χαϊκού αποχαιρετούσε τα άλλα μπουκάλια και ξεκινούσε το ταξίδι του.....

Μάλλον συνεχίζεται

πρωινό ξύπνημα





Καλημέρα σε όλους σας.

Πολλά πολλά φιλιά στη Ραφαηλία, το βλαστάρι της Μαριλένας, που αναρρώνει από μια "αροστηα". Διατήρησα την ορθογραφία της λέξης, γιατί πάντα πίστευα ότι η αρρώστια ενός παιδιού, όσο απλή και να είναι, δεν αποτελεί παρά μια ανορθογραφία. Ευτυχώς όπως μαθαίνω, συνηγορούντος και του ότι η Ραφαηλία είναι "χορτοφάγος", η γαστρεντερίτιδα την έκανε με μικρά πηδηματάκια.

Αυτό τον καιρό η οικογένεια ζει την απόλυτη παραφροσύνη, ζώντας σε ρυθμούς άρρυθμους και αρκούντως εξοντωτικούς. Ναι, καλά το καταλάβετε: παιδιά τέσσερα, ενήλικες τρεις, γάτος ένας, σκυλί ένα, χελώνες δύο. Ακόμα και ένα καναρίνι, που το βρήκαμε στο μπαλκόνι μας πεινασμένο και αδύναμο, αφού πήρε δυνάμεις, την έκανε, θεωρώντας ότι ο κόσμος έξω από το σπίτι μας είναι προτιμότερος και σαφώς ευκολότερος και έτσι μας έμεινε το κλουβί και η τροφή που του αγοράσαμε (όποιος ενδιαφέρεται ας μου στείλει mail να του τα στείλω).

Ναι και αυτό καλά το καταλάβατε: Ακόμα δεν έχω τελειώσει το σιδέρωμα. Αυτή τη σχέση σιδερώματος και διαταραγμένης ψυχικής γαλήνης που με διακατέχει πρέπει να τη ψάξω, αλλά πάλι με τόσο σίδερο, πότε να προλάβω....

Α! Just καλώς μου το.

N. Ago εγώ ευχαριστώ που μου επέτρεψες να συμμετάσχω σε αυτή την ιστορία.

Μάνο δεν ξέχασα, αλλά έκανα τάμα: άμα δεν τελειώσω το σίδερο παιχνίδια και άλλα συναφή χαλαρωτικά δεν έχει..

Μουσική επένδυση (κατάλληλη για σίδερο και όχι μόνο)

* Ως συνήθως η μουσική σε αυτό το blog ανήκει στην κατηγορία "τρεις λαλούν και εμείς χορεύουμε". (Πάλι καλά που αυτό τον καιρό ο Κασσιανός μάλλον είναι σε διακοπές) .........

Σάββατο 11 Αυγούστου 2007

Πρωινό ξύπνημα



Συμβάλλοντας με τον τρόπο μας, στα όσα τρομακτικά αλλά και τρομοκρατικά (όρα διαφήμιση Greenpeace) ακούγονται γύρω μας, αλλάξαμε το template του blog επαναφέροντας το παλιό, αλλά διαχρονικό πιγκουϊνοtemplate, επισημαίνοντας, ότι άμα δεν βάλουμε μυαλό, πολύ σύντομα θα κολυμπάμε μαζί με πιγκουϊνους, φώκιες, θαλάσσια λιοντάρια και άλλα συμπαθή δίποδα, τετράποδα και άποδα πλάσματα του ζωϊκού βασιλείου.

Από την άλλη και με δεδομένο ότι αγαπημένος μου προορισμός είναι η Παταγωνία, κρατάω μια επιφύλαξη για το πόσο βαριά θα μου πέσει αυτή η προοπτική.........

Καλή μέρα σε όλους και όλες σας

*** Σχολιασμός φωτό: Εμείς πάντως ως οικογένεια το βιολί μας........

Υ.Γ. Σχόλια του στυλ "δεν σου έκατσε το προηγούμενο και από ανάγκη χρησιμοποίησες το παλιό template", θα χαρακτηρισθούν στη χειρότερη περίπτωση εύστοχα......

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2007

...... ξανά στα στέκια τα παλιά ........


Απόψε το βράδυ έκανα ότι κάνω κάθε χρόνο τέτοια μέρα εδώ και δέκα τέσσερα χρόνια, τρία μόνη μου και έντεκα μαζί τους. Έβγαλα το καλό μου φουστάνι, αυτό που φοράω τις σπάνιες φορές που πάω καλοκαίρι εκκλησία, αρκετά λεπτό για να μην ζεσταίνομαι, αρκετά σεμνό για να μην με πάρει στο κυνήγι η μαμά μου, τα ασορτί παπούτσια, τα καλά φουστάνια των παιδιών και τα καλά τους πέδιλα, το γκρι παντελόνι για τον Τάσο με το γαλάζιο λινό πουκάμισο (εντάξει καμιά πρωτοτυπία) τα μαύρα του παπούτσια, τα στοίχησα στο καθιστικό έτσι που το στις 7:00 το πρωί που θα σηκωθούμε να είναι έτοιμα. Αύριο η οικογένεια πάει εκκλησία, σε ένα μνημόσυνο, που εδώ και 14 χρόνια γίνεται ανελλιπώς κάθε χρόνο με τη παρουσία μου στην αρχή και με τον ερχομό τους στη ζωή μου και με την δικιά τους πια. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο χωρίς να μιλάμε, τα παιδιά γιατί ακόμα κοιμούνται όρθια, ο Τάσος και εγώ γιατί έτσι είναι σαν να σπρώχνουμε αυτή τη μέρα να τελειώσει. Είναι μια γρήγορη μέρα αυτή. Τελειώνει μόλις τα παιδιά πάρουν το αντίδωρο από τα χέρια του παππού τους και βγουν από το μικρό μισοσκότεινο εκκλησάκι στην μεγάλη αυλή του μοναστηριού και αρχίσουν να κυνηγιόνται με ένα σμάρι μέλισσες να χορεύουν γύρω τους στη γεμάτη αυλή λουλούδια του μοναστηριού, ανακουφισμένος ο καθένας μας για τους δικούς του λόγους. Ο Τάσος γιατί ήταν εκεί, ένας ώμος ολόκληρος για να ακουμπάω, ακόμα και εάν ξέρει ότι εκείνη τη μέρα τα μάτια μου είναι γεμάτα από ένα άλλο ώμο, ένα ξανθό ώμο, τα παιδιά γιατί είναι σαν να νοιώθουν ότι αυτά και ο πατέρας τους είναι το αντίδοτο σε ένα δηλητήριο που παραλίγο να νεκρώσει και μένα μαζί με όλα τα άλλα που νέκρωσε γύρω μου, στέκονται πειθαρχημένα μπροστά μου με εμένα να ακουμπάω στους ώμους τους, ώμοι τρεις και εγώ εκεί να προσπαθώ να συνθέσω μέσα από ένα δίσκο με σιτάρι τη μορφή του και τη ζωή μου τότε. Όχι δεν είναι μια στιγμή λύπης για το σπίτι μου αυτή, για όλους μας είναι μια στιγμή διεκδίκησης που μέχρι τώρα την κερδίζουμε. Τίποτα δεν πέρασε τίποτα δεν ξεχάστηκε, τίποτα δεν έγινε λιγότερο επώδυνο, αλλά μέσα από όλα αυτά εμείς κατορθώσαμε να βρεθούμε, τέσσερεις ώμοι, το σπίτι μου, το σπίτι μας και εκείνος ο άλλος ο ξανθός ώμος και αυτός κάπου εκεί, σε μια παράλληλη πορεία με τη δικιά μας ίσως, αλλά πάντα εκεί μαζί μου, μέσα μου, χωρίς απελπισία πια, χωρίς θυμό πια, χωρίς αναπάντητα γιατί πια, ένας πόνος πάντα, ανέγγιχτος από το χρόνο και ότι καινούργιο έφερε μαζί του. Και μετά βγαίνουμε στο φως – όπως λένε στα μυθιστορήματα- μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι το να αποφασίσουμε το αν θα πάμε για μπάνιο. Και φτάνουμε στο σπίτι ξαναβάζω τα ρούχα μας στη θέση τους και βγάζω τα μαγιό μας και υποψιάζομαι, χωρίς να είμαι και σίγουρη, ότι αυτό εννοούν όταν λένε ότι η ζωή συνεχίζεται……………

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δεν θα είναι



Κρίση στην οικογένεια ; Μπα !!!!

Η Νάσια ρώτησε γιατί δεν έχει γραφεί βιβλίο με το όνομα της, αφού για τη Νερίνα έχει γραφτεί. Χα, νόμιζε ότι θα μου τη φέρει, αλλά εγώ είχα από καιρό απαντήσει σε αυτό και θριαμβευτικά της έδειξα ένα βιβλίο με τίτλο το όνομα της: "Νάντια" του Μπρετόν.
Το μωρό μου καταχάρηκε και αποφάσισε να το διαβάσει. Τι της είπαμε ότι είναι βαρύ για καλοκαίρι, τι της είπαμε ότι η μετάφραση του Βαλαωρίτη θα της πέσει κομματάκι δυσνόητη, τι της είπαμε ότι πρέπει να γίνει 18 για να μπορέσει να το διαβάσει, αυτή ήταν κάθετη "δεν γράφει από πόσο χρονών πρέπει να είσαι μαμά, άρα μπορώ να το διαβάσω πριν γίνω 18". Εμείς στο σπίτι μας την κατακόρυφο απαγορεύουμε, την ανάγνωση βιβλίων πάλι όχι, οπότε της είπαμε "κάνε ότι θες", επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να βρει άλλο τρόπο να βρίσκει που έχει μείνει. Και εξηγούμαι: Το καλοκαίρι ζητούσε από εμάς να της κρατάμε τη λέξη. Όχι όπως ο άλλος κόσμος που σημαδεύει σελίδα για να ξέρει από που θα συνεχίσει το διάβασμα, αυτή σημαδεύει λέξη. Και ήθελε να την κρατάμε με το δάχτυλο, διότι καθόλου δεν της αρέσει να σημαδεύει βιβλία. Και να πω ότι διάλεγε καμιά περίεργη λέξη; Συνήθως σταμάταγε σε "και". Τέλος πάντων αφού εξασφαλίσαμε ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι υπηρεσίας και αφού απαντήσαμε σε προβληματισμούς του στυλ "μπαμπά τι σημαίνει η λέξη σμοί;",, παραλείποντας το "οραματι" την αφήσαμε ήσυχη. Έχοντας διαβάσει από χθες βράδυ δυο σελίδες και κάτι ψηλά, από τον πρόλογο πάντα, κλήθηκε από τις άλλες τρεις να απαντήσει στο ερώτημα "τι λέει το βιβλίο μέχρι τώρα;". Για μια στιγμή μου κόπηκε η ανάσα. "Έχει γούστο, σκέφθηκα, να θυμάται τι διάβασε". Όχι δεν θυμόταν τι διάβασε, ουφ, αλλά όπως εξήγησε, έφταιγε το γεγονός ότι υπήρχαν λέξεις στα αγγλικά (για αυτήν δύο ξένες γλώσσες με γραπτή υπόσταση υπάρχουν στο κόσμο, αγγλικά και κινέζικα). Οι άλλες δεν την πίστεψαν και ζήτησαν αποδείξεις. Αφού τις πήραν καλύφθηκαν απόλυτα. Εγώ πάλι ρώτησα τη Νάσια που σταμάτησε. Μου έδειξε μια τελεία στη μέση της τρίτης σελίδας "εδώ" μου είπε με σιγουριά. Διάβασα τη τελευταία πρόταση και γέλασα:

"Πέρα λοιπόν από τις κοινοτυπίες, ζει κάπου μέσα ή έξω μας μια Νάντια που αφήνεται ελεύθερη στους δρόμους της στιγμιαίας της έμπνευσης, σπάζοντας και παραβιάζοντας τους κανόνες".

Δεν είναι κακό, δεν είναι καθόλου κακό indeed...

Κυριακή 5 Αυγούστου 2007

Έτσι



Όταν γεννιέται ο άνθρωπος


ένας καημός γεννιέται


όταν φουντώνει ο πόλεμος


το αίμα δε μετριέται.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Ορκίστηκα στα μάτια σου


που τα 'χα σαν βαγγέλιο


τη μαχαιριά που μου 'δωκες


να σου την κάμω γέλιο.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Μα συ βαθιά στην κόλαση


την αλυσίδα σπάσε


κι αν με τραβήξεις δίπλα σου


ευλογημένος να 'σαι.


Καίγομαι καίγομαι


ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά


πνίγομαι πνίγομαι


πέτα με σε θάλασσα βαθιά.


Νίκος Γκάτσος, Σταύρος Ξαρχάκος

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2007

Ratatouille







Δείτε το! Τα συγχαρητήρια μου επίσης σε αυτόν που έκανε τη μετάφραση στην κόπια που είδα εγώ...........

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Δεν ξεχνώ

να πάρω μαζί μου πριν φύγω απο το σπίτι:


Καπέλλο. Τώρα βέβαια που το βλέπω, αυτή η προσομoίωση φύσης δυνητικά μπορεί να είναι επικίνδυνη, αλλά από την άλλη ή το έχεις το ρημάδι το στυλ μέσα σου ή δεν το έχεις.
Επίσης εγώ θα πάρω και τα πουλιά μαζί μου, γιατί σαλτάρει ο Μαντού.



Νερό. Εάν το μπουκάλι δεν έχει τα Swarovski του, απλά δεν έχει τα Swarovski του.


και τέλος Πυροσβεστήρας, όσο πιο vintage τόσες περισσότερες πιθανότητες έχει να λειτουργήσει.

Εάν παρόλα αυτά τα πράγματα δυσκολέψουν τότε:


οι χορτοφάγοι ας φροντίσουν να έχουν λαχανικά μαζί τους............

Υ.Γ. Για ευνόητους λόγους να αποφεύγονται άσματα του στυλ:


λόγω του εμπρηστικού τoυς περιεχομένου.














Κυριακή 22 Ιουλίου 2007

Μια εικόνα χίλιες λέξεις

Το ότι στα οικογενειακά συμβούλια, όπου αναλύουμε, συζητάμε και αποφασίζουμε την πολιτική της οικογένειας για όλα τα καυτά θέμα εσωτερικού (στενά οικογενειακά, δεν επεκτείνομαι διότι άπτονται των προσωπικών δεδομένων) και εξωτερικού ενδιαφέροντος (οικονομική πολιτική της χώρας, εκπαιδευτική κατεύθυνση, αμυντικές δαπάνες, απορρόφηση κονδυλίων Γ' Κ.Π.Σ., βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού, διεθνής πολιτική, κ.λ.π.) ο γάτος είναι μονίμως έτσι, λέει κάτι για εμάς ως οικογένεια ή για την επιλεγόμενη θεματολογία;

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

I got you







Babe, I got you babe, I got you, babe.


I got flowers in the spring


I got you, to wear my ring


And when i`m sad, you`re a clown


And when I get scared you`re always around


So let them say your hair`s too long


I don`t care, with you I can`t do wrong


And put your little hand in mine


There ain`t no hill or mountain we can`t climb

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2007

Στάχτη στο μπαλκόνι μου

Βγήκα στο μπαλκόνι μου με το πορτοκαλομανταρινό χυμό μου στο χέρι και απόλαυσα το αεράκι που δρόσιζε το χώρο. Σωριάστηκα αποκαμωμένη στη πολυθρόνα μου –αισίως συμπληρώνω τα 17 πλυντήρια και υπολείπονται άλλα πέντε, μια από τις παρενέργειες των οικογενειακών διακοπών- ήπια λίγο από το χυμό μου και ακούμπησα το ποτήρι στο τραπέζι. Και τότε τις είδα –όχι δεν θα ξαναρχίσουμε τα κουίζ- τις στάχτες είδα, από τη φωτιά που έχει χωρίσει τον ουρανό πάνω από το σπίτι μου στα δύο. Βόρεια να μοιάζει ότι έρχεται βροχή, τέτοια που να νοιώθεις ότι θα χρειαστείς ομπρέλα ακόμα και μέσα στο σπίτι και νότια ο παράδεισος των τροπικών ένα πράγμα, τόσο που να λες «έπρεπε να την βάλω την αιώρα». Όλο το μπαλκόνι έχει γεμίσει στάχτες. «Αυτό ήταν σκέφτηκα, ήρθε και η σειρά μας» και προχώρησα σε μια σειρά ενεργειών που θα εξασφαλίσουν την ομαλή προσαρμογή μου στην νέα πραγματικότητα, που την περιέγραψε εξαίρετα η Ιφιμέδεια σε ένα ποστ της, επισημαίνοντας ότι τώρα πια πρέπει να μάθουμε να ζούμε και με τις φωτιές. Έτσι και με βάση τους ρόλους που έχω κληθεί να παίζω στη ζωή μου προχώρησα στις παρακάτω ενέργειες:

Ως μάνα: Ξαναμίλησα στα παιδιά για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, χάλια καρδιά, χάλια πνευμονία, χάλια κατασκήνωση

Ως γυναίκα: Υπενθύμισα στο καλό μου, για μια ακόμα φορά, ότι στο σπίτι του τεχνοφρικ όλα είναι φρικ, διότι όταν βάλαμε τον συναγερμό παρέλειψε να εγκαταστήσει και το αντίστοιχο σύστημα πυρασφάλειας, ξέρετε αυτό που ανάβεις τσιγάρο και γίνεσαι μούσκεμα, το οποίο εκτός της πρωταρχικής του ιδιότητας θα βοηθούσε και στο νοικοκυριό και συγκεκριμένα στο σφουγγάρισμα. Έχω σκεφτεί και το άσμα που θα συνόδευε αυτή μου την οικοκυρική δραστηριότητα: «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα που θα καπνίζω και θα σφυρίζω», εάν και εδώ που τα λέμε, άμα έβαζα και τον συναγερμό να χτυπάει δεν θα χρειαζόταν ούτε το σφύριγμα

Ως μαγείρισσα: Φώναξα στον καλό μου «έλα ετοίμασε το μπάρμπεκιου, τώρα που μυρίζει καμένο δεν θα μας την πέσει η γειτόνισσα ότι της βρωμίζουμε το σπίτι. Είναι μια καλή ευκαιρία να ψήσουμε εκείνα τα ψαράκια που κοντεύουν να μεταμορφωθούν σε δείγματα του είδους τους τόσο καιρό που τα έχουμε στο ψυγείο». «Τη φωτιά μου μέσα» είπε ο καλός μου, κλαίγοντας τα 30 ευρώ που δίνει το μήνα στη γειτόνισσα για να σκούζει όποτε βάζω να ψήσω ψάρια. Γιατί ο καλός μου είναι χορτοφάγος ως προς τα ψάρια. Και με την ψαρόσουπα κάτι γίνεται του ρίχνω ρυζάκι και την τρώει, αλλά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο μαγειρέματος τους έχει σοβαρά προβλήματα. Έτσι, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι εγώ το ψαράκι μου το τρώω ψητό, έχει βρει αυτό τον τρόπο να την γλυτώνει κάθε φορά.

Ως κόρη: Πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο που γυρίζει από το καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα στο Άγιο Όρος –αυτό με το μπαμπά μου που το θρησκευτικό του συναίσθημα εξαντλείται στην επίσκεψη του στις μονές του Αγίου Όρους δεν θα το συζητήσω τώρα, αλλά επιφυλάσσομαι εν ευθέτω χρόνω να ασχοληθώ με την ερμηνεία αυτής της επιλεκτικής ενασχόλησης με τα θεία σε στενή σχέση με την μονή Βατοπεδίου και όχι μόνο- πήρα λοιπόν τηλέφωνο τον πατέρα μου να μην επιστρέψει από την Παλιά Εθνική Οδό, την οποία για κάποιο δικό του λόγο την θεωρεί πιο σύντομη και πιο εύκολη σαν διαδρομή από αυτήν της Νέας Εθνικής Οδού –και αυτό θα το αναλύσω μελλοντικά- και γνωρίζοντας ότι έχει και μια έφεση στο σπάσιμο των μπλοκ, των τροχομπλόκ εννοώ μην παρεξηγιόμαστε, η μαμά σερφάρει, ο μπαμπάς απλά της βγάζει το πολύμπριζο για να ξεκολλήσει από τον υπολογιστή, άλλη πονεμένη ιστορία στην οικογένεια, η σχέση του μπαμπά μου με τα «ηλεκτρικά» εννοώ, μικρή γεύση: ανοίγεις το φως για να πας στη ταράτσα και ταυτόχρονα ανοίγει και η τηλεόραση που έχει στη ταράτσα για να βλέπει ματς το καλοκαίρι-. Ο μπαμπάς μου άτομο φύσει και θέσει αισιόδοξο μου είπε «εντάξει παιδί μου θα κάνω όπως λες, αλλά εσύ μην ανησυχείς εγώ θα είμαι σε αυτό το σημείο μεσάνυχτα» Θα μου πεις τι σχέση έχουν τα μεσάνυχτα με τη φωτιά που μαίνεται, αυτό είναι κάτι που μόνο ο μπαμπάς μου μπορεί να εξηγήσει. Παραιτήθηκα και του ζήτησα να ζητήσει από κάποιον από τους μοναχούς να κάνει μια επιπλέον προσευχή για την ομαλή επάνοδο του, αλλά και για την γρήγορη και ταχεία ανάρρωση των οργάνων της τάξης από το σοκ που θα υποστούν όταν θα προσπαθήσουν να τον πείσουν για την αναγκαιότητα να πάει από άλλο δρόμο.

Ως γυναίκα που ακολουθεί τη μόδα: Υποκλίθηκα για άλλη μια φορά στην μεγαλοφυΐα των απανταχού μόδιστρων που επέλεξαν για φέτος τα έντονα χρώματα, που όπως και να το δεις κάνουν εξαίρετο κοντράστ με το μαύρο. Με μια αποφασιστική κίνηση έβγαλα το χρώματος κίτρινου κροκί συνολάκι για το βράδυ, αλλά με μπλόκαρε ο καλός μου όταν μου είπε «με τόσο μαύρο γύρω, θα είσαι σαν μελισσούλα». Μ’ αγαπάει το μωρό μου «δίκιο έχεις» του είπα, άλλωστε η επιλογή του να επικροτήσει την επιλογή μου να τον παντρευτώ είναι η καλύτερη απόδειξη περί του καλού του γούστου. Εντάξει παλιό αλλά αληθινό. Αυτό που δεν ισχύει είναι ότι η θάλασσα «ψήνει» τις πληγές. Το δοκίμασα η άφρων μάνα στις διακοπές και ακόμα παιδεύομαι με ένα χτύπημα της Νερίνας στο πόδι. Άσχετο αλλά τι θα ήταν ένα ποστ χωρίς χρήσιμες πληροφορίες μέσα. Τελικά διάλεξα να φορέσω κάτι κλασσικό, λευκό σύνολο, που μετά από λίγη ώρα στο μπαλκόνι έχει ήδη γίνει πουά και μέχρι τα μεσάνυχτα θα έχει μεταλλαχθεί σε μαύρο που αναδεικνύει και το μαύρισμα πολύ πιο σικάτα από το άσπρο.

Ως πρώην ενεργή αριστερή και τώρα μόνο πρώην: Όταν εμείς μιλάγαμε για κινήματα οι άλλοι ανακάλυπταν την μέθοδο εξοικείωσης με την πραγματικότητα, μαθαίνοντας να ζουν με τις καταστροφές παντός είδους και μεγέθους. Βέβαια αυτή πρακτική έχει επιμορφωτική αξία, διότι να ακούσεις βοσκό να σου αναλύει τα σχετικά με την στατικότητα, ασφάλεια και συμπεριφορά υπό σεισμό της στάνης και τι στο κόσμο. Το τι συγκλονίζομαι με όλους μας όταν θρηνούμε επιστημονικά τις καταστροφές δε λέγεται

Ως blogger: Εδώ τα πράγματα ήταν εύκολα. Βγήκα στο μπαλκόνι, φόρεσα τον παναμά του καλού μου, τα αγορασμένα από το ειδικό κατάστημα οικολογικά ρούχα (δεν γράφω όνομα να μην θεωρηθεί έμμεση διαφήμιση), καβάλησα και το ποδηλατάκι γουρουνάκι των παιδιών που έχει απομείνει από τα παιδικά χρόνια των σκασμένων, «για λόγους αισθηματικούς» λέμε στο κόσμο, αλλά η αλήθεια είναι ότι το «μην πετάξεις τίποτα στο σπίτι μας» έχει βρει την απόλυτη εφαρμογή του και σχόλια δε θέλω για την νοικοκυροσύνη μου, έχοντας λοιπόν όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό πάνω μου και με εμένα επάνω του -λέμε τώρα- και αφού έφαγα και το απαραίτητο για την καθαρότητα της φωνής αυγό -ναι το έφαγα και μάλιστα τηγανητό- σιγά μην φάω ωμό αυγό, 7 μέρες στο Παίδων πλήρωσα εγώ το αυγό της σπιτικής κοτούλας της αγαθής χωρικής κατοίκου μάλιστα του Σπαθοβουνίου που καίγεται σήμερα, γιατί εμείς, μέχρι να πάθουμε, για να αγοράσουμε αυγό παίρναμε τα βουνά και τα λαγκάδια, σαν αυτούς που γκρεμοτσακίζονται για να βρουν μανιτάρια, εμείς ψάχναμε για το τέλειο αυγό από κότα με υγιεινή και βάλε διατροφή- αφού λοιπόν ολοκλήρωσα τις προετοιμασίες, ύψωσα και τα δύο μου χέρια όσο πιο ψηλά μπορούσα και μούντζωσα φωνάζοντας με όλη τη δύναμη μου «όρσε ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε». Να πω ότι ανακουφίστηκα θα λέω ψέματα, αλλά πριν προλάβω να επεξεργαστώ τα δεδομένα, ακούστηκε κραυγή από το απέναντι μπαλκόνι «τι μουντζώνετε καλέ με ξέρατε και από χτες. Βαγγέλη για βγες έξω η απέναντι με μουντζώνει». «Ουπς την πατήσαμε σκέφθηκα και άντε να εξηγώ στην απέναντι τώρα ότι εγώ είμαι μπλόγκερ, εδώ και το ότι είμαι μάνα την έχει κάνει να με κοιτάει με τρόμο». «Αχ συγνώμη, λέω, δεν μουντζώνω εσάς, τη Βουλή μουντζώνω». «Ποιά είναι αυτή η μουρλή, μου λέει, πότε ήρθε στη γειτονιά;» «Όχι δεν καταλάβατε την Βουλή των Ελλήνων εννοώ». «Από τη Φιλελλήνων ήρθε; Και ποιον έχει πάρει; «Των Ελλήνων της λέω, αυτήν με τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου». «Τον γιο του Ανδρέου, μου λέει, ποιανού, αυτού με την πιτσαρία ή του άλλου με τα γυναικεία εσώρουχα; Αλλά αυτοί είναι παντρεμένοι, ο ένας με την κόρη του Θανάση που δουλεύει στη Εφορία στο Ταμείο και ζει στην Αθήνα και ο άλλος με μια από την Κομοτηνή που γνώρισε όταν ήταν φαντάρος και επειδή είναι μουσουλμάνα τον έδιωξε ο πατέρας του και αυτός έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και δεν ξαναφάνηκε». «Άκρη δεν θα βρούμε σκέφτομαι και είναι ο Βαγγέλης μπρατσαράς θα μου τον κατσιάσει τον καλό μου». Φωνάζω στη Νερίνα «Φέρε μου χαρά μου τα στρατσόχαρτο, που έχουμε στο άλλο μπαλκόνι για να εκτονώνετε τις καλλιτεχνικές σας ανησυχίες, πάρε και μπογιά και γράψε επάνω: Τη Βουλή των Ελλήνων εννοώ, αυτή στο Σύνταγμα». Το μωρό μου, παιδί υπάκουο έτρεξε και άρχισε να γράφει το πανό, συγνώμη ότι του είπα. «Να φτιάξω και ένα πουλάκι μαμά;» με ρώτησε γιατί έχει και καλλιτεχνικές ανησυχίες. «Όχι χαρά μου, Βουλή και πουλί κακός συνδυασμός». «Μα έχει περιστέρια μαμά, μου είπε, στο Σύνταγμα». «Και καφετέριες έχει στο Σύνταγμα, της απαντώ, θέλεις να τις ζωγραφίσεις και αυτές; Τελείωνε Και το «υ» στο Σύνταγμα με ύψιλον την εκπαίδευση μου μέσα», φώναξα. «Βρίζουμε κιόλας» φώναξε ο Βαγγέλης; «Όχι κύριε Βαγγέλη μου» και γρήγορα σηκώσαμε εγώ και τα σκασμένα το πανό επικοινωνίας. «Α, αυτήν εννοείτε;» Ήμουνα σίγουρη, ότι η επόμενη ερώτηση θα ήτανε ποιανού κόρη είναι και ποιον έχει πάρει, αλλά με έσωσε ο γνωστός Μιχαλάκης που της είπε «αυτή με τους βουλευτές εννοεί ρε μαμά στην Αθήνα». «Α, μου είπε τώρα κατάλαβα, τότε μουντζώνετε σε λάθος πλευρά, εδώ είναι νότια, η Αθήνα είναι βόρεια κατά της κυρίας Δήμητρας που έχει πάρει τον Σπύρο τον πυροσβέστη και έχουν μια…….» Μάζεψα το πανό μου και την έκανα πριν μάθω το γενεαλογικό δέντρο όλων των κατοίκων της βόρειας πλευράς της πόλης και αποφάσισα να βγω κατά τις 2:00 το βράδυ να επιτελέσω το έργο μου, γιατί ο Σπύρος δεν είναι σαν τον Βαγγέλη, είναι πυροσβέστης και σίγουρα σε κάποια φωτιά βρίσκεται και είμαι σίγουρη ότι ελάχιστα θα εκτιμήσει τη μούντζα ακόμα και προς τη Βουλή.

Μουσική επένδυση: Οι ειδήσεις στη τηλεόραση μια μίξη δημοσιογράφων, ειδικών, οικολόγων, κατοίκων, καλλιτεχνών και άλλων σε -ων……

Και τώρα εσείς θα πείτε ότι υπάρχουν πράγματα με τα οποία δεν πρέπει να κάνει πλάκα κανείς. Και θα συμφωνήσω μαζί σας, μόνο που εγώ δικαιούμαι να έχω τα δικά μου πράγματα με τα οποία δεν αστειεύομαι και εδώ και χρόνια τα βλέπω να διακωμωδούνται με τον πιο –άντε μην πω- τρόπο. Γιατί για μένα υπάρχουν καταστροφές που υπερβαίνουν κατά πολύ τις λέξεις και ειδικά αυτές που απελπίζουν την απελπισιά –που το έχω διαβάσει άραγε αυτό;-. Θεωρώ ότι σε τέτοιες οριακές καταστάσεις καλύτερα είναι να το βουλώνω και να αντί να χάνω και το τελευταίο κομμάτι αξιοπρέπειας που μου έχει απομείνει σαν κάτοικος αυτού του πλανήτη, να βρω τις προσωπικές μου διεξόδους που ακόμα και εάν δεν αποδώσουν τα μέγιστα θα μου επιτρέψουν να πω στα παιδιά μου «ήμουν εκεί όταν καιγόντουσαν και φταίω, αλλά ήμουνα πάλι εκεί για να βοηθήσω να ξαναγεννηθούν» και όχι στη Βουλή να μουντζώνω ένα σύστημα προς το οποίο την εμπιστοσύνη μου την ανανεώνω με συνέπεια ανά τετραετία, πιστή στις αρχές μια δημοκρατίας που με την βοήθεια μου έχει μετατραπεί σε δημοφαγία- δικό μου το μπλογκ, δικιά μου και η λέξη-.

Και επίσης έχω θυμώσει πολύ, άσε που πρέπει να ξαναπλύνω το μπαλκόνι……

Υ.Γ. Η ένσταση μου δεν αφορά την οποιαδήποτε κίνηση προς την κατεύθυνση της ευαισθητοποίησης και δράσης και προφανώς ούτε και την συγκεκριμένη, την οποία απλά την χρησιμοποίησα εξαιτίας της ευφάνταστης επιλογής της -τη μούντζα εννοώ-. Αλλά με εξοργίζει η ευκολία καταλογισμού ευθυνών, σε έναν αόρατο μηχανισμό που καταστρέφει τα πάντα ντεμέκ ερήμην μας. Καταστρέφουμε τον πλανήτη λέμε, αλλά όταν φτάνουμε στο κομμάτι της ευθύνης μας κάνουμε τέχνη. Ε είναι ορισμένα πράγματα που υπερβαίνουν τη τέχνη. Το έδειξε με υποδειγματικό τρόπο ο Πικάσο στην Γκουέρνικα, ή τουλάχιστον έτσι το κατάλαβα εγώ. Και να σκεφθείς ότι ποτέ πριν δεν τον κατάλαβα……

Στιγμές


Διάλογος Νερίνας Νάσιας στις διακοπές

Η Νάσια αρνείται να κοιμηθεί στο κρεββάτι της και επιμένει να κοιμηθεί μαζί μας, επικαλούμενη διάφορες τραγικές εμπειρίες πεσίματος της από το κρεββάτι.

Νερίνα: Γιατί να κοιμηθείς στο κρεββάτι της μαμάς και του μπαμπά;

Νάσια: Γιατί εγώ όταν ήμουν τρία μια φορά είχα πέσει από το κρεββάτι

Νερίνα: Τι λες καλέ; Και εγώ είχα πέσει από το κρεββάτι μου μικρή.

Νάσια: Πότε; Πόσων χρονών ήσουν;

Νερίνα: Μικρή, δεν θυμάμαι πόσο.

Νάσια: Άμα δεν θυμάσαι δεν ισχύει. Εγώ θυμάμαι.

Νερίνα: Γιατί δεν ισχύει; Και γιατί είναι υποχρεωτικό να θυμάμαι; Έχει το πέσιμο γενέθλια;

-Το μωρό μου μεγαλώνει-

Υ.Γ. Πιστοί στο χρέος μας, εγώ και ο καλός μου, απλά γίναμε στην κυριολεξία "σάρκαν μίαν" για να χωρέσουν και οι δύο, αλλά και το σκυλί.....

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Catch the ball Ραλλού!

Εις δόξα του Πλάτωνα

Το βρήκα το μπαλάκι!!!!


Catch the ball είπα! (Τελικό)

Συνέχεια εκ του προηγουμένου


όχι εγώ η Ραλλού μου.


ΠΟΙΗΜΑ

Γέλως ηκούσθη ηχηρός πολύ προσιδιάζων

σε γέλωτα ειρωνικό και ολίγον αλαλάζων

Όπως αυτός που ακούς συχνά και εις τα ταβερνεία

όταν βοηθούντος του ποτού τις λέει μια ιστορία

Ότι δεν εξαφνιάστηκα τρανό θα ήταν ψέμα

να τα κοιτώ συνέχισα μ’ απορημένο βλέμμα

(Το ξέρω ότι περισσεύουν συλλαβές, αλλά τι θέλετε να κάνω. Πρέπει να ξεκολλήσω. Χθες έφτιαξα μπισκότα στα παιδιά με τραγικές συνέπειες. Όλα τα υλικά διαιρούνταν με το 15 και το χειρότερο είναι ότι τα έψησα και στους 15 βαθμούς για 15 λεπτά. 15 ώρες πέρασαν και ακόμα να συνέλθει η οικογένεια από το διατροφικό σοκ.)

«Άλλο δεν πάει, σκέφθηκα, ε πρέπει να συνέλθω,

και στης ζωής τη ρότα μου πρέπει να επανέλθω

Άστα κριάρια να μιλούν, άστα σκυλιά να άδουν

τη μπάλα βρες την αυθωρεί γιατί θα σε συλλάβουν»

Με μέθοδο αφαιρετική επέλεξα να αρχίσω

και περιττά στοιχεία της ευθύς να αποκλείσω

Η κυκλαδίτικη εκκλησία πρώτη εγκαταλείφθη

καθώς βοήθεια εκ του θεού αλί δεν μου ερίχθη

Και οι ελαίες ακολούθησαν την ίδια τη πορεία

αφού η σημασία τους είχε διατροφική αξία

Βοσκοί κριάρια και σκυλί και ζώα ίσως άλλα

απλά μου αποκλείσανε τη γνώμη για τη σκάλα

Μονάχη πρέπει να το βρω το βρωμερό μπαλάκι

και έπρεπε και να βιαστώ πλησίαζε βραδάκι

Αφού φιδάκι άναψα που πάντα έχω μαζί μου

ξεκίνησα το ψάξιμο η τάλαινα αλί μου

Μα όπου κι αν εκοίταξα και όσο κι αν χτυπήθη

λύση δε βρήκα ικανή το αίνιγμα να λύσει

Και τότε αποφάσισα, απόφαση σπουδαία

και αφού αποχαιρέτησα την στοργική παρέα

και εκαβάντζωσα κι ελιές να πάω στη μητέρα

να τις προσφέρει τσακιστές σ’ επόμενη βεγγέρα

ευθύς εκατηφόρισα εις τη μεγάλη ευθεία (;)

που οδηγούσε ευτυχώς στην κεντρική πλατεία

Εκεί υπήρχανε πολλά, θαρρώ τα λεν’ Greekartια

και σε ένα βρήκα πάμπολλα χρωματιστά μπαλάκια

Αφού προβληματίστηκα τι χρώμα να διαλέξω

μην παραλείποντας ευγενικά τον πωλητή να ψέξω

που χρώματα συμβατικά είχε μόν’ επιλέξει

και που δεν αναγνώριζε το μπουρμπουλί ως λέξη,

μπαλάκι αγόρασα ευθύς σε χρώμα πράσινου μήλου

με βούλες χρώματος καφέ ίδιο με της ερήμου

Επάνω έγραψα γραφή με χρώματα ωραία

και στην Ραλλού την έστειλα με ένα μεταφορέα

(δεν λέω ποιον, να μην θεωρηθεί έμμεση διαφήμιση)

«Ραλλού – το γράμμα έλεγε- προσπάθησα τα μάλα

αλλά γραφτό δεν ήτανε για να τη βρω τη μπάλα

Σου στέλνω υποκατάστατο κι ο άνεμος το παίρνει

μα όταν θα φυσά νοτιάς πίσω θα μου το στέλνει

Και με τα χρόνια τα πολλά ίσως αποδεχθούμε

πως εσύ και εγώ ήταν γραφτό για να συναντηθούμε

Μπάλα να παίζουμε τρελή με εξαίρετας φιγούρας

χωρίς κοινό και θεατές και άλλας φιοριτούρας

Μονάχα σε παρακαλώ για λόγους ευνοήτους

να δείξεις κατανόηση στου μπαλακιού τους χτύπους

Και όταν μπαλάκι απρόσμενα θα τρως εις το κεφάλι

να με θυμάσαι πάντοτε, σαν σου περνά η ζάλη».

ΤΕΛΟΣ

Υ.Γ. Και υπόσχομαι το επόμενο σε "15" που θα εμφανιστεί σε αυτό το blog να είναι η ημερομηνία.

Και ο τυχερός/η της ημέρας. Όχι που θα γλυτώνατε, just me χαρά μου......



Για τα αυτονόητα

Ο N.Ago έστειλε σε όλους μας μια δικιά του φωτογραφία και την ιστορία της. Εμείς το μόνο που καλούμαστε να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε να κρατηθούν τα χρώματά της ζωντανά, ελάχιστη προσφορά, μιας και το ξεθώριασμα σε αυτό το είδος φωτογραφιών είναι αποκλειστικά "δικό" μας και δικό μας έργο.



Το Καλιβάτσι (Kalivaci), είναι ένα ορεινό χωριό στο νομό Τεπελενίου στη νότια Αλβανία. Χωρισμένο σε πέντε μαχαλάδες, σε μια πολύ μεγάλη γεωγραφική έκταση, κάποτε, στις αρχές του '90, απαριθμούσε περίπου 2000 κατοίκους και 350 οικογένειες! Μετά το άνοιγμα των συνόρων, όπως συνέβη παντού στην Αλβανία, κι από το χωριό αυτό, μετανάστευσε ο περισσότερος πληθυσμός. Σήμερα, έχουν μείνει κοντά 100 οικογένειες από τις οποίες, ενεργές είναι το 50% περίπου! Από αυτές προέρχονται και τα παιδιά του σχολείου του χωριού(Δημοτικό-Γυμνάσιο) που απαριθμεί 110 μαθητές. Αυτό, όμως, που πρέπει εδώ να σημειωθεί είναι ότι, η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων που έχουν απομείνει εκεί, αν και υπάρχουν οι εξαιρέσεις, είναι αρκετά δύσκολη, για να μην χρησιμοποιήσω άλλη λέξη. Μαζί με τους δασκάλους και καθηγητές, έχουμε αναλάβει μια πρωτοβουλία που θα βοηθήσει έστω στο ελάχιστο, τους μαθητές του χωριού, και θα ελαφρύνει έστω λίγο τον οικογενειακό προϋπολογισμό των γονιών τους, για το επερχόμενο σχολικό έτος. Ξεκινώντας από εσάς τους επισκέπτες αυτού του ταπεινού blog, που η γνωριμία μεταξύ μας είναι εντελώς ανιδιοτελής και χωρίς κανένα συμφέρον, κάνω έκκληση σε όλους, όποιος μπορεί να βοηθήσει, ας το κάνει .

Αυτό που σκεφτήκαμε είναι να προσφέρουμε σε κάθε παιδί-μαθητή, στις 12 Αυγούστου που γιορτάζονται και τα 70 χρόνια της λειτουργίας του σχολείο, μια σχολική τσάντα για κάθε μαθητή μαζί με τη γραφική ύλη (τετράδια, μολύβια, κασετίνα, γεωμετρικά σχήματα, πλαστελίνες). Θα είναι το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Πριν απευθυνθώ σε «έχοντες και κατέχοντες», ξεκινώ από εμάς που δεν μας περισσεύουν.
Όποιος πραγματικά θέλει να προσφέρει, ανώνυμα ή και επώνυμα, έχει την ευκαιρία να το κάνει.

Ο αριθμός λογαριασμού στην EUROBANK είναι το 0026-0062-10-0101127021 , και ανήκει στη ΜΚΟ «Βαλκανική Αμφικτυονία- Σύνδεσμος Νέων Βαλκανικών Χωρών». Μέσω της οργάνωσης αυτής θα γίνει η συγκέντρωση του υλικού, μια και ως ιδιώτης, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, δεν δικαιούμαι να το κάνω με άλλο τρόπο.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007

Catch the ball είπα! (Nο 2)


όχι εγώ η Ραλλού μου.

εκ του προηγουμένου

ΠΟΙΗΜΑ

Εστάθη ώρα σκεπτική κάτω από την ελαία

διότι όπως το εννοήσατε δεν ήμην πλέον νέα

Ανάσες έπαιρνα βαθιές και αρκούντως πονεμένες

ρίχνοντας στα τριγύρω μου ματιές απελπισμένες

Ώρα επέρασε πολύ και λύσιν δεν εβρέθη

και από το πολύ νταλάκιασμα μου ήρθε μια μέθη

μια λιγούρα ένα κακό ένα δεν πάει άλλο

και με μια κίνηση γοργή θα 'λεγα αστραπιαία

έκοψα μια χουφτιά ελιές* από την καλή ελαία

*(τι θα πει το καλοκαίρι δεν υπάρχουν ελιές, είναι ποίημα το ξεχάσατε κιόλας;)

Εστάθην εθαυμάζουσα το θαύμα αυτό της φύσης

που για όλα προνοεί ώστε να ευημερήσεις

Μετά το γεύμα το λιτό μα νόστιμα μεγάλον

επήρα την απόφαση να μην το αναβάλλω

Και ευθύς ανασηκώθηκα εστάθη στα ποδάρια

αφού αποχαιρέτησα τα τρία τα κριάρια

Που όλη την ώρα σιωπηλά δίπλα εις την ελαία

μου εκρατούσαν σπλαχνικά και ήσυχα παρέα

Και μια που και συνείδηση την έχω οικολόγου

έβαλα τα κουκούτσια μου εις κάδον αναλόγου

που ευκρινώς το έγραφε με γράμματα μεγάλα

«κουκούτσια ελιάς πετάτε εδώ και όχι όλα τ’ άλλα»

Για μια στιγμή απ' το μυαλό πέρασε μια ιδέα

"λες η μικρή Ραλλού όταν ζητούσε μπάλα

αυτό που ήθελε να βρω να ήταν μια σκάλα;"

Η ιδέα εξετάστηκε και όλα τα στοιχεία

και γνώμη απέκτησα ισχυρή χωρίς αμφιβολία

Γνώμη που ενστερνίσθησαν αλί και τα κριάρια:

«Ότι και εάν σου ζήτησε αυτή η τρελή η νέα

ήτανε άσπλαχνόν πολύ να το ζητά από γραία»

είπε κριάρι εκ δεξιών κοιτώντας ευωνύμων

και εσυμφώνησε θαρρώ και ένας μαύρος κύων

που ώρα εστέκοντο ορθός πίσω απ’ τα κριάρια

και τον εκρύβανε καλά τα τέσσερα μαστάρια*

*(ναι το ξέρω τα κριάρια δεν έχουν μαστάρια, ναι ξέρω τι άλλο κάνει ομοιοκαταληξία με το –αρια και ανήκει στα κριάρια, αλλά αφενός το ύφος και το ήθος μου δεν μου επιτρέπει να αναφέρομαι σε τέτοια -αρια και αφετέρου η αναφορά αγγίζει και αυτή οικολογικάς προεκτάσεις, αφού έτσι που την κάναμε τη φύση ε και αυτή μας εκδικείται και έτσι. Και σε τελική ανάλυση δικό μου είναι το ποίημα ότι θέλω γράφω, αρκεί οι συλλαβές να είναι πάνω κάτω δεκαπέντε. Άντε μην ζητήσω τα σχόλια σε 15 σύλλαβο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως τελικά ξεκινήσω δικό μου παιχνίδι στην μπλογκόσφαιρα με τίτλο «γράψε το δικό σου δεκαπεντασύλλαβο αν μπορείς» και τότε τα ξαναλέμε)

«Αλλά ας επανέλθουμε στο δράμα το μεγάλο»,

είπα με σθεναρή φωνή στα κριάρια και στο άλλο

Το σκύλο φίλοι μου εννοώ που με υγρά τα μάτια

με εκοίταζε στοχαστικός και με έκανε κομμάτια.

Εκείνη μόλις τη στιγμή εννόησα η γραία

πως με κριάρια και σκυλιά συνομιλούσα ωραία

και στρέφοντας το βλέμμα μου σε εκείνο κριαρίου

εζήτησα η τάλαινα λύση του μυστηρίου

«Πως γίνεται ζώα εσείς με κέρατα ορθωμένα

να ομιλείτε ελληνικά έτσι ορθογραφημένα;»

Η λύση του μυστηρίου στο επόμενο post (λέμε τώρα)

Για τη συνέχεια κάποια που με εκπλήσσει συχνά πυκνά. Catch τη φωτογραφία λοιπόν MenieK


Κυριακή 15 Ιουλίου 2007

Catch the ball είπα! (No 1)


όχι εγώ η Ραλλού.

Έχετε δοκιμάσει να πείτε όχι στη Ραλλού; Εδώ που τα λέμε, έχετε δοκιμάσει να πείτε ναι στη Ραλλού; Δεν σας συστήνω καμιά από τις δύο επιλογές. Απλά catch τη βρωμομπάλλα (λόγω της επαφής της με τον χλοοτάπητα το «βρωμο») και ............. ότι σας φωτίσει ο θεός σας, η ΔΕΗ, το κερί σιτρονέλλας που ανάβετε για τα κουνούπια κάντε. Εγώ ως άτομο με τάσεις μοιρολατρικάς χρησιμοποιώ συνήθως και τα τρία, ενίοτε και ειδικά εάν ευρίσκομαι εις εξοχάς νοικιάζω πυγολαμπίδας (ο Μποστ που λέγαμε μικρή).

Τα δεδομένα

Μια κυκλαδίτικη εκκλησία με τη θάλασσα σκανδαλωδώς απούσα. Και ερωτώ: Χάθηκαν τα κλασσικά κυκλαδίτικα εκκλησάκια που σέβονται τον εαυτό τους; Λευκά και αγέρωχα με μπλε πόρτα σε μια γκρεμίλα επάνω, που η πρόσβαση σου σε αυτά ανάλογα να ενισχύει ή να εξαφανίζει δια παντός το όποιο θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά παρόλα αυτά η επωδός μόλις φτάνεις στη μπλε πόρτα να είναι η ίδια "θα το κόψω το ρημάδι τελείωσε".

Και όμως χάθηκαν και αντί για αυτά έσκασε μύτη, ένα αρχιτεκτονικά άψογο δεν λέω δείγμα, στη μέση του πουθενά, με μια ελιά στην άκρη και σαν να μην έφταναν όλα αυτά μια συμφωνία ξεραμένου σταχιού -στάχια δεν τα λένε αυτά τα κιτρινωπά τριγύρω του;- και ισάδας αντάξιας ενός μικρού γηπέδου. Αυτό ήταν "εύρηκα εύρηκα" και δεν χρειάζεται να το κόψω το ρημάδι, όχι «Catch the ball» , «find the ball» εννοεί η μικρά, άτομο άλλωστε εξόχως διεστραμμένο και με ροπάς και εμμονάς εξίσου διεστραμμένους (πλεονασμός) και για όσους δεν κατάλαβαν τη Ραλλού εννοώ. Σε πρώτη φάση σκέφτηκα "τώρα δέσαμε" και σε δεύτερη φάση το ίδιο ξανασκέφθηκα και είμαι σίγουρα ότι όποιο αριθμό φάσης και να δοκίμαζα το ίδιο θα σκεφτόμουνα.

Έχουμε λοιπόν μια κυκλαδίτικη κατά Ραλλού εκκλησία και μια χαμένη μπάλα, το «catch» όπως θα έχετε ήδη καταλάβει την έκατσε και εξαφανίστηκε από την εικόνα. Αυτό βέβαια δεν μοιάζει για την ώρα να λύνει το πρόβλημα της χαμένης, στο προαύλιο χώρο μιας εκκλησίας, μπάλας.

ΠΟΙΗΜΑ

'Ώρα απέμεινα αρκετή με προσοχή περίσσια

το χώρο γύρω να θωρώ που όλα ήταν ίσια.

Τη μπάλα ψάχνοντας να βρω μια λύση τότε βρήκα

την κυκλαδίτικη εκκλησιά και σε αυτήν εμπήκα

κερί ανάβω όχι απλό αλλά κερί μεγάλο

και τάμα δένω ευλαβικά στον πολυέλαιο πάνω

μια μπάλα έχει σκαλιστή στην όψη την καλή του

και ένα μάτι αλλήθωρο εις την ανάποδη του,

ελπίζοντας η τάλαινα και σχεδόν -ηντα κόρη

άγιος ευθύς να ενδιαφερθεί να έβρω το μπαλάκι

και στης Ραλλού το μπλόγκιον να είναι σε λιγάκι

O κύριος όμως ως γνωστό έχει δουλειάς μεγάλας

δεν ασχολείται δυστυχώς με απωλεσθείσας μπάλας

Ευθύς μόλις το σκέφθηκα και το μυαλό επανήλθε

μην με ρωτήσετε το που αρκεί και μόνο που ήλθε

συγνώμη ζήτησα ειλικρινή βαθεία εκ της καρδίας

και με βηματισμό αργό βγήκα της εκκλησίας

Ρίχνω μια ματιά δεξιά όπου το μάτι φτάνει

ρίχνω και μια αριστερά ώσπου είδα μια στάνη

Βοήθεια σκέφθηκα ίσως βρω από έναν αγρότη

αλλά ευθύς αναίρεσα να μην με πουν και πότη

ούτε ο βοσκός ο θαλερός με το παχύ μουστάκι

εφάνηκε κατάλληλος στο να έβρω το μπαλάκι

και τότε εκατάλαβα και αμέσως εκλονίσθη

ούτε θεός ούτε θνητός μπορεί να με βοηθήσει

μονάχη πρέπει δυστυχώς η τάλαινα η κόρη

τη μπάλα γρήγορα να βρω μη χάσω το παπόρι

και καταβάλω εξ’ υπαρχής τα κόμιστρα αλί μου

αφήνοντας έτσι άβαφτο το άσπρο το μαλλί μου

Συνεχίζεται
Μερικές διευκρινίσεις

1/ Όχι δε σάλταρα. Τώρα αυτό δεν ξέρω εάν πείθει, αλλά κάπως έπρεπε να οριοθετήσω την πνευματική μου κατάσταση. Η Ραλλού με κάλεσε σε ένα παιχνίδι με μια φωτογραφία. Όχι να παίξουμε εγώ αυτή και η φωτογραφία, γιατί ακόμα και για τον "παπά' απαιτούνται τρεις κάρτες. Κάποιος/α δίνει σε κάποιον/α μια φωτογραφία και αυτός καλείται, όχι ο πρώτος κάποιος/α ο δεύτερος κάποιος/α να γράψει "κάτι", λες και είχε άλλη επιλογή λέμε απο το να γράψει, αφού μιλάμε για το χώρο των blog, τώρα εάν κάποιος/α μπορεί να το κάνει και με σήματα καπνού δεν αναφέρεται πουθενά ότι απαγορεύεται, αλλά επειδή καπνός χωρίς φωτιά δεν υπάρχει και ζούμε σε καιρούς περίεργους καλό είναι να αποφεύγεται αυτή η λύση (έμμεση διαφήμιση πληρώνομαι εκ της πυροσβεστικής). Επίσης επειδή μια φιλοζωϊκή κατεύθυνση την έχει το blog, το δικό μου εννοώ, αποκλείεται και η λύση των ταχυδρομικών περιστεριών, για τους γνωστούς λόγους (περί μαύρης εργασίας, κοινωνίας της εκμετάλλευσης κ.λ.π.). Αυτά τα γράφω προς γνώση και συμμόρφωση των αποδεκτών της δικής μου πια πρόσκλησης στο προαναφερόμενο παίγνιο.

2/ Η απόπειρα εφαρμογής δεκαπεντασύλλαβου οφείλεται στο ότι χθες η οικογένεια πήγε θέατρο και είδε Μποστ. Εγώ θυμήθηκα το Μποστ, σήμερα όλη τη μέρα διάβαζα Μποστ στα σκασμένα, στον καλό μου, στο γάτο, στο σκυλί και στις χελώνες, με αποτέλεσμα να μην μπορώ ούτε να σκεφτώ εάν η σκέψη δεν είναι σε δεκαπεντασύλλαβο. Υπόσχομαι να μην το ξανακάνω και εάν κάπου περισσεύει και καμιά συλλαβούλα δείξτε κατανόηση απο 15νθήμερες διακοπές με τα σκασμένα γύρισα, μαζί με τα σκασμένα.

Ευχαριστώ

Α, ξέχασα. Για αυτή τη φάση ζητάω απο τον mhxeirotera να συνομιλήσει με μια φωτογραφία ή για μια φωτογραφία, εάν θέλει και είναι αυτή:



(κάνε ψυχή μου μια και ρίχτη)

Κυριακή 1 Ιουλίου 2007

Διακοπές κανείς;



Εμείς πάντως θα συνοδεύσουμε τα σκασμένα

Εγώ, ο καλός μου και τα τέσσερα σκασμένα πάμε διακοπές. Για την ακρίβεια τα τέσσερα σκασμένα πάνε διακοπές, εμείς απλά αποτελούμε μέρος της οικοσκευής που κουβαλάνε μαζί τους. "Όχι Νερίνα δεν θα πάρουμε το τηλεσκόπιο"!!!! Και συνεχίζω και ζητώ συγνώμη για την διακοπή, "Νάσια ο μπαμπάς δεν θα πάρει μαζί του τη μηχανή, δεν χωράει στο φορτηγό, για αυτό άσε το κράνος κάτω, σου έχω πάρει ωραιότατο ροζ καπελάκι για τη παραλία". Και συνεχίζω και συγνώμη για τη διακοπή. "Όχι Χριστίνα μου δεν θα πάρουμε κρεβάτια μαζί μας έχουνε εκεί που θα πάμε, ναι και στρώματα έχουνε". Τελικά μόνο η Έλενα με καταλαβαίνει, μόνο το διπλό καθρέπτη ζήτησε να πάρουμε μαζί, αλλά με το που κοιταχτήκαμε το ξέχασε.

Βαλίτσες τέσσερες δικές τους και μια δική μας, σάκοι τέσσερεις κανένας δικός μας, νεσεσέρ τέσσερα κανένα δικό μας, τσάντες διαφόρων σχεδίων και χρωμάτων με διάφορα μέσα, μην με ρωτάτε τι είναι τα διάφορα μου τα φυλάνε για έκπληξη, τα σε προηγούμενο ποστ περιγραφέντα σύνεργα για να πάει μια οικογένεια, που σέβεται τον εαυτό της και σαφέστατα δε σέβεται την ησυχία των άλλων, στη παραλία, ά και μια βαλίτσα παπούτσια, δικά τους όχι δικά μας, τελικά τους αγοράζω πολλά παπούτσια και το κλου, τα πράγματα του καλού μου, φορητός, βιντεοκάμερα, ψηφιακή, dvd για το αυτοκίνητο, τα εργαλεία του καλού τεχνοφρικ-ξέρετε κατσαβιδάκια, μυτοτσίμπιδα κ.λ.π.-, μην με ρωτήσετε τι τα θέλει δεν ξέρω, φορτιστές τηλεφώνων, σωστά διαβάσατε τηλεφώνων, διότι ποτέ δε ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί ένα φορτιστής για Nokia και ας έχεις Erricson κινητό- απροσδιόριστος αριθμός cdιων, "όχι χαρά μου όσο και να χτυπηθείς δεν παίρνουμε το πολυμηχάνημα μαζί- και βέβαια το Sudoku μου και η γνωστή βιογραφία, έτσι για να συμπληρωθεί η λίστα με τα απαραίτητα.

Ο γάτος και οι χελώνες πάνε στον μπαμπά μου, κουβαλώντας και αυτά τις δικές του αποσκευές.....

Καλά να περάσετε και εάν νομίζετε ότι δεν περνάτε καλά, τυπώστε το ποστ και κολλήστε το σε εμφανές μέρος στο σπίτι σας. Μετά τις πρώτες αναγνώσεις, που κρίνονται απαραίτητες για να συνειδητοποιήσετε τι διαβάζετε, θα νοιώσετε όχι απλώς τυχεροί, αλλά ευλογημένοι.....

"όχι κορίτσια και πάρτε το απόφαση δεν θα πάρουμε μαζί μας το Μιχαλάκη, είναι αλληνής παιδί και δεν με νοιάζει που παίζει καλό μπάσκετ, για αυτό βγάλτε τον αμέσως απο το μπαούλο της γιαγιάς"....

Σας αφήνω γιατί ήρθαν οι μεταφορείς να φορτώσουν τα πράγματα...